Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Α, Β, Γ Γυμνασίου)
Α Γ Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Β

Β, β, βῆτα, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Κατά την κλασική περίοδο (5oς-4oς αι. π.Χ.) είχε τη φωνητική αξία ηχηρού κλειστού φθόγγου και οι αρχαίοι Έλληνες το πρόφεραν ως [b].
  • ως αριθμητικό σύμβολο: β΄ = 2, αλλά ͵β = 2.000.

βαβαὶ ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ

ως έκφραση έκπληξης ή θαυμασμού (hand και παπαῑ): βαβαὶ τοῦ λόγου = μπα, μπα, τι λόγος!

[ηχομιμ.]

βάδην ΕΠΙΡΡΗΜΑ

με βήμα πορείας, βαδίζοντας: βάδην ταχύ = με γρήγορο βηματισμό. δρόμῳ «τρέχοντας».

ΝΕ βάδην.

[*βα-δ- < *βα- (< βαίνω) + παρ. επίθ. -ην, πβ. τροχάδ-ην].

βαδίζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβάδιζον
Μελλ. βαδιοῦμαι
Αόρ. ἐβάδισα
Παρακ. βεβάδικα

1. προχωρώ με βήμα πεζού, βαδίζω. τρέχω.

2. πηγαίνω κάπου: οὐδεὶς ἤθελε βαδίζειν = κανένας δεν ήταν πρόθυμος να πάει. ἐπ' οἰκίας βαδίζω = πηγαίνω στο σπίτι μου.

3. μεταφορικά αἱ τιμαὶ ἐπ' ἔλαττον ἐβάδιζον = οι τιμές έπεφταν.

familyπαράγ. βάδισις, βάδισμα, σύνθ. συμβαδίζω.

ΝΕ βαδίζω.

[παράγ. λ. *βα-δ- (< *βα- < βαίνω) + παρ. επίθ. -ίζω].

βαθμός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. σκαλί, σκαλοπάτι, κατώφλι.

2. μεταφορικά μέγεθος, βαθμός.

familyπαράγ. βαθμίς, βαθμηδόν.

ΝΕ βαθμός (με τη σημ. 2). Προς τη σημ. 1 συγγενής σημασιολογικά λέξη είναι η βαθμίδα στη φρ. οι βαθμίδες της ιεραρχίας.

[παράγ. λ. *βα- (< βαίνω) + σ (πβ. βασ-μός) + παρ. επίθ. -μός].

βάθος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. βάθος ή ύψος, ανάλογα με την κατεύθυνση προς τα πάνω ή προς τα κάτω: αἰθέρος βάθος = το ύψος της ατμόσφαιρας. Ταρτάρου βάθη = τα βάθη του Κάτω Κόσμου.

2. το βάθος μιας στρατιωτικής παράταξης, σε αντίθεση προς το μέτωπο: τοὺς πρώτους οὐ πλέον ἢ ἐπὶ δώδεκα ἐποίησαν, τὸ βάθος δ' ἐπὶ πολλῶν = έφτιαξαν το μέτωπο της στρατιωτικής παράταξης όχι με περισσότερους από δώδεκα στρατιώτες, ενώ το βάθος με πολλούς.

ΝΕ βάθος (με τις σημ. 1, 2).

[παράγ. λ. βαθύς + παρ. επίθ. -ος > βάθος, που υποκατέστησε τη λ. βένθος, -ους, τό = ο βυθός της θάλασσας].

βάθρον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. βάση: ἐπειρῶντο τὰ ἀγάλματα ἐκ τῶν βάθρων ἐξανασπᾶν = προσπαθούσαν να αφαιρέσουν τα αγάλματα από τα βάθρα τους.

2. θρανίο σε σχολείο, ή κάθισμα σε βουλευτήριο: οἱ διδάσκαλοι παρατιθέασιν αὐτοῖς ἐπὶ τῶν βάθρων ποιήματα = οι δάσκαλοι τους παρουσιάζουν πάνω στα θρανία ποιήματα. οἱ τριάκοντα ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν βάθρων = οι Τριάκοντα (τύραννοι) κάθονταν στις έδρες τους.

ΝΕ βάθρο.

[παράγ. λ. *βα- (< βαίνω) + παρ. επίθ. -θρον].

βαθύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός βαθύτερος
Υπερθετικός βαθύτατος

1. βαθύς ή ψηλός, ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή.

2. ως προσδιορισμός χρόνου βαθὺ γῆρας = βαθιά γεράματα. ὄρθρος βαθύς = βαθιά ξημερώματα, μόλις αρχίζει να χαράζει.

familyπαράγ. βαθύνω, σύνθ. βαθύπλουτος.

ΝΕ βαθύς (με τις σημ. 1, 2).

[αβέβ. ετυμ.].

βαίνω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἔβαινον
Μέλλ. βήσομαι
Αόρ. ἔβην
Παρακ. βέβηκα
Υπερσ. ἐβεβήκειν
Παθ. μέλλ. (σε σύνθ.) -βαθήσομαι
Παθ. αόρ. (σε σύνθ.) -εβάθην
Παθ. παρακ. (σε σύνθ.) -βέβαμαι & -βέβασμαι

περπατώ, βαδίζω.

familyπαράγ. βάσις, βῆμα, βαθμός, βάθρον, βωμός, βάδην, σύνθ. ἀναβαίνω, ἐπιβαίνω, ἀναβάτης, ἐπιβάτης.

[*βᾱν-jω, θέματα: βη-, βᾰ-, βᾱ-].

βακτηρία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ραβδί, μπαστούνι. = ῥάβδος.

2. μεταφορικά ράβδος, ως σύμβολο εξουσίας: λαβὼν τὴν βακτηρίαν βαδίζει εἰς τὸ δικαστήριον.

[παράγ. λ. *βακ- (αβέβ.) + παρ. επίθ. -τηρ + παρ. επίθ. -ία].

Βάκχος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κύριο όνομα ο θεός Διόνυσος.

familyπαράγ. βακχάω -ῶ, βάκχειος/βακχεῖος, Βάκχη.

[ξένη λ., πιθ. αρχ. θρακική].

βαλανεῖον, -είου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

μπάνιο (το οίκημα): ὑπὸ φειδωλίας οὐδ' εἰς βαλανεῖον ἦλθε λουσόμενος = από την τσιγκουνιά του δεν ήρθε ούτε στα λουτρά για να πλυθεί.

ΝΕ μπάνιο < ιταλ. bagno < λατ. balnĕum, balnēum < βαλανεῖον.

[παράγ. λ. *βαλανε- (πβ. βαλανεύω = θερμαίνω το λουτρό με βαλανίδια) + παρ. επίθ. -ι-ον].

βάλανος, -άνου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

βαλανίδι.

familyσύνθ. βαλανηφόρος.

ΝΕ βαλανίδι, βελανίδι.

[*βαλανο- < ΙΕ *gwol-eno].

βαλλάντιον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

σακουλάκι όπου έβαζαν τα χρήματα, πουγκί.

ΝΕ βαλάντιο «πορτοφόλι».

[αβέβ. ετυμ., πιθανότατα δάν.].

βάλλω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἔβαλλον
Μέλλ. βαλῶ
Αόρ. β΄ ἔβαλον
Παρακ. βέβληκα
Υπερσ. ἐβεβλήκειν
Μέσ. μέλλ. βαλοῦμαι
Παθ. μέλλ. βληθήσομαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἐβαλόμην
Παθ. αόρ. ἐβλήθην
Παθ. παρακ. βέβλημαι
Παθ. υπερσ. ἐβεβλήμην

1. ρίχνω κάτι εναντίον κάποιου, για να τον χτυπήσω, τον χτυπώ: βάλλω τινὰ δόρατι / κεραυνῷ = χτυπώ κάποιον με το δόρυ / με κεραυνό. = παίω, τύπτω, πλήττω, πατάσσω.

2. γενικά ρίχνω: βάλλω τινὰ ἐν δαπέδῳ = ρίχνω κάποιον κάτω. βάλλω σπόρον = ρίχνω το σπόρο. = ῥίπτω.

familyπαράγ. βλῆ-μα, βέλ-ος, βελ-όνη, διά-βολος, σύνθ. ἀντι-παρα-βάλ-λω, δια-βάλ-λω, ἐπι-βάλ-λω, ἀν-υπέρ-βλη-τος.

ΝΕ βάζω (ενεστ. από αόρ. έβανα < έβαλα) με σημ. «τοποθετώ». Το σημερινό βάζω οι αρχαίοι το έλεγαν τίθημι.

[*βαλ-jω, θέματα βαλ-, βλη-].

βάναυσος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που ασκεί κάποια τέχνη, ο τεχνίτης (σε αντίθεση λ.χ. με το γεωργό): ὁ βάναυσος καὶ ὁ γεωργικὸς δῆμος = οι τεχνίτες και οι γεωργοί. οἱ βάναυσοι ως ουσ. = οι τεχνίτες.

familyπαράγ. βαναυσία, βαναυσικός.

ΝΕ βάναυσος «βίαιος, σκληρός».

[ίσως (με ανομοιωτική έκπτωση του πρώτου από τα δύο υ) *βαυν-αυσος < βαῡν-ος «φούρνος» + αὔω «καίω», πβ. τον ορισμό για τη λ. βαναυσία: πᾶσα τέχνη διὰ πυρός· κυρίως δὲ ἡ περὶ τὰς καμίνους = βαναυσία ονομάζεται κάθε επάγγελμα που χρησιμοποιεί φωτιά και ιδιαίτερα του σιδηρουργού].

βαπτίζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβάπτιζον
Μέλλ. βαπτιῶ
Αόρ. ἐβάπτισα
Παθ. αόρ. ἐβαπτίσθην
Παθ. παρακ. βεβάπτισμαι

1. βυθίζω σε νερό ή σε άλλο υγρό, εμβαπτίζω: βάπτισον σεαυτόν = μπες μέσα στο νερό.

2. βαφτίζω (βουτώντας αυτόν που βαπτίζεται μέσα στο νερό).

3. παθητική φωνή βαπτίζομαι βυθίζομαι.

  • μεταφορικά ὀφλήμασι βεβαπτισμένος = βυθισμένος στα χρέη.

familyπαράγ. βάπτισμα, βάπτισις.

ΝΕ βαπτίζω, βαφτίζω (με σημ. 2).

[παράγ. λ. βάπτω + παρ. επίθ. -ίζω].

βάπτω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἔβαπτον
Μέλλ. βάψω
Αόρ. ἔβαψα
Μέσ. μέλλ. βάψομαι
Μέσ. αόρ. ἐβαψάμην
Παθ. αόρ. β΄ ἐβάφην
Παθ. παρακ. βέβαμμαι

1. βυθίζω κάτι σε υγρό: βάπτω εἰς ὕδωρ.

2. βυθίζω σε βαφή, βάφω: ἔρια βεβαμμένα = μαλλιά (ζώων) βαμμένα.

familyπαράγ. βαφή, βαφεύς, βάμμα ( < *βάφ-μα), βαπτός.

ΝΕ βάφω (με τη σημ. 2).

[*βάφ-τ-ω, ΙΕ αρχής].

βάρβαρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που είναι ξένος, ξενικός (σε αντίθεση με το ελληνικός): βάρβαρος φωνή = ξένη, βαρβαρική, γλώσσα. = ξένος.

2. αγενής, απάνθρωπος ή αμόρφωτος: σκαιός ἐστι καὶ βάρβαρος = είναι απαίσιος και απάνθρωπος.

familyπαράγ. βαρβαρικός, βαρβαρισμός, βαρβαρόομαι -οῦμαι, σύνθ. βαρβαρόφωνος.

ΝΕ βάρβαρος (με τις σημ. 1, 2).

[ηχοποίητη λέξη].

βαρύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που έχει μεγάλο βάρος, βαρύς. ἐλαφρός.

2. αυτός που δύσκολα μπορεί κανείς να τον αντέξει, οδυνηρός ή ενοχλητικός: βαρεῖα ξυμφορά.

3. έντονος, σφοδρός: βαρεῖα ἐπιθυμία.

4. βαριά οπλισμένος στρατιώτης.

5. για πρόσωπα αυστηρός, σοβαρός.

6. στη μουσική βαρύς ἦχος. ὀξύς.

familyπαράγ. βαρέως, βάρος, βαρύνω, βαρύτης, σύνθ. βαρύθυμος.

ΝΕ βαρύς (με τις σημ. 1, 5, 6).

[*βαρύ- + -ς, πβ. αρχ. ινδ. gurú-, γοτθ. kaurus].

βασανίζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβασάνιζον
Μέλλ. βασανιῶ
Αόρ. ἐβασάνισα
Παθ. αόρ. α΄ ἐβασανίσθην
Παθ. παρακ. βεβασάνισμαι

1. δοκιμάζω τη γνησιότητα του χρυσού.

2. ελέγχω κάτι ή κάποιον πολύ προσεκτικά: βεβασανισμένος εἰς δικαιοσύνην = που έχει δοκιμαστεί η πίστη του στη δικαιοσύνη.

3. ανακρίνω κυρίως δούλο χρησιμοποιώντας βασανιστήρια.

familyπαράγ. βασανιστής.

ΝΕ βασανίζω (με αλλαγή σημ. «ταλαιπωρώ», που είναι επέκταση της σημ. 3).

[παράγ. λ. βάσαν-ος + παρ. επίθ. -ίζω].

βάσανος, -άνου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η πέτρα (λυδία λίθος) με την οποία δοκίμαζαν τη γνησιότητα του χρυσού, και κατ' επέκταση ο έλεγχος πράγματος ή προσώπου: πλοῦτος βάσανος ἀνθρώπου τρόπων = ο πλούτος δείχνει το χαρακτήρα του ανθρώπου.

2. βασανιστήριο για να ομολογήσει ένας δούλος: εἰς βάσανον παραδίδωμι τὸν δοῦλον = παραδίδω το δούλο για να βασανιστεί.

ΝΕ βάσανο.

[δάν. από ανατολ. γλώσσα].

βασιλεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. βασιλιάς.

2. στην Αθήνα ένας από τους ἐννέα ἄρχοντας (handἄρχων).

βασιλίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

βασίλισσα.

[παράγ. λ. βασιλ(εύς) + παρ. επίθ. -ίς].

βάσκανος, -κάνου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ως ουσιαστικό α. μάγος. β. συκοφάντης.

2. ως επίθ. βάσκανος, -ος, -ον συκοφαντικός, μοχθηρός.

familyπαράγ. βασκανία.

ΝΕ βάσκανος στη φρ. βάσκανος οφθαλμός «μάτι που ματιάζει».

[πβ. Ησύχιο «βάσκειν· λέγειν, κακολογεῖν», πβ. βά-ζω «λέγω, ομιλώ»].

βδελύττομαι ΡΗΜΑ

ο κοινός τύπος είναι βδελύσσομαι

Παρατ. ἐβδελυττόμην
Μέλλ. βδελύξομαι
Αόρ. ἐβδελύχθην

αισθάνομαι αηδία για το φαγητό, και κατ' επέκταση αποστρέφομαι κάτι.

familyπαράγ. βδελυγμία.

ΝΕ βδελύσσομαι (με την ίδια σημ.).

[ηχοποίητη λέξη, πβ. το ηχοποίητο βδέω = πέρδομαι].

βέβαιος, -αιος & -αία, -αιον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. στερεός: βέβαιον ὄχημα.

2. σταθερός, ασφαλής, βέβαιος: ἀρετῆς βέβαιαι αἱ κτήσεις = ασφαλή είναι μόνο όσα αποκτά κανείς με την αρετή.

3. για πρόσωπα αυτός που είναι σταθερός στις ιδέες και στις αποφάσεις του, αξιόπιστος: βέβαιος φίλος.

familyπαράγ. βεβαίως, βεβαιότης, βεβαιόω, βεβαιωτικός.

ΝΕ βέβαιος.

[βε-βαι- < βαίνω με εμφατικό διπλασιασμό συλλαβής].

βέβηλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός τον οποίο επιτρέπεται να πλησιάσει και να χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος, σε αντίθεση με αυτόν που είναι ἱερός: βέβηλον ἄλσος = προσιτό δάσος (όχι ἱερὸν ἄλσος). ἄδυτος.

2. για πρόσωπα αυτός που είναι αμύητος στα θρησκευτικά μυστήρια: ἑκὰς οἱ βέβηλοι = να απομακρυνθούν οι αμύητοι (από τις τελετές των Ελευσινίων μυστηρίων).

familyπαράγ. βεβηλόω.

ΝΕ βέβηλος «που προσβάλλει τα θεία».

[*βέ-βη-λος (< βαίνω) = αυτός όπου μπορεί να μπει άνθρωπος, βέ-βη-(κα) (παρακ. του βαίνω) + παρ. επίθ. -λος].

βέλτιστος, -ίστη, -ιστον ΕΠΙΘΕΤΟ

υπερθετικός βαθμός του επιθέτου handἀγαθὸς

1. πάρα πολύ καλός, άριστος: βέλτιστος ἀνήρ. τὰ βέλτιστα τῶν πραγμάτων ἐπιθυμοῦσιν = επιθυμούν ό,τι καλύτερο.

  • γνωμικό δυοῖν κακοῖν προκειμένοιν, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον = ανάμεσα σε δύο κακά, θεωρείται καλό το λιγότερο κακό.
  • ως φιλική προσφώνηση ὦ βέλτιστε = φίλε μου.

2. οἱ βέλτιστοι η αριστοκρατία ως πολιτική παράταξη (handἀγαθός, κράτιστος).

[*βελτ-].

βελτίων, -ίων, βέλτιον ΕΠΙΘΕΤΟ

συγκριτικός βαθμός του επιθέτου handἀγαθὸς

καλύτερος: τὰ βελτίονα προσδοκῶ = ελπίζω στο καλύτερο.

  • γνωμικό βέλτιον (ἐστί) ὑφ' ἑτέρου ἢ ὑφ' ἑαυτοῦ ἐπαινεῖσθαι = είναι καλύτερα να σε επαινούν οι άλλοι παρά να επαινείς εσύ τον εαυτό σου.

familyπαράγ. βελτίωσις.

ΝΕ βελτίωση.

[*βελτ-, ΙΕ αρχής].

βῆμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η κίνηση των ποδιών στο βάδισμα, το βήμα: σπουδῇ βημάτων πορεύεται = προχωρεί με γρήγορα βήματα.

2. υπερυψωμένη θέση για τον ομιλητή μιας δημόσιας συνέλευσης: προσελθὼν Περικλῆς ἐπὶ βῆμα ὑψηλὸν πεποιημένον, ὅπως ἀκούοιτο ὡς ἐπὶ πλεῖστον τοῦ ὁμίλου, ἔλεγε τοιάδε = και αφού ανέβηκε ο Περικλής σε ένα ψηλό βήμα, για να ακούγεται σε όσο γίνεται περισσότερο πλήθος, έλεγε τα εξής.

familyπαράγ. βηματίζω.

ΝΕ βήμα (και με τις δύο σημ.).

[*βη- (πβ. βέ-βη-κα < βαίνω) + παρ. επίθ. -μα].

βία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

εξαναγκασμός: βίᾳ = διά της βίας.

familyπαράγ. βιάζω, βίαιος, βιαιότης.

ΝΕ βία στη φρ. διά της βίας.

[αντιστοιχεί ακριβώς στο αρχ. ινδ. jiyd- «κυριαρχία», *gwiye-].

βιάζω ΡΗΜΑ

Παθ. μέλλ. βιασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐβιασάμην
Παθ. αόρ. ἐβιάσθην
Παθ. & μέσ. παρακ. βεβίασμαι

1. μεταχειρίζομαι βία.

2. παθητική φωνή βιάζομαι αναγκάζομαι να κάτι: βιαζόμενοι ὑπὸ τῆς προσβολῆς ἱππέων, ἠπείγοντο πρὸς τὸν ποταμόν = επειδή πιέζονταν από την επίθεση του ιππικού, έσπευδαν προς το ποτάμι. = ἀναγκάζομαι.

3. μέση φωνή βιάζομαι πετυχαίνω κάτι με βία ή με δυναμικό τρόπο: βιάζομαι τὸν ἔκπλουν = κατορθώνω να αποπλεύσω διά της βίας.

familyπαράγ. βιασμός, βιαστικός.

ΝΕ παθ. βιάζομαι «υφίσταμαι βία» και μέσο βιάζομαι «με κατέχει βιασύνη».

[παράγ. λ. βία + παρ. επίθ. -άζω].

βιβάζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβίβαζον
Μέλλ. βιβῶ (-ᾷς, ᾷ κτλ.)
Αόρ. ἐβίβασα
Μέσ. μέλλ. βιβῶμαι (-ᾷ, -ᾶται κτλ.)
Παθ. μέλλ. βιβασθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἐβιβασάμην
Παθ. αόρ. ἐβιβάσθην
Παθ. παρακ. βεβίβασμαι

μεταβατικό του βαίνω, που χρησιμοποιείται κυρίως ως β΄ συνθετικό, λ.χ. ἀναβιβάζω

διαβιβάζω, μεταβιβάζω, στέλνω.

[*βι-βάδ-jω > βιβάζω, < *βαδ- (πβ. βάδ-ην, βαδ-ίζω < *gwnod)].

βίβλος & βύβλος, -ου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ο πάπυρος (το φυτό).

2. ο παπυρικός κύλινδρος που ήταν η συνηθισμένη μορφή του βιβλίου στην αρχαιότητα, βιβλίο.

3. υποδιαίρεση ενός βιβλίου, κεφάλαιο (λχ. η ιστορία του Ηροδότου περιλάμβανε 9 βίβλους)

familyπαράγ. βίβλινος.

ΝΕ Βίβλος «η Αγία Γραφή».

[Βύβλος, ἡ (αρχαία φοινικική πόλη)].

βίος, -ίου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η ζωή, ο τρόπος ζωής του ανθρώπου: ὁ καθ' ἡμέραν βίος = η καθημερινή ζωή. ἐν εἰρήνῃ διάγω τὸν βίον = ζω μια ζωή ειρηνική. βίος οὐ βιωτός = ζωή ανυπόφορη.

  • γνωμικό βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος = ζωή χωρίς γιορτή μοιάζει με μεγάλη οδοιπορία χωρίς πανδοχείο στη διαδρομή.

2. τα υλικά μέσα τα απαραίτητα για τη ζωή, και ειδικότερα η περιουσία, το βιος: τὸ πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο = από εδώ (από την πειρατεία) απεκόμιζαν τα περισσότερα εισοδήματά τους.

familyπαράγ. βιόω -ῶ, σύνθ. βιοδότης.

ΝΕ ο βίος (με σημ. 1), το βιος (με σημ. 2).

[*βιFος, πβ. λατ. vivus, IE *gwey- από όπου και ὑγιής, πβ. αρχ. ινδ. gàya- «ζωή»].

βιόω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβίουν
Μέλλ. βιώσομαι & μεταγεν. βιώσω
Αόρ. α΄ & β΄ ἐβίωσα & ἐβίων
Παρακ. βεβίωκα
Παθ. παρακ. βεβίωμαι

ζω, περνώ τη ζωή μου: βιῶ κοσμίως / παρανόμως. τὰ σοὶ κἀμοὶ βεβιωμένα = οι πράξεις της δικής σου και της δικής μου ζωής. = ζήω – ζῶ. ἀποθνῄσκω.

  • γνωμικό βιοῦν ἀλύπως θνητὸν ὄντα οὐ ῥᾴδιον = δεν είναι εύκολο να ζήσεις χωρίς λύπες, αφού είσαι θνητός.

familyπαράγ. βιοτή, βιώσιμος, βιωτός, ἀβίωτος, σύνθ. ἀναβιόω -ῶ.

ΝΕ βιώνω (με αντικ., λ.χ. μια κατάσταση).

[παράγ. λ. βίος + παρ. επίθ. -όω].

βιωτός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που μπορεί, που αξίζει να τον ζήσει κανείς: βίος οὐ βιωτός = ανυπόφορη ζωή. ἀβίωτος.

familyπαράγ. ἀβίωτος.

[παράγ. λ. βιόω -ῶ + παρ. επίθ. -τός].

βλάξ, βλακός, ὁ, ἡ ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός βλακίστερος, -α, -ον
Υπερθετικός βλακίστατος, -η, -ον

ανόητος, ηλίθιος: βλὰξ ἄνθρωπος. βλὰξ ἵππος.

familyπαράγ. βλακικός, βλακώδης.

ΝΕ βλάκας.

[*βλᾱ- < *μλᾱ-, πβ. μαλ-ακός].

βλαστάνω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβλάστανον
Μέλλ. βλαστήσω
Αόρ. α΄ & β΄ ἐβλάστησα & ἔβλαστον
Παρακ. βεβλάστηκα
Υπερσ. ἐβεβλαστήκειν

για φυτά φυτρώνω, αυξάνω, αναπτύσσομαι.

[αβέβ. ετυμ.]

βλασφημέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβλασφήμουν
Μέλλ. βλασφημήσω
Αόρ. ἐβλασφήμησα
Παρακ. βεβλασφήμηκα

1. μιλώ με ασέβεια για τα ιερά και τα θεία: βλασφημῶ εἰς θεούς (hand εὐφημῶ).

2. κακολογώ κάποιον ή συκοφαντώ: βλασφημῶ κατά τινος = κατηγορώ κάποιον.

familyπαράγ. βλασφημία, βλάσφημος.

ΝΕ βλασφημώ (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. *βλάσ- + φημ-έω (παράγ. φήμη + παρ. επίθ. -έω)· το σ- του *βλασ- μένει ανερμήνευτο].

βλέπω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἔβλεπον
Μέλλ. βλέψομαι & μεταγεν. βλέψω
Αόρ. ἔβλεψα
Παρακ. βέβλεφα
Παθ. αόρ. ἐβλέφθην
Παθ. παρακ. βέβλεμμαι

κοιτάζω, στρέφω το βλέμμα μου σε κάτι.

familyπαράγ. βλέμμα, βλέψις, σύνθ. διαβλέπω, παραβλέπω.

ΝΕ το σημερινό βλέπω αντιστοιχεί όχι στο αρχαίο βλέπω αλλά στο ὁράω -ῶ.

[*γλεπ-, *βλεπ-, συγγεν. με αρχ. σλαβ. glipati «βλέπω»].

βλοσυρός, -ὰ & -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

ανδροπρεπής, θαρραλέος, γενναίος: ἔχει βλοσυρὰν ψυχήν.

ΝΕ βλοσυρός «πολύ σοβαρός, άγριος».

[αβέβ. ετυμ.].

βλώσκω ΡΗΜΑ

ρήμα αυστηρά ποιητικό

Παρατ. ἔβλωσκον
Μέλλ. μολοῦμαι
Αόρ. β΄ ἔμολον
Παρακ. μέμβλωκα

εύχρηστο στον αόρ. β΄ ἔμολον = ήλθα: μολὼν λαβέ = έλα να τα πάρεις!

family σύνθ. αὐτόμολος «που εγκατέλειψε το στρατό», ἡ αὐτομολία «εγκατάλειψη της στρατιωτικής τάξης».

[*μολ-, *βλω-, συγγεν. με σλαβ. iz-moliti «προκαλώ την εμφάνιση, αναγγέλλω»].

βοάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβόων
Μέλλ. βοήσομαι & μεταγεν. βοήσω
Αόρ. ἐβόησα
Παρακ. βεβόηκα

φωνάζω δυνατά, κραυγάζω.

familyπαράγ. βοητής.

[παράγ. λ. βοά / βοή (ίσως ηχοποίητη) + παρ. επίθ. -άω].

Βοηδρομιών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ο τρίτος μήνας του αττικού έτους, που αντιστοιχεί στο διάστημα από 15 Αυγούστου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. Το μήνα αυτόν τελούσαν τα Ελευσίνια Μυστήρια.

[παράγ. λ. βοηδρόμι-ος «που τρέχει σε ανταπόκριση μιας βοής (κραυγής), για να παράσχει βοήθεια» + παρ. επίθ. -ών].

βορά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

η τροφή των σαρκοφάγων κυρίως ζώων: ὁ λέων χαίρει ὅτι βορὰν ἕξει = το λιοντάρι χαίρεται, γιατί θα έχει τροφή.

[*βορ-, βι-βρώ-σκω «τρώω»].

Βορέας, -ου, ὁ & στην αττ. διάλ. Βορρᾶς, -ᾶ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κύριο όνομα βόρειος άνεμος, ο Bορράς, το βόρειο σημείο του ορίζοντα: πρὸς βορρᾶν τινος = προς τo Bορρά ενός τόπου. = ἡ ἄρκτος «ο Bορράς». νότος.

familyπαράγ. βόρειος.

ΝΕ Βορράς.

[*βορη-, πβ. σλαβ. gora = βουνό (για τον άνεμο που φυσά από τα βουνά), πβ. αρχ. ινδ. giri = αρχ. περσ. gairi «βουνό»].

βουκόλος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

βοσκός βοδιών (handαἰπόλος).

familyπαράγ. βουκολέω «βόσκω βόδια», μεταφορ. «κοιμίζω κάποιον, τον εξαπατώ», βουκολικός (λ.χ. βουκολική ποίησις).

[σύνθ. λ. handβοῦς + *kwol-os (handαἰπόλος)].

βούλευμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

απόφαση έπειτα από σκέψη ή σύσκεψη.

[παράγ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -μα].

βουλευτήριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αίθουσα συνεδριάσεων.

ΝΕ βουλευτήριο.

[παράγ. λ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -τήριον, πβ. βουλευ-τήρ = βουλευ-τής].

βουλευτής, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

στην Αθήνα μέλος της Βουλής των πεντακοσίων.

ΝΕ βουλευτής.

[παράγ. λ. βουλεύ-ω + παρ. επίθ. -τής].

βουλεύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβούλευον
Μέλλ. βουλεύσω
Αόρ. ἐβούλευσα
Παρακ. βεβούλευκα
Μέσ. μέλλ. βουλεύσομαι
Μέσ. αόρ. ἐβουλευσάμην
Παθ. αόρ. ἐβουλεύθην
Παθ. παρακ. βεβούλευμαι

1. αποφασίζω έπειτα από σκέψη ή σύσκεψη: ἐξῆν Ἀθηναίοις βουλεῦσαι περὶ Μυτιληναίων = οι Αθηναίοι είχαν δικαίωμα να αποφασίσουν για την τύχη των Μυτιληναίων.

2. είμαι μέλος της Βουλής: πέρυσιν ἔλαχον βουλεύειν = πέρσι κληρώθηκα βουλευτής.

3. μέση φωνή βουλεύομαι κρίνω, αποφασίζω (όπως στη σημ. 1): ἄριστα περὶ τῶν οἰκείων βουλεύονται = αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους με τον καλύτερο τρόπο.

familyπαράγ. βουλευτήριος, βουλευτικός, βουλευτής, βούλευμα, βούλευσις, σύνθ. ἐπιβουλεύω, συμβουλεύω.

[παράγ. λ. βουλ-ή + παρ. επίθ. -εύω].

βουλή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. θέληση: Διὸς βουλή. ἄλλαι μὲν βουλαὶ ἀνθρώπων, ἄλλα δὲ Θεὸς κελεύει = άλλα αποφασίζουν οι άνθρωποι και άλλα διατάζει ο Θεός.

2. γνώμη, συμβουλή: οὐ κοινὴ βουλὴ ἡμῖν = δεν έχουμε την ίδια γνώμη.

3. σύσκεψη.

4. συμβούλιο.

5. στην Αθήνα ἡ βουλή η Βουλή των πεντακοσίων.

family σύνθ. βουληφόρος.

[δωρ. βωλά, αιολ. βολλά < *βολνά, πβ. βούλομαι].

βούλησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

θέληση: κατὰ τὴν βούλησιν αὐτοῦ = σύμφωνα με τη θέλησή του.

ΝΕ βούληση.

[παράγ. λ. *βουλη- (πβ. βουλη-τός < βούλομαι) + παρ. επίθ. -σις].

βούλομαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἐβουλόμην & ἠβουλόμην
Μέλλ. βουλήσομαι
Αόρ. ἐβουλήθην & ἠβουλήθην
Παρακ. βεβούλημαι

θέλω: οὐ τοῦτο βούλονται. εἰ βούλει = αν θέλεις. = ἐπιθυμέω -ῶ τινος, hand ἐθέλω.

familyπαράγ. βούλησις, βουλητός, σύνθ. βουληφόρος.

[παράγ. λ. *βουλ- (βουλή) + παρ. επίθ. -ομαι].

βοῦς, βοός, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ταύρος ή αγελάδα.

familyπαράγ. βόειος, σύνθ. βουκόλος «που βόσκει αγελάδες», βούκεντρον, βουστροφηδόν.

ΝΕ βόδι και βόιδι (< βοΐδιον).

[βοῦ-ς < *βωῦ-ς < *gwōu-s, ομόρρ. με αρχ. ινδ. gaúh, λατ. bōs, bōvis].

βουστροφηδὸν & βουστρηδὸν ΕΠΙΡΡΗΜΑ

τρόπος γραφής που ξεκινούσε από αριστερά προς τα δεξιά και συνέχιζε αντίστροφα από τα δεξιά προς τα αριστερά, όπως κινούνται τα βόδια όταν οργώνουν.

[παράγ. λ. *βουστροφ- (βοῦς + στροφ- < στρέφω) + παρ. επίθ. -ηδόν, πβ. πρην-ηδόν].

βραβευτής, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κριτής, διαιτητής σε ένα διαγωνισμό. = βραβεύς.

familyπαράγ. ἡ βραβεία, τὸ βραβεῖον, βραβεύω «κρίνω κάτι».

ΝΕ βραβευτής «αυτός που βραβεύει».

[αβέβ. ετυμ., πβ. περσ. *mrava- «αυτός που κρίνει το δίκαιο» < αρχ. περσ. mrav(i) «μι- λώ» = αρχ. ινδ. bravīti].

βραδύς, -εῖα, -ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτ. βραδύτερος & βραδίων
Υπερθ. βραδύτατος & βράδιστος & βραδίστατος

1. αργός: βραδεῖς ἵπποι. ταχύς.

2. αργός στη σκέψη, βραδύνους: ἐπιλήσμων καὶ βραδύς = ξεχασιάρης και αργόστροφος. ἀγχίνους.

3. αυτός που αργεί, καθυστερεί: σκόπει, ὅπως μὴ βραδεῖς γένωνται = πρόσεχε να μην καθυστερήσουν (στην εκτέλεση της αποστολής τους).

familyπαράγ. βραδύτης, σύνθ. βραδύπους.

ΝΕ βραδύς (με τις σημ. 1, 2).

[αβέβ. ετυμ.].

βραχύς, -εῖα, - ὺ ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός βραχύτερος
Υπερθετικός βραχύτατος

μικρός, λίγος: ἐν βραχεῖ χρόνῳ = σε μικρό χρονικό διάστημα.

  • σε εκφράσεις διὰ βραχέων = με λίγες λέξεις. παρὰ βραχύ = παρά λίγο.

familyπαράγ. βραχύνω, βραχύτης, σύνθ. βραχύβιος, βραχυχρόνιος.

ΝΕ στη φρ. διά βραχέων «με λίγα λόγια, σύντομα».

[*βραχύ-ς, πβ. αρχ. περσ. merezu «βραχύς»].

βροτός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

λέξη ποιητική, κυρίως στον ενικό.

ο θνητός άνθρωπος, σε αντίθεση με τον αθάνατο θεό. = θνητός, ἄνθρωπος. ἀθάνατος, θεός.

  • γνωμικό βροτοῖς πέφυκε τὸν πεσόντα λακτίσαι = είναι στη φύση των ανθρώπων να δίνουν μια κλοτσιά σε όποιον ατυχήσει.

[βροτός, αιολ. τύπος αντί *βρατός· η βασική ΙΕ ρίζα είναι *mer- (λατ. morior «πεθαίνω», πβ. μόρ-σιμος «που έχει σχέση με το θάνατο»)].

βρῶμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

τροφή, φαγητό, κρέας: σῖτος ἀληλεσμένος καὶ τυρὸς καὶ εἴ τι ἄλλο βρῶμα = αλεσμένο σιτάρι και τυρί και όποια άλλη τροφή.

[*βρω- (βι-βρώ-σκω «τρώω») + παρ. επίθ. -μα].

βρῶσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. το φαγητό: ἡ βρῶσις καὶ ἡ πόσις = το φαγητό και το ποτό.

2. η σκουριά (που τρώει το σίδερο): μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει = μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη που τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά (είπε ο Χριστός).

familyπαράγ. βρώσιμος.

[*βρω- (βι-βρώ-σκω) + παρ. επίθ. -σις].

βύρσα, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

τομάρι, δορά, πετσί.

familyπαράγ. βυρσίνη, σύνθ. βυρσοδέψης, βυρσοπώλης.

[άγν. ετυμ., δάν., μη αττικό, καθώς στα αττικά δε γίνεται *βύρρα].

βωμολόχος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που περιμένει κοντά στους βωμούς για να του δώσουν ή για να κλέψει ένα κομμάτι κρέας μετά τη θυσία.

2. χυδαίος άνθρωπος, και ειδικότερα αυτός που λέει χυδαία αστεία.

familyπαράγ. βωμολοχέω.

ΝΕ βωμολόχος (με τη σημ. 2).

[σύνθ. *βωμο- (βωμός) + *λοχ- < *λοχάω -ῶ «ενεδρεύω»].