Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Α, Β, Γ Γυμνασίου)
Εισαγωγικά Β Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

Α

A, α, ἄλφα, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.
  • ως αριθμητικό σύμβολο α´ =1, αλλά ͵α = 1.000.
  • στη σύνθεση εμφανίζεται ως:
    • ἀ-/ἀν- στερητικό (ΙΕ προέλευσης): εκφράζει έλλειψη, στέρηση ή απουσία, π.χ. σοφός - ἄσοφος (= αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη σοφίας)· πριν από φωνήεν, το στερητικό ἀ- εμφανίζεται ως ἀν-, π.χ. ἀνέστιος (= αυτός που δεν έχει εστία).
    • ἁ-/ἁμ- αθροιστικό (ΙΕ προέλευσης). Πιο ορθά ἁ- (με δασεία), π.χ. ἁπλοῦς, ἁθρόος. Συχνά όμως ἀ- (με ψιλή), λόγω ανομοίωσης προς δασέα σύμφωνα που ακολουθούν, π.χ. ἄλοχος (= σύζυγος).
    • ἀ- προθετικό (ΙΕ προέλευσης): εμφανίζεται στην αρχή της λέξης (όπου σε ομόρριζους τύπους άλλων ΙΕ γλωσσών μπορεί να μην υπάρχει: ἀνήρ - αρχ. ιταλ. ner-, ἀστήρ - λατ. stella).

[αρχ. φοινικικό alef «βόδι» > ἄλφα· το στερητικό ἀ- ή ἀν- προέρχεται από το ΙΕ στερητικό μόριο *nο-, πβ. λατ. amicus «φίλος» αλλά in-imicus «εχθρός»].

ἄβαξ, -ακος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

πλάκα, σανίδα (τη χρησιμοποιούσαν για την καταμέτρηση των ψήφων): τὰς ψήφους διαριθμῶ ἐπὶ τοῦ ἄβακος = καταμετρώ τις ψήφους πάνω στην υπολογιστική πλάκα.

familyπαράγ. ἀβάκιον.

ΝΕ άβακας.

[αβέβ. ετυμ., πιθ. δάν.].

Ἀβδηρίτης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

άνδρας κατάγομενος από τα Άβδηρα, που ήταν πόλη της Θράκης.
  • ως Ἀβδηρίτας οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν παροιμιωδώς τους ηλίθιους.

[παράγ. λ. Ἄβδηρα + παρ. επίθ. -ίτης].

ἀβέβαιος, -ος, - ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀβεβαιότερος
Υπερθετικός ἀβεβαιότατος

αναξιόπιστος, ασταθής, άστατος: ἀβέβαιός ἐστιν ὁ πλοῦτος = ο πλούτος είναι αναξιόπιστο πράγμα. = ἄπιστος, ἐπισφαλής. ἀξιόπιστος, πιστός.

ΝΕ αβέβαιος «όχι ασφαλής» (μέλλον αβέβαιο).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βέβαιος].

ἀβέλτερος, -ος, - ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀβελτερώτερος
Υπερθετικός ἀβελτερώτατος

ηλίθιος: ἀβέλτερος φαίνεται = φαίνεται ηλίθιος. = εὐήθης, ἄνους. δεινός «έξυπνος».

family παράγ. ἀβελτερία, -ας, ἡ «ηλιθιότητα».

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βέλτ-ερος (πβ. βελτ-ίων)].

ἀβίωτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός τον οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει, ανυπόφορος: ἀβίωτον πεποίηκέν μοι τὸν βίον = μου έχει κάνει τη ζωή ανυπόφορη. βιωτός.

ΝΕ αβίωτος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βιωτός (< βιόω + παρ. επίθ. -τός)].

ἄβουλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀβουλότερος
Υπερθετικός ἀβουλότατος

απερίσκεπτος: ἀνὴρ ἄβουλος = απερίσκεπτος άντρας. = ἀπερίσκεπτος. εὔβουλος, φρόνιμος.

familyπαράγ. ἀβουλία, -ας, ἡ «απερισκεψία».

ΝΕ άβουλος (που του λείπει η θέληση).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + βούλ-ομαι].

ἁβρύνω ΡΗΜΑ

1. κάνω κάποιον λεπτό στους τρόπους ή μεταχειρίζομαι κάποιον με λεπτότητα.

2. μέση φωνή ἁβρύνομαι καυχιέμαι: ἵπποις ἡϐρύνετο = καυχιόταν για τα άλογά του. = ἀγάλλομαι, μέγα φρονῶ ἐπί τινι.

familyπαράγ. ἁβρυντικός, σύνθ. ἐναβρύνομαι.

[παράγ. λ. ἁβρός + παρ. επίθ. -ύνω].

ἀγαθός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀμείνων, ἀρείων / βελτίων / κρείττων / λῴων
Υπερθετικός ἄριστος / βέλτιστος / κράτιστος / λῷστος

Α. για πρόσωπα

1. ο υψηλής καταγωγής: δεσπότης ἀγαθὸς καὶ ἐξ ἀγαθῶν = άρχοντας υψηλής καταγωγής και προερχόμενος από άτομα υψηλής καταγωγής. = γενναῖος, εὐγενής. ἀγεννής, φαῦλος.

2. μέλος της πολιτικής μερίδας των αριστοκρατών (ιδιαίτερα στη φρ. καλοὶ κἀγαθοί). hand βέλτιστος, κράτιστος.

3. γενναίος (καθώς η ανδρεία αποδιδόταν σε άτομα υψηλής καταγωγής). = ἀνδρεῖος. δειλός.

4. ικανός: ἀγαθὸς πύκτης = ικανός πυγμάχος. φαῦλος «ανίκανος, κακός».

5. με ηθική σημ. καλός, ενάρετος: τὸν κακὸν ἄνδρα ἀγαθὸν ποιῶ = κάνω τον κακό άνθρωπο καλό.

6. ὦ ᾿γαθὲ καλέ μου φίλε (χρησιμοποιείται ως μορφή ήπιας συμϐουλής ή ήπιας επίπληξης): μήπω, ὦ ᾿γαθέ, ἐκεῖσε ἴωμεν = ας μην πάμε ακόμη προς τα εκεί, καλέ μου φίλε.

Β. για πράγματα

1. χρήσιμος: οἶδά τι πυρετοῦ ἀγαθόν = γνωρίζω κάτι χρήσιμο για τον πυρετό.

2. ηθικά καλός: ἔργα ἀγαθά = καλά έργα. = σπουδαῖος «ηθικά καλός». πονηρός.

3. ως ουσιαστικό για πρόσωπα ή πράγματα τὸ ἀγαθὸν καλό πράγμα, ευλογία, ευεργεσία, αγαθό: ὦ μέγα ἀγαθὸν σὺ τοῖς φίλοις, Κῦρε = εσύ, μεγάλη ευλογία για τους φίλους, Κύρε.

  • ἐπ' ἀγαθῷ τινος για το καλό κάποιου: ἐπ' ἀγαθῷ τῆς Πελοποννήσου ποιῶ τι = κάνω κάτι για το καλό της Πελοποννήσου.
  • στον πληθ. τὰ ἀγαθά αγαθά, τα καλά της τύχης, θησαυροί, πλούτη.

familyπαράγ. ἀγαθωσύνη, ἀγαθότης, Ἀγάθων, σύνθ. ἀγαθοεργός, ἀγαθοποιός.

ΝΕ αγαθός (με τη σημ. Α5, λ.χ. αγαθή ψυχή).

[αβέβ. ετυμ.].

ἀγάλλω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤγαλλον
Μέλλ. ἀγαλῶ
Αόρ. ἤγηλα
Παθ. ενεστ. ἀγάλλομαι
Παθ. παρατ. ἠγαλλόμην

1. εξυμνώ, τιμώ: τοὺς θεοὺς ἀγάλλω = εξυμνώ τους θεούς. = τιμάω.

2. μέση φωνή ἀγάλλομαι χαίρομαι, καυχιέμαι: εὐτυχίαις ἠγάλλεσθε = καυχόσασταν για την ευτυχισμένη ζωή σας. = μέγα φρονῶ ἐπί τινι

familyπαράγ. ἄγαλμα, σύνθ. ἐπαγάλλω.

ΝΕ αγάλλομαι (σε ποιητικό λόγο) «χαίρομαι» (με τη σημ. 2).

[αβέβ. ετυμ., *ἀγάλ-jομαι, πβ. ἄγαλ-μα].

ἄγαμαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠγάμην
Μέλλ. ἀγάσομαι & με μέση σημ. ἀγασθήσομαι
Αόρ. ἠγασάμην & με μέση σημ. ἠγάσθην

1. θαυμάζω: ἄγαμαί τινα τῆς ἀνδρείας = θαυμάζω κάποιον για τη γενναιότητά του. = ζηλόω.

2. εκπλήσσομαι: ἠγάσθην αὐτοῦ εἰπόντος ταῦτα = έμεινα έκπληκτος που είπε αυτά τα πράγματα. = θαυμάζω.

3. ευχαριστιέμαι: ἄγαμαι τοῖς ἔργοις τινός = ευχαριστιέμαι με τα έργα κάποιου. = ἥδομαι, χαίρω.

familyπαράγ. ἀγαστός, ἄγασμα, σύνθ. ὑπεράγαμαι.

ΝΕ λόγ. επίθετο αγαστός «θαυμαστός».

[αβέβ. ετυμ., πβ. ἄγαν].

ἄγαν ΕΠΙΡΡΗΜΑ

πάρα πολύ: ἄγαν κοῦφος = πάρα πολύ ελαφρός. ἡ ἄγαν ἐλευθερία = η υπερϐολική ελευθερία. = λίαν, σφόδρα. ἐλάχιστα, ἥκιστα.
  • έκφραση μηδὲν ἄγαν τίποτε (να μην κάνεις) σε υπερβολικό βαθμό (παροιμιώδης φράση, την οποία ο Αριστοτέλης αποδίδει στο Χίλωνα τον Λακεδαιμόνιο, έναν από τους επτά σοφούς της αρχαίας Ελλάδας).

[αρχικά αιτιατ. ἄγαν του ουσ. *ἄγᾱ = ἄγη, ἡ «σεβασμός, θαυμασμός», πβ. δωρεάν].

ἀγανακτέω -ῶ ΡΗΜΑ

1. δυσαρεστούμαι: ἀγανακτεῖ τοῖς σκώμμασι = δυσαρεστείται με τα αστεία. = δυσχεραίνω ἐπί τινι. ἥδομαι, ἀγάλλομαι, τέρπομαι, εὐφραίνομαι.

2. αγανακτώ: ταῦτ' ἀγανακτοῦσιν, ὅτι ἐγὼ τῷ πατρὶ φόνου ἐπεξέρχομαι = γι' αυτόν το λόγο αγανακτούν, διότι εγώ ασκώ δίωξη κατά του πατέρα μου για φόνο. = ἄχθομαί τινι

familyπαράγ. ἀγανάκτησις.

ΝΕ αγανακτώ (σημ. 2).

[αβέβ. ετυμ., ίσως σύνθ. λ. * ἀγανέκτης «που έχει τραβήξει πολλά» (< ἄγαν + ἔχω) > *ἀγανάκτης (αφομοίωση α-έ > α-ά)].

ἀγαπάω -ῶ ΡΗΜΑ

1. αγαπώ: οἱ πατέρες τοὺς αὑτῶν παῖδας ἀγαπῶσιν = οι πατέρες αγαπούν τα παιδιά τους. = φιλέω «αγαπώ». μισέω.

2. είμαι ικανοποιημένος: ἀγαπήσω, εἰ τὸ σῶμα σώσω = θα είμαι ικανοποιημένος, αν σώσω τον εαυτό μου. οὐκ ἀγαπῶ τοῖς ὑπάρχουσιν ἀγαθοῖς = δεν είμαι ικανοποιημένος με τα πλούτη που έχω. = ἀρκεῖ μοι...

familyπαράγ. ἀγαπητός, ἀγαπητικός, ἀγάπησις, σύνθ. ὑπεραγαπάω.

ΝΕ αγαπώ (σημ. 1).

[αβέβ. ετυμ., εφόσον η συνήθης σύνδεση με το ἄγαν δεν ικανοποιεί και δε δικαιολογεί το -π].

ἄγγαρος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

Πέρσης έφιππος ταχυδρόμος (που μετέφερε παραγγέλματα ή μηνύματα του βασιλιά).

ΝΕ το ομόρριζο η αγγαρεία.

[δάν. από την αρχ. περσική].

ἀγγέλλω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤγγελλον
Μέλλ. ἀγγελῶ
Αόρ. ἤγγειλα
Παρακ. ἤγγελκα
Μέσ. αόρ. ἠγγειλάμην
Παθ. μέλλ. ἀγγελθήσομαι
Παθ. παρακ. ἤγγελμαι
Παθ. υπερσ. ἠγγέλμην

αγγέλλω, αναγγέλλω. = καταγγέλλω «αγγέλλω».

familyπαράγ. ἄγγελμα, σύνθ. ἐξαγγέλλω, καταγγέλλω, προαγγέλλω, ἐπαγγέλλομαί τι.

ΝΕ αγγέλλω.

[παράγ. λ. ἄγγελ-ος + παρ. επίθ. - (*ἀγγέλ-jω > ἀγγέλλω)].

ἄγγελος, -ου, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αγγελιοφόρος, απεσταλμένος.

familyπαράγ. ἀγγελία, ἀγγελικός, ἀγγέλλω, σύνθ. εὐάγγελος, εὐαγγελίζομαι.

ΝΕ άγγελος (με άλλη σημ., πτερωτό ον κτλ.).

[αβέβ. ετυμ., πιθανό δάν. από γλώσσα της Ανατολής].

ἄγε, ἄγετε ΡΗΜΑ

προστακτικές του ἄγω που χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα εμπρός!, έλα!: «Ἄγε τοίνυν», ἔφη ὁ Κῦρος, «σκοπῶμεν νῦν τὰ ἐμοὶ πεπραγμένα πάντα» = «εμπρός λοιπόν» είπε ο Κύρος «ας εξετάσουμε τώρα όλα τα κατορθώματά μου». = φέρε «εμπρός».

ἀγείρω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤγειρον
Μέλλ. ἀγερῶ
Αόρ. αʹ ἤγειρα
Μέσ. αόρ. αʹ ἠγειράμην
Παθ. αόρ. αʹ ἠγέρθην
Παθ. παρακ. ἀγήγερμαι

συγκεντρώνω: τὸν στόλον ἀγείρω = συγκεντρώνω το στόλο. = συνάγω. διασκεδάννυμι «διασκορπίζω».

familyπαράγ. ἀγορά, σύνθ. συναγείρω, πανήγυρις.

[πιθ. σύνθ. λ. αθρ. ἀ- + *γερ- (πβ. ἄγρα, ἀγρέω) > *ἀγέρ-j-ω > ἀγείρω].

ἀγενής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀγενέστερος
Υπερθετικός ἀγενέστατος

1. αγέννητος, αδημιούργητος (δηλ. άναρχος): γέγονεν ἢ ἀγενές ἐστιν; = (το σύμπαν) έχει δημιουργηθεί ή είναι αδημιούργητο;

2. άτεκνος.

3. ποταπός, χαμερπής.

ΝΕ αγενής «που του λείπουν οι καλοί τρόποι».

[παράγ. λ. στερ. ἀ- + γέν-ος < γίγνομαι].

ἀγεννής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀγεννέστερος
Υπερθετικός ἀγεννέστατος

1. αυτός που έχει ταπεινή, άσημη καταγωγή: οἱ ἀγεννεῖς πλείους τὸν ἀριθμόν εἰσι τῶν γενναίων = οι ταπεινής καταγωγής άνθρωποι είναι περισσότεροι στον αριθμό από τους υψηλής καταγωγής. γενναῖος «ο υψηλής καταγωγής», ἀγαθός.

2. για πράγματα άθλιος, αχρείος: βωμολοχεύματ' ἀγεννῆ = άθλιες βωμολοχίες.

familyπαράγ. ἀγέννεια, ἀγεννησία, ἀγέννητος.

[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + γέννα, «ευγενής καταγωγή», ρ. γεννάω].

ἄγημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

τμήμα στρατεύματος.

ΝΕ άγημα.

[δωρ. ἄγημα = ἥγημα < ἡγέομαι].

ἀγήρατος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αγέραστος: ἡ ταῖς ψυχαῖς ῥώμη τῶν ἀγαθῶν ἀνδρῶν ἀγήρατός ἐστι = η ψυχική δύναμη των ενάρετων ανδρών είναι αγέραστη.

ΝΕ αγέραστος.

[παράγ. λ. στερ. ἀ- + *γηρα-τός (< γηράσκω + παρ. επίθ. –τος)].

ἅγιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἁγιώτερος
Υπερθετικός ἁγιώτατος

1. για πράγματα αφιερωμένος στους θεούς, ιερός, άγιος: ἐν μέσῳ ἱερὸν ἅγιον ἦν = στο μέσο υπήρχε άγιο ιερό.

2. για πρόσωπα άγιος, αγνός: ὑμᾶς πάντες πρότερον ἁγίους ἐνόμιζον = προηγουμένως όλοι σας θεωρούσαν αγνούς.

familyπαράγ. ἁγιότης, ἁγιάζω, ἁγιωσύνη, σύνθ. ἁγιοφόρος, ἁγιογράφος.

ΝΕ άγιος (και με τις δύο σημ.).

[*jαγ- (πβ. ἄγ-ος, ἁγ-νός), πβ. αρχ. ινδ. yájati «τιμώ με προσευχές ή θυσίες»· η ψιλή στο ἄγος αντί *ἅγος επικράτησε για να μη συμπέσει με τις ιερές λέξεις ἅγιος, ἁγνός].

ἀγνοέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠγνόουν
Μέλλ. ἀγνοήσω
Αόρ. ἠγνόησα
Παρακ. ἠγνόηκα
Μέσ. μέλλ. με παθ. σημ. ἀγνοήσομαι «θα αγνοηθώ»
Παθ. μέλλ. ἀγνοηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠγνοήθην
Μέσ. παρακ. ἠγνόημαι

αγνοώ: ἀγνοεῖ πάντα καὶ οὐδὲν οἶδεν = αγνοεί τα πάντα και δε γνωρίζει τίποτε. = οὐ γιγνώσκω, οὐκ οἶδα. οἶδα, γιγνώσκω, ἐπίσταμαι.

familyπαράγ. ἄγνοια.

ΝΕ αγνοώ.

[παράγ. λ. στερ. ἀ - + γνο- (*γνω- του γι-γνώ-σκω) + παρ. επίθ. -έ-ω].

ἄγνυμι ΡΗΜΑ

ρήμα του ποιητικού λόγου. Στον πεζό λόγο χρησιμοποιείται το σύνθετο hand κατάγνυμι.

Μέλλ. ἄξω
Αόρ. ἔαξα
Παρακ. με παθ. σημ. ἔαγα «έχω θραυσθεί»
Παθ. αόρ. ἐάγην

σπάζω, συντρίβω.

[*Fαγ-, συγγεν. με τοχαρι. wâk- «σκάζω» ].

ἀγορά, -ᾶς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η συνέλευση του λαού ή ο τόπος της συνέλευσης αυτής.

2. ο τόπος αγοραπωλησιών, αγορά, ή τα ίδια τα προϊόντα που πουλιούνται στην αγορά: οὐ δέχομαί τινα ἀγορᾷ οὐδ' ἄστει = δεν επιτρέπω την είσοδο σε κάποιον, ούτε στην αγορά ούτε στην πόλη.

3. ως ένδειξη χρόνου ἀγορὰ πλήθουσα το χρονικό διάστημα από τις δέκα το πρωί έως τις δώδεκα το μεσημέρι, όταν η ἀγορά (σημ. 2) ήταν γεμάτη με κόσμο: πρῴ τε γὰρ εἰς τοὺς περιπάτους καὶ τὰ γυμνάσια ᾔει καὶ πληθούσης ἀγορᾶς ἐκεῖ φανερὸς ἦν = και διότι το πρωί πήγαινε στους χώρους των περιπάτων και στα γυμναστήρια και κατά το μεσημέρι παρουσιαζόταν εκεί.

  • έκφραση ἀγορᾶς διάλυσις το χρονικό διάστημα μετά την αποχώρηση του κόσμου από την ἀγοράν (σημ. 2), το απόγευμα.

familyπαράγ. ἀγοραῖος, ἀγοράζω, σύνθ. ἀγορανόμος, ἀγορανομία.

ΝΕ αγορά (σημ. 2).

[*ἀγορ- (< *ἀγερ-, πβ. ἀγείρω «συγκεντρώνω» < *ἀγέρ-jω) + παρ. επίθ. -ά. Πβ. αιολ. ἄγυρις «συγκέντρωση», απ' όπου σύνθ. ὁμ-ήγυρις, παν-ήγυρις].

ἀγοράζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠγόραζον
Μέλλ. ἀγοράσω
Αόρ. ἠγόρασα
Παρακ. ἠγόρακα
Μέσ. αόρ. ἠγορασάμην
Παθ. αόρ. ἠγοράσθην
Παθ. παρακ. ἠγόρασμαι

1. συχνάζω στην ἀγοράν (σημ. 2).

2. συγκεντρώνομαι στην ἀγοράν (σημ. 2): ἐσελθόντες ἐς τὴν πόλιν ἠγόραζον = αφού εισήλθαν στην πόλη, συγκεντρώθηκαν στην αγορά.

3. αγοράζω: ἐκ τῆς πόλεως ἠγόραζον τὰ ἐπιτήδεια = αγόραζαν τις προμήθειες από την πόλη. = ὠνέομαι «αγοράζω». πωλέω.

  • μέση φωνή ἀγοράζομαι: αγοράζω για τον εαυτό μου: εἶπε τὰ ἐπιτήδεια ἀγοράζεσθαι καὶ συσκευάζεσθαι = είπε να αγοράσουν για τον εαυτό τους τις προμήθειες και να τις συσκευάσουν.

familyπαράγ. ἀγοραστής, ἀγοραστικός, σύνθ. ἀγορανόμος, ἀγορανομέω.

ΝΕ αγοράζω (με τη σημ. 3).

[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -άζω < *-άδjω].

ἀγοραῖος, -αῖος, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. εκείνος που συχνάζει στην ἀγοράν (σημ. 2): ὁ ἀγοραῖος ὄχλος = ο κόσμος που συχνάζει στην αγορά.

  • οἱ ἀγοραῖοι οι κοινοί θνητοί, ο όχλος: τὰ συμπόσια τῶν ἀγοραίων.

2. για πράγματα συνηθισμένος, κοινός, χυδαίος: σκώμματα ἀγοραῖα.

ΝΕ αγοραίος «χυδαίος».

[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -αῖος].

ἀγορεύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠγόρευον
Μέλλ. (σύνθ.) -αγορεύσω & -ερῶ
Αόρ. (σύνθ.) -ηγόρευσα & -εῖπον
Παρακ. (σύνθ.) -είρηκα
Υπερσ. (σύνθ.) -ειρήκειν
Μέσ. μέλλ. (σύνθ.) -αγορεύσομαι
Παθ. μέλλ. (σύνθ.) -ρηθήσομαι
Παθ. αόρ. (σύνθ.) -ηγορεύθην & -ερρήθην
Παθ. παρακ. (σύνθ.) -είρημαι
Παθ. υπερσ. (σύνθ.) -ειρήμην

μιλώ στην ἀγοράν (σημ. 1): τίς ἀγορεύειν βούλεται; = ποιος θέλει να απευθυνθεί στη συνέλευση; (ερώτηση την οποία υπέϐαλλε ο κήρυκας στα μέλη της εκκλησίας του δήμου των Αθηναίων). = δημηγορέω, ῥητορεύω.

familyπαράγ. ἀγόρευσις, σύνθ. ἀναγορεύω, ἀπαγορεύω.

ΝΕ αγορεύω (κυρίως στη βουλή και το δικαστήριο).

[παράγ. λ. ἀγορά + παρ. επίθ. -εύω].

ἄγρα, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κυνήγι, καταδίωξη: ἐς ἄγρας ἔρχομαι = πηγαίνω στα κυνήγια. ἄγρα ἀνθρώπων = καταδίωξη ανθρώπων. = κυνηγέσιον, θήρα.

familyπαράγ. ἀγραῖος.

ΝΕ άγρα (λ.χ. άγρα ψήφων).

[*ἀγ- (ἄγω), πβ. ἀγρέω «συλλαμβάνω»].

ἀγρεύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤγρευον
Μέλλ. ἀγρεύσω
Αόρ. ἤγρευσα
Παθ. αόρ. ἠγρεύθην

πιάνω στο κυνήγι ή στο ψάρεμα, αρπάζω: ἀγρεύω τῷ ἀμφιϐλήστρῳ ἰχθῦς = πιάνω ψάρια με το δίχτυ.

[παράγ. λ. ἄγρα + παρ. επίθ. -εύω].

ἄγριος, -ία & -ιος, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀγριώτερος
Υπερθετικός ἀγριώτατος

1. αυτός που ζει στους αγρούς. ἥμερος (για ζώα).

2. με ηθική σημ. άγριος, άξεστος. = ἀπαίδευτος.

familyπαράγ. ἀγριότης, ἀγριόω, ἀγρίως, ἀγριαίνω, σύνθ. ἀγριέλαιος, ἀγριόφωνος.

ΝΕ άγριος (με όλες τις σημ).

[*ἀγ- (ἄγω) + παρ. επίθ. -ρ-ιος].

ἄγροικος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που κατοικεί στους αγρούς, στην πεδιάδα: ἄγροικα ζῷα = ζώα των αγρών. ὄρεια ζῷα = ζώα του βουνού.

2. ο άνθρωπος της υπαίθρου, ο χωρικός.

3. ο χωριάτης, ο άξεστος: ἄγροικός ἐστιν = είναι χωριάτης. ἀστεῖος «άνθρωπος του άστεως, της πόλης».

familyπαράγ. ἀγροικίζομαι, ἀγροικία «χωριατοσύνη».

ΝΕ αγροίκος (με μετάθεση του τόνου και σημ. 3).

[σύνθ. λ. ἀγρός + οἰκέω].

ἀγρός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ως επί το πλείστον στον πληθυντικό ἀγροί χωράφια. = κτήματα.

2. η ύπαιθρος (σε αντιδιαστολή προς τα ἄστυ, πόλις, κώμη): κατ' ἀγροὺς τῆς χώρας γίγνεταί τι = συμϐαίνει κάτι στην ύπαιθρο της χώρας.

familyπαράγ. ἀγρότης, ἀγροτικός, σύνθ. ἀγροκόμος, ἀγρονόμος.

ΝΕ αγρός (σημ. 1).

[*ἀγ- (ἄγω) + παρ. επίθ. -ρός].

ἄγχι ΕΠΙΡΡΗΜΑ

λέξη αυστηρά ποιητική, που όμως απαντά σε σύνθετες λέξεις του πεζού λόγου ως πρώτο συνθετικό, λ.χ. ἀγχέμαχος «αυτός που μάχεται από κοντά» κτλ.

Συγκριτικός ἆσσον & ἄσσον
Υπερθετικός ἄγχιστα

κοντά. = ἐγγύς, πλησίον, πέλας. μακράν, πόρρω.

familyπαράγ. ἀγχιστεία, σύνθ. ἀγχέμαχος, ἀγχίνους, ἀγχίνοια.

[*ἀνχ- (ἄγχω), handἄγχω].

ἀγχιστεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. στενή συγγένεια: ὑπάρχει μοι ἀγχιστεία πρός τινα = έχω στενή συγγένεα με κάποιον. = συγγένεια.

2. κληρονομικά δικαιώματα.

ΝΕ αγχιστεία (με την αντίθετη σημ.: «μη εξ αίματος συγγένεια, επιγαμία»).

[παράγ. λ. ἀγχιστής «στενός συγγενής» + παρ. επίθ. -εία].

ἄγχω ΡΗΜΑ

στραγγαλίζω, απαγχονίζω: τὸν Κέρβερον ἄγχω. = πνίγω, ἀπάγχω

familyπαράγ. ἀγχόνη, σύνθ. ἀπάγχω.

ΝΕ πβ. άγχος, αγχόνη.

[*ἀνχ- (ἄγχι), πβ. λατ. angō].

ἄγω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἦγον
Μέλλ. ἄξω
Αόρ. α´ ἦξα
Αόρ. β´ ἤγαγον
Παρακ. ἀγήοχα & ἦχα
Υπερσ. ἀγηόχειν
Μέσ. μέλλ. με παθ. σημ. ἄξομαι
Παθ. μέλλ. ἀχθήσομαι
Μέσ. αόρ. β´ ἠγαγόμην
Παθ. αόρ.α´ ἤχθην
Παθ. παρακ. ἦγμαι

1. οδηγώ, μεταφέρω: ἄγω στρατιάν = οδηγώ το στράτευμα. = φέρω.

2. αμετάβ. προελαύνω, πηγαίνω: θᾶσσον ὁ Νικίας ἦγε = ο Νικίας προήλαυνε γρηγορότερα. ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις = ας πάμε στις κοντινές κωμοπόλεις.

3. διευθύνω: ἄγω τὴν πολιτείαν = διευθύνω τα δημόσια πράγματα. = διοικέω, διατίθημι.

4. ανατρέφω, εκπαιδεύω: οἱ κακῶς ἀχθέντες = οι κακώς εκπαιδευμένοι.

5. γιορτάζω: Ἀπατούρια ἄγουσιν = γιορτάζουν τα Απατούρια.

6. θεωρώ: τιμιώτερόν τινα ἄγω = θεωρώ κάποιον πιο αξιότιμο.

7. σε εκφράσεις α. εἰρήνην ἄγω πρός τινα έχω ειρηνικές σχέσεις με κάποιον. β. ἡσυχίαν / σχολὴν ἄγω ησυχάζω, έχω ελεύθερο χρόνο.

familyπαράγ. ἀγωγή, ἀγωγός, ἄγημα, ἀγώγιμος, ἀγέλη, ἀκτίς, σύνθ. ἀνάγω, κατάγομαι, παράγω, ἐξάγω.

ΝΕ άγω στη λόγ. φρ. άγομαι και φέρομαι «κατευθύνομαι από άλλους».

[*ἀγ-, ομόρρ. με αρχ. ινδ. ájati, λατ. agō].

ἀγωγή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. μεταφορά: πρὸς τὰς ἀγωγὰς χρῶμαι ὑποζυγίοις = για τις μεταφορές χρησιμοποιώ υποζύγια.

2. καθοδήγηση: ἡ ἀγωγὴ τοῦ νόμου = η καθοδήγηση από το νόμο.

3. εκπαίδευση, αγωγή: ἐκ νέων ἀγωγῆς ὀρθῆς τυγχάνω = λαμβάνω ορθή αγωγή από τη νεανική μου ηλικία.

familyσύνθ. συναγωγή, διαγωγή, καταγωγή, ἀπαγωγή.

ΝΕ αγωγή (με σημ. 3).

[παράγ. λ. *ἀγ-αγ- (πβ. ἤγαγ-ον, ἀγαγ-εῖν < ἄγω), *ἀγ-ωγ- + παρ. επίθ. -ή, για τον αναδιπλασιασμό handἐδωδή].

ἀγών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. συγκέντρωση (κυρίως η συγκέντρωση των Ελλήνων κατά τους πανελλήνιους αγώνες): ποιῶ τὸν Ὀλυμπικὸν ἀγῶνα, ἵνα τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας ξυναγείρω = κάνω τη συγκέντρωση στην Ολυμπία, για να μαζέψω όλους τους Έλληνες.

2. διαγωνισμός (για τη λήψη βραβείου στους ἀγῶνας, σημ. 1): ἀγὼν γυμνικός, μουσικός = αθλητικός, μουσικός διαγωνισμός. ἀγὼν στεφανηφόρος / στεφανίτης = διαγωνισμός στον οποίο το βραβείο ήταν στεφάνι. ἀγῶνα καθίστημι = καθιερώνω διαγωνισμό. = ἅμιλλα.

3. μάχη, αγώνας: ὁ Φίλιππος, πρὸς ὃν ἦν ἡμῖν ὁ ἀγών = ο Φίλιππος, εναντίον του οποίου ήταν ο αγώνας μας.

4. δίκη, δικαστικός αγώνας: εἰς ἀγῶνα καθίστημι ἀνθρώπους = οδηγώ ανθρώπους σε δίκη.

5. ψυχική ταλαιπωρία: πολὺν τὸν ἀγῶνα ἔχω = έχω μεγάλη ψυχική ταλαιπωρία.

familyπαράγ. ἀγωνία, ἀγωνίζομαι, ἀγωνιστής, ἀγώνισμα, σύνθ. ἀγωνοθέτης, ἀγωνοδίκης.

ΝΕ αγώνας (με τις σημ. 2, 3).

[παράγ. λ. ἄγω + παρ. επίθ. -ών].

ἀγωνία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. διαγωνισμός: δημοτικὴ ἀγωνία = διαγωνισμός του δήμου. = ἀγών.

2. γυμναστική άσκηση: μουσικὴν καὶ ἀγωνίαν παιδεύω τινά = εκπαιδεύω κάποιον στη μουσική και στις γυμναστικές ασκήσεις.

3. αγωνία: ἐν φόβῳ καὶ πολλῇ ἀγωνίᾳ εἰμί = βρίσκομαι σε φόβο και μεγάλη αγωνία.

familyπαράγ. ἀγωνιάω.

ΝΕ αγωνία (σημ. 3 ως επακόλουθο του ανταγωνισμού στους αθλητικούς αγώνες).

[παράγ. λ. ἀγών + παρ. επίθ. -ία].

ἀγωνιάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠγωνίων
Μέλλ. ἀγωνιάσω
Αόρ. ἠγωνίασα
Παρακ. ἠγωνίακα

1. συναγωνίζομαι: πρὸς ἀλλήλους ἀγωνιῶσιν = συναγωνίζονται μεταξύ τους. = ἀγωνίζομαι, ἁμιλλάομαι.

2. αγωνιώ: ἐδόκει μοι ὁ Πρωταγόρας ἀγωνιᾶν = μου φαινόταν ότι ο Πρωταγόρας αγωνιούσε. = ἀνιῶμαι. ἡσυχάζω.

[παράγ. λ. ἀγωνία + παρ. επίθ. -άω].

ἀγωνίζομαι ΡΗΜΑ

Μέλλ. με παθ. σημ. με τη σημ. 4 ἀγωνιοῦμαι «θα κριθώ»
Παθ. μέλλ. ἀγωνισθήσομαι
Αόρ. ἠγωνισάμην
Παθ. αόρ. ἠγωνίσθην
Παρακ. ἠγώνισμαι

1. διαγωνίζομαι (για τη λήψη βραβείου): Ὀλυμπίασιν ἀγωνίζομαι = διαγωνίζομαι στην Ολυμπία. = ἁμιλλάομαι.

2. μάχομαι, πολεμώ: περὶ τῶν ἁπάντων ἀγωνίζομαι = μάχομαι για τα πάντα. = μάχομαί τινι.

3. ως όρος δικανικός αντιδικώ, εμπλέκομαι σε δίκη: πάνυ ἔμπειρος τοῦ ἀγωνίζεσθαι = πολύ έμπειρος στο να συμμετέχει σε δίκες.

4. στην παθ. φωνή ἀγωνίζομαι κρίνομαι.

familyπαράγ. ἀγώνισμα, ἀγώνισις, ἀγωνιστής, σύνθ. ἀνταγωνίζομαι, συναγωνίζομαι, διαγωνίζομαι.

ΝΕ αγωνίζομαι (με τις σημ. 1, 2).

[παράγ. λ. ἀγών + παρ. επίθ. -ίζομαι].

ἀγώνισμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. κατόρθωμα: Ἄγιδος τὸ ἀγώνισμα τοῦτο ἐγένετο = το κατόρθωμα αυτό υπήρξε του Άγιδος.

2. εκείνο με το οποίο κάποιος συμμετέχει σε διαγωνισμό, δημηγορία: κτῆμα ἐς αἰεὶ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται = (το έργο) έχει συντεθεί πιο πολύ ως παντοτινό μελέτημα, παρά σαν πρόσκαιρη δημηγορία για να την ακούουν κάποιοι.

ΝΕ αγώνισμα (είδος αθλήματος).

[παράγ. λ. *ἀγωνισ- (< ἀγωνίζομαι) + παρ. επίθ. -μα].

ἀδαής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που δε γνωρίζει: ἀδαὴς γίγνομαί τινος = δε γνωρίζω κάτι. = ἀνεπιστήμων.

ΝΕ αδαής.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *δασ- (πβ. δαῆναι < διδάσκω, δαή-μων «γνώστης») + παρ. επίθ. -ής].

ἀδεής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀδεέστερος
Υπερθετικός ἀδεέστατος

1. αυτός που δε νιώθει φόϐο, ο άφοβος: θανάτου ἀδεής = αυτός που δε φοβάται το θάνατο. = θαρραλέος. περιδεὴς «φοβισμένος».

  • ως ουσιαστικό τὸ ἀδεὲς η έλλειψη φόβου, η ασφάλεια.

2. αυτός που δεν προκαλεί φόβο, ο μη φοβερός: ἀδεές ἐστί τι πρὸς τοὺς ἐχθρούς = κάτι δεν προκαλεί φόϐο στους εχθρούς. δεινός «φοβερός».

3. επίρρημα ἀδεῶς α. χωρίς φόβο ή δισταγμό: ἀδεῶς τινα ὠφελοῦμεν = ωφελούμε κάποιον χωρίς φόβο. β. χωρίς φόϐο ότι θα μου επιβληθεί ποινή (handἄδεια σημ. 3): μηνύω τὸ ἀσέϐημα ἀδεῶς = καταγγέλλω την ασεϐή πράξη χωρίς φόβο ότι θα μου επιϐληθεί ποινή.

familyπαράγ. ἄδεια.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δέ-ος + παρ. επίθ. -ής].

ἄδεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. αφοβία, αίσθημα ασφάλειας: πύλαι διὰ τὴν ἄδειαν ἀνεῳγμέναι = πύλες ανοικτές, λόγω του αισθήματος ασφάλειας. = ἀφοβία. δέος «φόβος», φόβος.

2. αμνηστία: τοῖς ἄλλοις Μυτιληναίοις ἄδειαν ἐδώκατε οἰκεῖν τὴν σφετέραν αὐτῶν = στους άλλους Μυτιληναίους παραχωρήσατε αμνηστία, με την οποία τους επιτρέπατε να κατοικούν στη δική τους πόλη.

3. άδεια που ζητούσε ένας πολίτης από το δήμο, προκειμένου να υποβάλει πρόταση που συγκρουόταν με ισχύοντα νόμο ή για να ασκήσει δίωξη εναντίον κάποιου: ἄδειαν αἰτοῦμαι ἐπὶ μηνύσει τινός = ζητώ άδεια να καταγγείλω κάποιον.

ΝΕ άδεια (συγκατάθεση σε αίτημα).

[παράγ. λ. ἀδε-ής + παρ. επίθ. -ια].

ἀδέκαστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αδωροδόκητος, αμερόληπτος: ἀδέκαστος κρίνω τι = κρίνω κάτι αμερόληπτα.

ΝΕ αδέκαστος.

[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + *δεκαστὸς «που μπορεί να δεκαστεί, να δωροδοκηθεί» < δεκ-άζω (πβ. δέχ-ομαι) «προσφέρω δώρο»].

ἀδελφιδοῦς, -οῦ ὁ / ἀδελφιδῆ, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ανιψιός, ανιψιά.

[ασυναίρετο ἀδελφ-ιδέος > συνηρημένο αττ. ἀδελφ-ιδοῦς].

ἄδηλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αόρατος. δῆλος «φανερός».

2. άγνωστος: ἄδηλος ὁ κτείνας ἐστίν = ο φονιάς είναι άγνωστος.

  • ἄδηλόν ἐστι, εἰ... = είναι αβέβαιο εάν...

familyπαράγ. ἀδηλότης, ἀδηλία, ἀδήλως, σύνθ. κατάδηλος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δῆλος].

ᾍδης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ο Άδης (για τους αρχαίους Έλληνες, ο Άδης ήταν ο θεός των νεκρών. Ήταν παιδί του Κρόνου και της Ρέας και αδελφός του Δία, του Ποσειδώνα, της Ήρας, της Δήμητρας και της Εστίας. Όταν έγινε η διανομή της εξουσίας του σύμπαντος, ο Άδης έλαβε τον κάτω κόσμο, ο Ποσειδώνας τη θάλασσα και ο Δίας πήρε τον έλεγχο του ουρανού και της γης).

  • ἐν ᾍδου (ενν. οἴκῳ) μέσα στο σπίτι του Άδη. εἰς ᾍδου (ενν. οἶκον) προς το σπίτι του Άδη.

2. τόπος όπου πηγαίνουν οι ψυχές μετά το θάνατο του σώματος.

[αβέβ. ετυμ., ίσως σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *F(ε)ιδ-(εἶδον) με τη σημ. του τόπου που δεν είναι ορατός].

ἀδιάλλακτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

ασυμφιλίωτος: τὰ πρὸς ὑμᾶς ἀδιάλλακτα ὑπάρχει = οι σχέσεις μου με εσάς δεν επιδέχονται συμφιλίωση.

familyπαράγ. ἀδιαλλάκτως.

ΝΕ αδιάλλακτος.

[παράγ. λ. στερ. ἀ- + *διαλλακτός (πβ. διαλλακτής) < διαλλάσσομαι + παρ. επίθ. -τός].

ἀδικέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠδίκουν
Μέλλ. ἀδικήσω
Αορ. ἠδίκησα
Παρακ. ἠδίκηκα
Παθ. ενεστ. ἀδικοῦμαι
Μεσ. μελλ. με παθ. σημ. ἀδικήσομαι «θα αδικηθώ»
Παθ. μέλλ. ἀδικηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠδικήθην
Παθ. παρακ. ἠδίκημαι

1. διαπράττω αδίκημα, παραβιάζω το νόμο: Σωκράτης ἀδικεῖ ζητῶν τὰ ἐπουράνια = ο Σωκράτης διαπράττει αδίκημα που διερευνά τα επουράνια.

2. έχω άδικο, κάνω λάθος: εἰ μὴ ἀδικῶ γε = αν βέβαια δεν έχω άδικο. = ἀπατῶμαι περί τι.

3. αδικώ κάποιον: ἀδικῶ τοὺς δεσπότας = αδικώ τους ηγεμόνες. ἀδικῶ τινά τι = αδικώ κάποιον σε κάτι.

4. βλάπτω: ἀδικῶ γῆν τὴν Πλαταιίδα = βλάπτω την πλαταιική γη. = κακῶς ποιῶ τι. ὠφελέω.

familyπαράγ. ἀδίκημα, ἀδικία, σύνθ. ἀνταδικέω.

ΝΕ αδικώ (με σημ. 3).

[παράγ. λ. ἄδικος + παρ. επίθ. -έω].

ἀδόκητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

απροσδόκητος: ξυμφορὰ ἀδόκητος = απροσδόκητη συμφορά. = ἀπροσδόκητος. πβ. πρὸς προσδοκίαν «σύμφωνα με ό,τι αναμενόταν».

familyπαράγ. ἀδοκήτως, σύνθ. ἀπροσδόκητος.

ΝΕ αδόκητος (στη φρ. κυρίως αδόκητος θάνατος).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δοκέω + παρ. επίθ. -τος].

ἀδολέσχης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

φλύαρος: ἀδολέσχης σοφιστής = φλύαρος σοφιστής.

familyπαράγ. ἀδολεσχία, ἀδολεσχέω «φλυαρώ».

[αυτός του οποίου ο διαρκής λόγος ενοχλεί, σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + *Fαδο- (= ἥδομαι, πβ. ἀαδεῖν· ὀχλεῖν) + λέσχη «συζήτηση, λόγος» > *ἀαδολέσχης > ἀδολέσχης].

ἄδοξος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

που δεν έχει φήμη, άσημος, ασήμαντος.

familyπαράγ. ἀδοξέω «δεν έχω καλή φήμη», ἀδοξία «έλλειψη καλής φήμης».

ΝΕ άδοξος.

[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + δόξα].

ἁδρός, -ά, - ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἁδρότερος
Υπερθετικός ἁδρότατος

1. πυκνός, παχύς, αδρός: χιὼν ἁδρά = πυκνό χιόνι. = παχύς. ἰσχνός.

2. εύσωμος: ἁδροὶ παῖδες = εύσωμα παιδιά.

familyπαράγ. ἁδροσύνη, ἁδρόομαι, ἁδρύνω, σύνθ. ἁδρομερής.

ΝΕ αδρός (και με τις δύο σημ.).

[παράγ. λ. ἁδ- (ἅδην «άφθονα») + παρ. επίθ. -ρός].

ἄδυτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός στον οποίο δεν επιτρέπεται να μπει κανείς. = ἄβατος. βέβηλος «αυτός στον οποίο επιτρέπεται η είσοδος, μη ιερός».
  • ως ουσιαστικό τὸ ἄδυτον το εσωτερικό τμήμα ενός ιερού, το άδυτο: ἡ Πυθία εἰς τὸ ἄδυτον κατῆλθεν.

ΝΕ το άδυτο (με τις δύο σημ.).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + δύω + παρ. επίθ. -τος].

ᾄδω ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾖδον
Μέλλ. με σημ. ενεργ. ᾄσομαι «θα τραγουδήσω»
Αόρ. ᾖσα
Παθ. αόρ. ᾔσθην
Παθ. παρακ. ᾖσμαι

τραγουδώ: οἱ τῶν γερόντων ἐν Λακεδαίμονι χοροὶ ᾄδουσιν «ἁμὲς ποτ' ἦμες ἄλκιμοι νεανίαι» = οι χοροί των γερόντων στη Σπάρτη τραγουδούν «κάποτε εμείς ήμασταν γενναίοι νέοι».

familyπαράγ. ᾆσμα, ἀηδών, ᾠδή, ἀοιδὸς «τραγουδιστής».

[ασυναίρετο ἀείδω > συνηρημένο ᾄδω].

ἀεὶ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. πάντοτε: ἀεὶ θεοῖς ἐχθρός ἐστιν = πάντοτε είναι μισητός στους θεούς. οὔποτε «ποτέ δεν», μήποτε «ποτέ να μη».

  • με το άρθρο οἱ ἀεὶ ὄντες οι αθάνατοι (οι θεοί).
  • αἰὲν ἀριστεύειν καὶ ὑπείροχον ἔμμεναι ἄλλων πάντοτε να είσαι άριστος και να ξεπερνάς τους άλλους (Ομ. Ιλ. Ζ 208). Πρόκειται για στίχο που έχει αποκτήσει ευρεία διάδοση ως ευχή αναγραφόμενη σε βραβεία, τιμητικές πλακέτες κτλ.

2. ὁ ἀεὶ ο εκάστοτε: οἱ ἀεὶ δικάζοντες = οι εκάστοτε δικαστές.

familyσύνθ. ἀείμνηστος, ἀειθαλής, ἀειφυγία «παντοτινή εξορία».

[μαρτυρείται ως αἰFεί, πβ. λατ. aevum, αἰών].

ἀείμνηστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που τον θυμούνται για πάντα: ἀείμνηστος ἡ ἁμαρτία = το σφάλμα θα το θυμούνται για πάντα.

ΝΕ αείμνηστος.

[σύνθ. λ. ἀεί + μνηστός < μιμνήσκομαι].

ἀειφυγία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

παντοτινή εξορία: φευγέτω ἀειφυγίαν = ας εξοριστεί για πάντα.

[σύνθ. λ. ἀεί + *φυγ- (ἔ-φυγ-ον) + παρ. επίθ. -ία].

ἀέναος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που πάντοτε κυλά: ποταμὸς ἀέναος = ποταμός που πάντοτε κυλά.

2. αιώνιος, παντοτινός: ἀέναον τὴν τροφὴν παρέχω = παρέχω αιώνια τροφή.

familyπαράγ. ἀενάως.

ΝΕ αέναος (με σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀεί + νάω «ρέω»].

ἀζήμιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αποζημιωμένος: ἀζήμιον παρέχω τινά = αποζημιώνω κάποιον.

2. ατιμώρητος: ὁ συλλήπτωρ ἀζήμιος ἀπέφυγεν = ο συνεργός ξέφυγε ατιμώρητος. = ἀθῷος, ἀτιμώρητος.

3. αυτός που δεν προξενεί ζημιά, ο μη βλαβερός: ἀζήμιοι ἀχθηδόνες = ενοχλήσεις που δεν προξενούν ζημιά. βλαβερός.

familyπαράγ. ἀζημίως.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ζημία + παρ. επίθ. -ος].

ἀηδών, -όνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αηδόνι.

ΝΕ αηδόνι.

[*ἀFηδών (πβ. ἀFείδω > ἀείδω «τραγουδώ») κατά το χελιδὼν κτλ.].

ἀήθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

έλλειψη πείρας, απειρία: ἀήθεια τοῦ κακοπραγεῖν = απειρία στις αποτυχίες. = ἀπειρία, ἀνεπιστημοσύνη. ἐμπειρία.

[παράγ. λ. ἀήθης + παρ. επίθ. -εια].

ἀήθης, -ης, ἄηθες ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀηθέστερος
Υπερθετικός ἀηθέστατος

1. ασυνήθιστος, παράξενος.

2. ασυνήθιστος σε κάτι: ἀήθεις τοιαύτης μάχης = ασυνήθιστοι σε τέτοια μάχη.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ἦθος + παρ. επίθ. -ης].

ἀήρ, ἀέρος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αέρας.

familyπαράγ. ἀέριος, σύνθ. ἀερώδης, ἀεροειδής.

ΝΕ αέρας.

[ἀήρ «κρέμασμα ατμοσφαιρικό» < *ἀFήρ- (πβ. ἄημι, αὔρα) < ἀFείρω = αττ. αἴρω «υψώνω»].

Ἀθῆναι, -ῶν, αἱ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η πόλη της Αθήνας (Ο πληθυντικός αριθμός σε ονόματα πόλεων, λ.χ. αἱ Θῆϐαι, αἱ Μυκῆναι κτλ., οφείλεται στο γεγονός ότι οι πόλεις αυτές προήλθαν από συνένωση πολλών γειτονικών δήμων).

  • επιρρήματα α. Ἀθήναζε προς την Αθήνα. β. Ἀθήνηθεν από την Αθήνα. γ. Ἀθήνησιν στην Αθήνα.

2. η Αττική (στο σύνολό της).

familyπαράγ. Ἀθηναῖος, σύνθ. Παναθήναια.

ΝΕ Αθήνα (από την έκφραση εἰς πόλιν Ἀθήνας (= τὰς Ἀθήνας, αιτ. πληθ.), που εκλήφθηκε ως γεν. ενικού, της Αθήνας).

[Ἀθηνᾶ (η θεά) > Ἀθῆναι με μετακίνηση τόνου και τροπή σε πληθ., επειδή πολλοί συνοικισμοί αποτελούσαν την πόλη].

ἄθλιος, -ία & -ιος, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀθλιώτερος
Υπερθετικός ἀθλιώτατος

με ηθική σημ. αξιολύπητος, άθλιος. = οἰκτρός, ἐλεεινός.

familyπαράγ. ἀθλιότης, ἀθλίως, σύνθ. πανάθλιος.

ΝΕ άθλιος.

[παράγ. λ. (ἄεθλον >) ἆθλον + παρ. επίθ. -ιος].

ἆθλον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

έπαθλο (ενός διαγωνισμού): ἆθλα ὁ ἄρχων προτίθησιν = ο κυϐερνήτης ορίζει έπαθλα. τὰ πρῶτα τῶν ἄθλων ἠνεγκάμην = κέρδισα τα καλύτερα έπαθλα. = τὰ πρωτεῖα «το πρώτο βραβείο».

familyπαράγ. ἄθλιος, σύνθ. πένταθλον, ἀθλοθετέω, ἀθλοθεσία, ἀθλοθέτης.

[μαρτυρείται ως ἄFε-θλον, αβέβ. ετυμ.· ωστόσο πβ. αρχ. ινδ. vāyati «κάμνω, είμαι κουρασμένος»].

ἁθροίζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἥθροιζον
Αόρ. ἥθροισα
Παρακ. ἥθροικα
Παθ. αόρ. ἡθροίσθην
Παθ. παρακ. ἥθροισμαι
Παθ. υπερσ. ἡθροίσμην

η οικογένεια των λέξεων του ἁθροίζω στην αττική διάλεκτο εμφανίζεται με δασεία, στις λοιπές διαλέκτους με ψιλή.

1. συγκεντρώνω: ἁθροίζει τό τε βαρβαρικὸν καὶ τὸ ἑλληνικόν = συγκεντρώνει και το βαρβαρικό και το ελληνικό στράτευμα. = ἀγείρω. διασκεδάννυμι «διασκορπίζω».

2. στην παθ. φωνή για το νου ἁθροίζομαι εἰς ἐμαυτὸν συγκεντρώνομαι, συμμαζεύω το νου μου. = συντείνω ἐμαυτόν, συναγείρω ἐμαυτόν.

familyπαράγ. ἄθροισμα, ἄθροισις.

[παράγ. λ. ἁθρό-ος + παρ. επίθ. -ίζω > ἁθροίζω, handἁθρόος].

ἁθρόος, & -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. κατά πλήθη, στοίβες ή μάζες συγκεντρωμένες μαζί.

  • για στρατιώτες συντεταγμένοι: λείπουσιν τὸν λόφον οὐ μὴν ἔτι ἁθρόοι ἀλλ᾿ ἄλλοι ἄλλοθεν = εγκαταλείπουν το λόφο, όχι πια συντεταγμένοι, αλλά άλλοι από εδώ και άλλοι από εκεί.

2. όλος συνολικά, όλος μαζί: ἡ πόλις ἁθρόα σφάλλεται = όλη συνολικά η πόλη σημειώνει αποτυχίες. ἁθρόον ἦν τὸ στράτευμα = το στράτευμα ήταν όλο μαζί (δηλαδή συγκεντρωμένο).

familyπαράγ. ἀθρόως

ΝΕ πβ. αθρόα προσέλευση.

[με τη σημασία αυτού που εμφανίζεται ως συνολική εικόνα πιθ. αθροιστικό ἁ- (< ΙΕ *smo-) + -θροος, πβ. ἀθρέω «προσαρμόζω το βλέμμα, παρατηρώ»].

ἀθυμέω -ῶ ΡΗΜΑ

αποκαρδιώνομαι, χάνω το θάρρος μου: οὐ μὴν ἐπὶ τούτοις ἀθυμήσας εἱλόμην ῥᾳθυμεῖν = ασφαλώς δεν επέλεξα να αδρανώ, επειδή έχασα το θάρρος μου από αυτά.

familyπαράγ. ἀθυμία.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + θυμός + παρ. επίθ. -έω].

ἄθυρμα, -ματος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

παιχνίδι.

ΝΕ πβ. άθυρμα της μοίρας ο άνθρωπος.

[παράγ. λ. ἀθύρω «παίζω» + παρ. επίθ. -μα].

ἀθῷος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀθῳότερος
Υπερθετικός ἀθῳότατος

άτρωτος, απρόσβλητος, ατιμώρητος, αζημίωτος: ἀθῷος ἅπασι = άτρωτος από κάθε άποψη. ἀθῷοι τῶν ἀδικημάτων τούτων = ατιμώρητοι για αυτά τα αδικήματα. οὐκ ἀθῷος ἄπεισιν = δε θα ξεφύγει ατιμώρητος (με το αζημίωτο).

familyπαράγ. ἀθῳόω.

ΝΕ αθώος (απαλλαγμένος από ενοχή, τιμωρία κτλ.).

[παράγ. λ. στερ. ἀ- + θω-ὴ «τιμωρία» (< *θη- < τί-θη-μι) + παρ. επίθ. -ιος].

αἰγιαλός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

παραλία, ακροθαλασσιά.

ΝΕ γιαλός.

[σύνθ. λ. *αἰγι- (πβ. «αἶγες· τὰ κύματα Δωριεῖς» και «τὰ μεγάλα κύματα αἶγας λέγομεν») + -αλός (< ἁλὸς «της θάλασσας» ή -αλός < ἅλλομαι «πηδώ»), πβ. ΝΕ τα προβατάκια της θάλασσας = τα κύματα].

αἰγίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. το δέρμα της κατσίκας (που φορούσαν ως ένδυμα).

2. η δερμάτινη ασπίδα του Δία.

ΝΕ αιγίδα (στη φρ. υπό την αιγίδα κάποιου = υπό την προστασία).

[παράγ. λ. αἴξ, αἰγ-ός + παρ. επίθ. -ίς].

αἰδέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾐδούμην
Μέλλ. αἰδέσομαι
Μέσ. αόρ. ᾐδεσάμην
Παθ. αόρ. με μέση σημ. ᾐδέσθην
Παρακ. ᾔδεσμαι

1. ντρέπομαι. = αἰσχύνομαι.

2. αισθάνομαι δέος (δηλ. φόβο ανάμεικτο με σεβασμό): φοβοῦμαί γε τοὺς μοχθηρούς (οὐ γὰρ δήποτε εἴποι' ἂν ὥς γε αἰδοῦμαι) = φοβούμαι βέβαια τους μοχθηρούς (γιατί ποτέ δε θα έλεγα ότι νιώθω δέος γι' αυτούς).

3. ως δικανικός όρος συγχωρώ: αἰδοῦμαί τινα καὶ ἀφίημι = συγχωρώ κάποιον και τον αθωώνω.

familyπαράγ. αἰδοῖος, αἰδώς, αἰδήμων.

[*αισ-δ- (> αἰδώς) handαἰδώς].

αἰδήμων, -ων, αἰδῆμον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός αἰδημονέστερος
Υπερθετικός αἰδημονέστατος

ντροπαλός. = αἰσχυντηλός. ἀναίσχυντος.

familyπαράγ. αἰδημόνως.

[παράγ. λ. αἰδέ-ομαι + παρ. επίθ. -μων].

ἀΐδιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αιώνιος: ἔχθραν τινὶ ἀΐδιον ἔχω = έχω αιώνιο μίσος προς κάποιον. = αἰώνιος.

familyπαράγ. ἀϊδιότης.

[σύνθ. λ. ἀεί + παρ. επίθ. -ιος με επένθεση ενός δ].

αἰδώς, -οῦς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ντροπή: αἰδώς τίς μ' ἔχει ποιοῦντα τοῦτο = με διακατέχει κάποια ντροπή που το κάνω αυτό. = αἰσχύνη. ἀναισχυντία, ἀναίδεια.

2. σεβασμός, συμπάθεια: αἰδοῦς οὐδεμιᾶς ἔτυχον = δεν έτυχα καμιάς συμπάθειας.

3. συγχώρεση: ἄξιόν ἐστι αἰδοῦς αὐτὸν τυγχάνειν παρ' ὑμῶν = είναι ορθό να πάρει συγχώρεση από εσάς.

ΝΕ αιδώς (στη νομική φρ. προσβολή της δημοσίας αιδούς).

[αβέβ. ετυμ., όμως για τη σημ. «φοβούμαι, ευλαβούμαι» πβ. γοτθ. aislan «φοβούμαι, σέβομαι» και αρχ. ινδ. īdé «τιμώ»].

αἰθήρ, -έρος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αιθέρας, ουρανός (το πέμπτο από τα βασικά συστατικά του υλικού κόσμου. Λέγεται και πέμπτη ουσία, απ᾿ όπου προήλθε το ουσιαστικό πεμπτ-ουσία. Τα υπόλοιπα τέσσερα είναι γῆ, ἀήρ, ὕδωρ και πῦρ, δηλαδή χώμα, αέρας, νερό και φωτιά).

familyπαράγ. αἰθέριος, αἰθεριώδης, αἰθερώδης.

ΝΕ αιθέρας.

[*αἰθ- (αἴθω, ἰθαρός) + παρ. επίθ. -ήρ].

αἴθριος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

για τον καιρό καθαρός, ασυννέφιαστος. = ἀνέφελος. ἐπινέφελος.

family αἰθρία «καθαρός ουρανός».

ΝΕ αίθριος.

[παράγ. λ. αἴθρη (αἰθήρ) + παρ. επίθ. -ιος]

αἰνίττομαι ΡΗΜΑ

ο κοινός τύπος είναι αἰνίσσομαι.

Παρατ. ᾐνιττόμην
Μέλλ. αἰνίξομαι
Αόρ. ᾐνιξάμην
Παθ. αόρ. ᾐνίχθην
Παθ. παρακ. ᾔνιγμαι

υπαινίσσομαι: τί αἰνίττεται ὁ θεός; = τι υπαινίσσεται ο θεός;

familyπαράγ. αἴνιγμα, αἰνιγμός.

[αἶνος, ὁ «λόγος με ιδιαίτερη σημασία» + παρ. επίθ. -ίττομαι/-ίσσομαι < *-ίκ/γομαι (πβ. αἰνίξομαι, αἴνιγμα)].

αἴξ, αἰγός, ὁ, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κατσίκα (κυρίως θηλυκή): αἲξ ἄγριος = άγριο κατσίκι (πβ. αἴγαγρος).
  • παροιμία αἲξ Σκυρία κατσίκι από τη Σκύρο. (Οι αρχαίοι έλεγαν ότι η κατσίκα αυτή, μόλις την αρμέξουν, αναποδογυρίζει το σκεύος με το γάλα. Η παροιμία χρησιμοποιείται για τους αχάριστους ανθρώπους).

ΝΕ αίγα, συχνότερα κατσίκα.

[λ. που δανείστηκαν οι ΙΕ, πβ. αρχ. περσ. izaēna «καμωμένος από δέρμα κατσίκας»].

Αἰολεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ο κάτοικος της Αιολίδας ή αυτός που ανήκει στην αιολική φυλή.

[παράγ. λ. αἰόλος + παρ. επίθ. -εὺς με τη σημ. «ποικίλος» ή «γρήγορος», πβ. αἰόλειος· ὁ ποικίλος καὶ αἰολίδας· ποικίλους, ταχεῑς].

αἰπόλος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

βοσκός κατσικιών, κατσικοβοσκός. Βλ. και βουκόλος.

familyπαράγ. αἰπολέω «βόσκω κατσίκες», αἰπόλια, τὰ «κοπάδια κατσικιών».

[σύνθ. λ. αἴξ (πβ. αρχ. ινδ. aja) + *kwol-os (πβ. πέλομαι «περιφέρομαι»)].

αἵρεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. κατάληψη (κυρίως μιας πόλης). = ἅλωσις.

2. επιλογή: ποιοῦμαι τὴν αἵρεσιν = κάνω την επιλογή μου.

3. εκλογή (αξιωματούχων): ἐκ δημοκρατίας αἱρέσεως γιγνομένης ῥᾷόν τις τὰ ἀποβαίνοντα φέρει = στη δημοκρατία, επειδή γίνεται εκλογή των αρχόντων (και όχι λ.χ. διορισμός τους), ευκολότερα ανέχεται κάποιος το αποτέλεσμα.

4. σύστημα φιλοσοφικών αρχών, ή το σύνολο των διανοουμένων που πρεσβεύουν τέτοιες αρχές.

5. θρησκευτική αίρεση.

family σύνθ. αἱρεσιάρχης, καθαίρεσις, προαίρεσις, συναίρεσις.

ΝΕ αίρεση (με τη σημ. 5).

[παράγ. λ. αἱρέω + παρ. επίθ. -σις].

αἱρετικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που επιλέγει: αἱρετικὸς ὧν χρή = άτομο που επιλέγει αυτά που πρέπει.

2. με τη θρησκευτική σημ. αιρετικός.

familyπαράγ. αἱρετικῶς.

ΝΕ αιρετικός (με τη σημ. 2).

[παράγ. λ. αἱρετ-ός + παρ. επίθ. -ικός].

αἱρετός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που μπορεί να καταληφθεί: δόλῳ αἱρετοί = που μπορούν να καταληφθούν με δόλο. = ἁλωτός. ἀπόρθητος.

2. αυτός που μπορεί να επιλεγεί, επιλέξιμος: ἆρ' οὖν αἱρετὸς ἡμῖν βίος ὁ τοιοῦτος; = συνεπώς, είναι επιλέξιμη για μας μια τέτοια ζωή; = ἐκλεκτός, ἐπίλεκτος.

3. για αξιωματούχο εκλεγμένος (σε αντιδιαστολή προς το κληρωτός = αυτός που έχει αναλάβει ένα αξίωμα με κλήρωση)

familyπαράγ. αἱρετιστής, αἱρετικός, αἱρετίζω.

ΝΕ αιρετός (με σημ. 3).

[παράγ. λ. αἱρέ-ω + παρ. επίθ. -τός].

αἱρέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾕρουν
Mέλλ. αἱρήσω
Aόρ. β΄ εἷλον
Παρακ. ᾕρηκα
Mέσ. μέλλ. αἱρήσομαι
Παθ. μέλλ. αἱρεθήσομαι
Μέσ. αόρ. β´ εἱλόμην
Παθ. αόρ. ᾑρέθην
Mέσ. & παθ. παρακ. ᾕρημαι
Μέσ. & παθ. υπερσ. ᾑρήμην

ως παθητική φωνή της σημ. 4 χρησιμοποιείται το handἁλίσκομαι.

1. παίρνω με το χέρι, αρπάζω, δράττομαι: χειρὸς αἱρῶ τινα = παίρνω κάποιον από το χέρι.

2. για συναισθήματα, επιθυμίες, ασθένεια καταλαμβάνω: αὐτὸν αἱρεῖ τὸ νόσημα = τον καταλαμβάνει το νόσημα.

3. για άψυχα πράγματα παίρνω, αποκτώ: αἱρῶ τι = αποκτώ κάτι.

4. για έμψυχα όντα συλλαμβάνω, αιχμαλωτίζω: αἱρῶ τινα τῶν πολεμίων = αιχμαλωτίζω έναν από τους εχθρούς. Με τη σημ. «αιχμαλωτίζομαι» χρησιμοποιείται το handἁλίσκομαι.

5. ως δικανικός όρος καταδικάζω: αἱρῶ τινα ἀκουσίου φόνου = καταδικάζω κάποιον για ακούσιο φόνο.

  • αἱρῶ δίκην/γραφὴν λαμβάνω έγκριση για καταδίκη: μεγάλας γραφὰς διώξας οὐδεμίαν εἷλεν = αν και πολλές καταγγελίες του είχε προσάψει, δεν εξασφάλισε καμία έγκριση για καταδίκη του.

6. μέση φωνή αἱροῦμαι παίρνω για τον εαυτό μου, επιλέγω, προτιμώ: τὴν ἐλευθερίαν ἑλοίμην ἂν ἀντὶ ὧν ἔχω = θα προτιμούσα την ελευθερία μου αντί γι' αυτά που έχω.

7. μέση φωνή αἱροῦμαι εκλέγω: αἱροῦνται γοῦν αὐτὸν ἐπὶ τὰς μεγίστας ἀρχάς = τον εκλέγουν λοιπόν στα πιο υψηλά αξιώματα.

8. παθ. φωνή αἱροῦμαι εκλέγομαι: ᾕρημαι στρατηγεῖν = έχω εκλεγεί να είμαι στρατηγός.

familyπαράγ. αἵρεσις, αἱρετός, αἱρετέον, σύνθ. ἀφαιρέω, διαιρέω, ἐξαιρέω, καθαιρέω.

[αβέβ. ετυμ., για τον αόρ. ἑλεῖν πβ. γοτθ. saljan «προσφέρω στους θεούς, θυσιάζω»].

αἴρω ΡΗΜΑ

ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀείρω (ποιητ.).

Παρατ. ᾖρον
Μέλλ. ἀρῶ
Αόρ. ἦρα
Παρακ. ἦρκα
Υπερσ. ἤρκειν
Μέσ. & παθ. ενεστ. αἴρομαι
Μέσ. & παθ. παρατ. ᾐρόμην
Μέσ. μέλλ. ἀροῦμαι
Παθ. μέλλ. ἀρθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠράμην
Παθ. αόρ. ἤρθην
Μέσ. παρακ. ἦρμαι

1. σηκώνω, υψώνω: ἀπὸ γῆς αἴρω τι.

2. αμετάβ. ξεκινώ, αναχωρώ: ἄρας τῷ στρατῷ προὐχώρει ἐς τὴν γῆν αὐτῶν = αφού ξεκίνησε με το στρατό προχωρούσε προς τη χώρα τους.

familyπαράγ. ἄρσις, ἄρδην, ἀρτηρία, ἀορτή, αἰώρα.

ΝΕ αίρω (στη φρ. αίρω την εμπιστοσύνη μου).

[*αFερ- + παρ. επίθ. -jω > ἀείρω (ποιητ.) > αἴρω].

αἰσθάνομαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾐσθανόμην
Mέλλ. αἰσθήσομαι
Aόρ. β´ ᾐσθόμην
Παρακ. ᾔσθημαι

1. αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις: ἐξ ὧν ἐγὼ ἀκοῇ αἰσθάνομαι = από όσα εγώ ακούω (αντιλαμβάνομαι μέσω της ακοής). ὁπότε τις αἴσθοιτο κάμνων = κάθε φορά που κάποιος αντιλαμβανόταν ότι κουραζόταν.

2. καταλαβαίνω (για διανοητική αντίληψη): ᾐσθόμην τὸ πραχθέν = κατάλαβα αυτό που έγινε. = μανθάνω «καταλαβαίνω».

3. πληροφορούμαι, μαθαίνω: ᾔσθετο ὅτι τὸ στράτευμα ἤδη ἐν Κιλικίᾳ ἦν = έμαθε ότι ήδη το στράτευμα βρισκόταν στην Κιλικία. = πυνθάνομαι, ἀκούω, μανθάνω.

familyπαράγ. αἴσθημα, αἴσθησις, αἰσθητήριον, αἰσθητός.

ΝΕ αισθάνομαι.

[*αFισ-θ- (ἀΐω), πβ. λατ. audio].

αἴσθησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. αισθητηριακή αντίληψη.

2. αισθητήριο όργανο: πᾶσαι αἱ αἰσθήσεις ἐν τῇ κεφαλῇ εἰσιν = όλα τα αισθητήρια όργανα βρίσκονται στο κεφάλι.

3. γνώση, κατανόηση, αντίληψη (για διανοητική διεργασία): ἐν αἰσθήσει τῶν ἀποριῶν ἐγένετο, αἷς συνείχοντο οἱ στρατιῶται = έλαβε γνώση των ελλείψεων που καταπίεζαν τους στρατιώτες του.

  • για πράγματα αἴσθησιν ἔχω/παρέχω
    γίνομαι αντιληπτός, αισθητός: διέχοντες ᾖσαν ὅπως τὰ ὅπλα μὴ κρουόμενα πρὸς ἄλληλα αἴσθησιν παρέχοι = βάδιζαν απέχοντας ο ένας από τον άλλο, για να μη γίνονται αισθητά τα όπλα, όταν συγκρούονταν μεταξύ τους.

familyπαράγ. αἰσθησιακός.

ΝΕ αίσθηση (με σημ. 1 και 3).

[παράγ. λ. *αἰσθη- (πβ. αἰσθη-τός, αἴσθ-ομαι) + παρ. επίθ. -σις].

αἰσχρός, -ὰ & -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ὁ, ἡ αἰσχίων, τὸ αἴσχιον
Υπερθετικός αἴσχιστος, -η, -ον

1. για εξωτερική εμφάνιση άσχημος: αἰσχρὰ παρθένος = άσχημη νεαρή. καλὸς «όμορφος».

2. με ηθική σημ. κακοήθης, άτιμος, που προκαλεί ντροπή, επαίσχυντος: ἔργον αἰσχρόν = άτιμη πράξη. ἀγαθὸς «καλός».

  • ως ουσιαστικό τὸ αἰσχρόν η ατιμία, η κακία: τὸ καλὸν καὶ τὸ αἰσχρόν = η αρετή και η κακία.

familyπαράγ. αἰσχρότης, σύνθ. αἰσχρουργός, αἰσχροπρεπής, αἰσχροπραγέω.

ΝΕ αισχρός (με τη σημ. 2).

[παράγ. λ. αἶσχ-ος + παρ. επίθ. -ρός].

αἰσχύνη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ντροπή: ἐς αἰσχύνην μεγάλην φέρει τι = κάτι προκαλεί μεγάλη ντροπή.

2. αίσθημα ντροπής: ἐπὶ τοῖς αἰσχροῖς αἰσχύνη = αίσθημα ντροπής απέναντι στα άτιμα έργα. ἀναισχυντία.

ΝΕ αισχύνη (με τις σημ. 1, 2).

[παράγ. αἶσχ-ος + παρ. επίθ. -ύνη].

αἰσχύνω ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾔσχυνον
Μέλλ. αἰσχυνῶ
Αόρ. ᾔσχυνα
Παρακ. ᾔσχυγκα
Παθ. μέλλ. αἰσχυνοῦμαι «θα ντραπώ»
Παθ. αόρ. ᾐσχύνθην «ντράπηκα»
Παθ. παρακ. ᾔσχυμμαι

1. ασχημίζω κάποιον ή κάτι: αἰσχύνω τὸν ἵππον = ασχημίζω το άλογο.

2. με ηθική σημ. ντροπιάζω, ατιμάζω: τοὺς ἡμετέρους πατέρας αἰσχύνομεν = ντροπιάζουμε τους πατέρες μας.

3. παθ. φωνή αἰσχύνομαι ντρέπομαι: αἰσχυνόμενος τῇ συμφορᾷ ἠνειχόμην = επειδή ντρεπόμουν για τη συμφορά, τα δεχόμουν. ᾐσχύνοντο ὅτι ἦσαν οἱ βάρβαροι αὐτῶν ἐν τῇ χώρᾳ = ένιωθαν ντροπή που ήταν οι βάρβαροι στη χώρα τους.

  • με μετοχή αἰσχύνομαι ποιῶν τι ντρέπομαι που κάνω κάτι (το οποίο όμως κάνω): οὐκ αἰσχύνῃ εἰς τοιαῦτα ἄγων, ὦ Σώκρατες, τοὺς λόγους; = δεν ντρέπεσαι, Σωκράτη, που οδηγείς τη συζήτηση σε τέτοια θέματα;
  • με απαρέμφατο αἰσχύνομαι ποιεῖν τι ντρέπομαι να κάνω κάτι (και επομένως δεν το κάνω): ᾐσχύνου τὸ ψεῦδος λέγειν = ντρεπόσουν να πεις το ψέμα.

familyπαράγ. αἰσχυντηλός.

[παράγ. λ. αἶσχος + παρ. επίθ. -ύνω].

αἰτέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾔτουν
Mέλλ. αἰτήσω
Aόρ. ᾔτησα
Παρακ. ᾔτηκα
Παθ. παρακ. ᾔτημαι

1. ζητώ: αἰτῶ τινά τι = ζητώ κάτι από κάποιον. αἰτῶ τινα ποιῆσαί τι = ζητώ από κάποιον να κάνει κάτι. (Δεν είναι συνώνυμο προς το αἰτῶ τo ρήμα ζητῶ, επειδή το τελευταίο στα αρχαία ελλ. σημαίνει «ψάχνω», όχι «ζητώ»: αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν· ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε = να ζητείτε και θα σας δίνεται, να ψάχνετε και θα βρίσκετε).

2. μέση φωνή αἰτοῦμαι ζητώ: Λύσανδρον ἄρχοντα ᾐτήσατο = ζήτησε το Λύσανδρο ως άρχοντα.

3. παθ. φωνή αἰτοῦμαι μου ζητείται: ᾐτήθησαν (οὗτοι) χρήματα = τους ζητήθηκαν χρήματα.

familyπαράγ. αἴτησις, αἴτημα, αἰτητής.

ΝΕ λόγ. αιτούμαι (με τη σημ. 2).

[*αἶτος «αιτία» (handαἰτία) + παρ. επίθ. -έω].

αἰτία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ενοχή, ευθύνη.

2. κατηγορία.

  • αἰτίαν ἔχω / φέρομαι κατηγορούμαι: ἔχω αἰτίαν τοῦ φόνου = κατηγορούμαι για το φόνο. ἕξετε καὶ αἰτίαν ὡς Σωκράτη ἀπεκτόνατε = θα κατηγορηθείτε ότι έχετε σκοτώσει το Σωκράτη. = μομφή, ψόγος.

3. αιτία.

familyπαράγ. αἰτιάομαι, αἴτιος, σύνθ. αἰτιολογέω.

ΝΕ αιτία.

[*αἶτος «αιτία» (πβ. ἔξ-αιτος, αἶσα «μερίδιο», αἴνυμαι «λαμβάνω»)].

αἰτιάομαι -ῶμαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ᾐτιώμην
Μέλλ. αἰτιάσομαι
Αόρ. ᾐτιασάμην
Παρακ. με μέση ή παθ.σημ. ᾐτίαμαι «έχω κατηγορήσει» ή «έχω κατηγορηθεί»
Παθ. αόρ. ᾐτιάθην «κατηγορήθηκα»

1. κατηγορώ: αἰτιῶμαί τινά τινος = κατηγορώ κάποιον για κάτι = μέμφομαι, ψέγω, ἐγκαλῶ. ἐπαινέω.

2. ισχυρίζομαι: τὸν λόγον ᾐτιᾶτο δυσχερῆ εἶναι = ισχυριζόταν ότι η άποψη αυτή τον έφερνε σε δύσκολη θέση.

familyπαράγ. αἰτιατός, αἰτίασις «κατηγορία».

ΝΕ λόγ. αιτιώμαι (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. αἰτία + παρ. επίθ. -άομαι].

αἴτιος, -ία & -ιος, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός αἰτιώτερος
Υπερθετικός αἰτιώτατος

1. ένοχος.

2. αίτιος, υπεύθυνος (για κάτι): ἐν τούτῳ ὑμᾶς αἰτιωτέρους ἡγήσονται = γι' αυτό το κακό εσάς θα θεωρήσουν πιο υπεύθυνους (παρά εμάς).

familyπαράγ. αἰτιώδης.

ΝΕ αίτιος (και με τις δύο σημ.).

[*αἶτος «αιτία» (handαἰτία) + παρ. επίθ. -ιος].

αἰών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η ζωή, η χρονική διάρκεια της ζωής.

2. εποχή, γενεά: προγόνων ἢ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος εἶχεν λόγον = λογάριαζε τους προγόνους ή τις μελλοντικές γενιές.

3. μεγάλο χρονικό διάστημα: σύνοικον αὑτῇ εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα κατεστήσατο = τον έκανε σύνοικό της για πάντα.

  • στον πληθ. οἱ αἰῶνες η αιωνιότητα: εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων = αιώνια, παντοτινά.

familyπαράγ. αἰωνίως, αἰώνιος, αἰωνιότης, σύνθ. αἰωνόβιος, μακραίων.

ΝΕ αιώνας (με τη σημ. 3).

[*αἰFι- (> αἰεί), πβ. λατ. aevum «αιώνας»].

Ἀκαδήμεια & Ἀκαδημία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η Ακαδημία· ήταν γυμνάσιον, δηλαδή γυμναστήριο, στα δυτικά προάστια της Αθήνας, το οποίο πήρε το όνομά του από τον ήρωα Ακάδημο.

2. η φιλοσοφική σχολή του Πλάτωνα, η Ακαδημία (ονομάστηκε έτσι, επειδή ο Πλάτωνας την ίδρυσε στο χώρο της Ακαδημίας).

ΝΕ Ακαδημία (λ.χ. Παιδαγωγική, Επιστημών κτλ.).

ἀκαιρία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. κακοκαιρία: ἐνιαυτῶν πολλῶν ἀκαιρία = κακοκαιρία πολλών χρόνων.

2. έλλειψη ευκαιρίας: τὴν ἀκαιρίαν τὴν ἐκείνου καιρὸν ἡμέτερον νομίζω = θεωρώ δική μας ευκαιρία τη δική του έλλειψη ευκαιρίας. καιρός «ευκαιρία».

[παράγ. λ. ἄκαιρ-ος + παρ. επίθ. -ία].

ἀκαρής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

για χρονικά διαστήματα ελάχιστος: ἐν ἀκαρεῖ χρόνου = σε μια στιγμή, στο πι και φι.

familyπαράγ. ἀκαριαῖος, ἀκαριαίως.

ΝΕ επίθετο ακαριαίος «που συμβαίνει στο πι και φι».

[σύνθ. στερ. ἀ- + *καρ- (πβ. ἐ-κάρ-ην, αόρ. β΄ του κείρω «κουρεύω»· η πρώτη σημ. του ἀκαρὴς ήταν σχετική με τα μαλλιά, «τόσο κοντός που δεν μπορεί να κοπεί περισσότερο») + παρ. επίθ. -ής].

ἀκέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀκοῦμαι
Αόρ. ἠκεσάμην

1. θεραπεύω. = ἰάομαι.

2. μεταφορικά επανορθώνω: ἀδίκημά τι ἀκοῦμαι = επανορθώνω κάποια άδικη πράξη.

familyπαράγ. ἄκεσις, ἀκεσία, ἀκέσιμος, ἀκέσιος, ἄκεσμα, σύνθ. συνακέομαι, ἀνήκεστος.

[*jακ- (ἄκος, τὸ «θεραπεία») + παρ. επίθ. -έομαι].

ἀκκίζομαι ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀκκιοῦμαι

εύχρηστο ιδίως στον ενεστώτα.

προσποιούμαι ότι αγνοώ, προσποιούμαι: οἶσθα, ἀλλ' ἀκκίζει = τα γνωρίζεις, αλλά προσποιείσαι ότι τα αγνοείς.

familyπαράγ. ἀκκισμός.

ΝΕ λόγ. ακκίζομαι.

[παράγ. λ. ἀκκώ, ἡ «φόβητρο των παιδιών» + παρ. επίθ. -ίζομαι].

ἄκλητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

απρόσκλητος.

[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + κλητός < καλῶ].

ἀκμάζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤκμαζον
Μέλλ. ἀκμάσω
Αόρ. ἤκμασα
Παρακ. ἤκμακα

1. θάλλω. = θάλλω, ἀνθέω.

2. για πρόσωπα α. είμαι ακμαίος: ἀκμάζω τῷ σώματι = είμαι ακμαίος στο σώμα. παρακμάζω. β. έχω κάτι σε αφθονία: χρήμασιν ἀκμάζει = έχει αφθονία χρημάτων. γ. είμαι αρκετά δυνατός: ἀκμάζω ἐρύκειν ἀπ' ἐμαυτοῦ τὰ κακά = είμαι αρκετά δυνατός, για να απομακρύνω τους κινδύνους από τον εαυτό μου.

familyπαράγ. ἀκμαῖος, ἀκμαστικός, σύνθ. συνακμάζω.

ΝΕ ακμάζω (με τις σημ. 2α, 2β).

[παράγ. λ. ἀκμή + παρ. επίθ. -άζω].

ἀκολουθέω -ῶ ΡΗΜΑ

1. με δοτική ακολουθώ: ἠκολούθουν οὗτοι τῷ ἡγουμένῳ = αυτοί ακολουθούσαν αυτόν που προηγείτο. = ἕπομαι «ακολουθώ» ἡγέομαι, πρόειμι «προπορεύομαι».

2. με δοτική υπακούω: ἀκολουθῶ τοῖς ἄρχουσι καὶ τοῖς νόμοις = υπακούω στους αξιωματούχους και στους νόμους.

familyπαράγ. ἀκολουθία, ἀκολούθησις, ἀκολουθητέον, ἀκολουθητικός, σύνθ. παρακολουθέω, συνακολουθέω, ἐπακολουθέω.

ΝΕ ακολουθώ (με τις σημ. 1, 2).

[παράγ. λ. ἀκόλουθ-ος + παρ. επίθ. -έω].

ἀκόντως ΕΠΙΡΡΗΜΑ

αθέλητα, ακουσίως: ὡμολόγησεν καὶ μάλ' ἀκόντως = το παραδέχτηκε, και μάλιστα πολύ απρόθυμα. = ἀκουσίως. ἑκουσίως.

[παράγ. λ. ἄκων, -οντος + παρ. επίθ. -ως].

ἀκόσμητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. ατακτοποίητος: καὶ ψυχὴ κόσμον ἔχουσα ἀμείνων τῆς ἀκοσμήτου; = και η ψυχή που έχει τάξη είναι καλύτερη από την ατακτοποίητη;

2. ο μη διακοσμημένος: πόλις ἀκόσμητος. = ἀκαλλώπιστος. εὐπρεπής, κόσμιος.

familyπαράγ. ἀκοσμία, ἀκόσμως.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κοσμέω + παρ. επίθ. -τος].

ἀκούσιος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀ-εκούσιος.

μη θεληματικός: ἀκούσιος φόνος. = ἄκων. ἑκούσιος, ἑκών.

familyπαράγ. ἀκουσίως.

ΝΕ ακούσιος.

[παράγ. ἀέκων > ἄκων, ἄκοντος + παρ. επίθ. -ιος > *ἀκόντιος > *ἀκόνσιος > ἀκούσιος].

ἀκούω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤκουον
Mέλλ. ἀκούσομαι
Aόρ. ἤκουσα
Παρακ. ἀκήκοα
Υπερσ. ἠκηκόειν
Παθ. μέλλ. ἀκουσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠκούσθην
Παθ. παρακ. ἤκουσμαι

1. ακούω: βούλομαι δ' ὑμᾶς ἀκοῦσαι τοῦ ὅρκου = θέλω εσείς να ακούσετε τον όρκο. ἀκούω τι ἀπό τινος / ἔκ τινος / παρά τινος = ακούω κάτι από κάποιον. ἀκούω σου λέγοντος ταῦτα = σε ακούω να λες αυτά.

2. δίνω προσοχή, υπακούω: Φωκυλίδου οὐκ ἀκούεις; = δε δίνεις προσοχή στο Φωκυλίδη; ἀνηκουστέω «απειθαρχώ».

3. είμαι μαθητής: Παρμενίδης Ἀναξιμάνδρου ἤκουσεν = ο Παρμενίδης ήταν μαθητής του Αναξιμάνδρου.

  • εὖ ἀκούω ὑπό τινος επαινούμαι από κάποιον.
  • κακῶς ἀκούω ὑπό τινος κακολογούμαι από κάποιον.

familyπαράγ. ἄκουσμα, ἀκοή, ἀκουστέον, ἀκουστός, σύνθ. ἀνήκοος, ἐπήκοος, ὑπήκοος, ἀνήκουστος, κατακούω, ἐπακούω, εἰσακούω, ὑπακούω.

ΝΕ ακούω (με τις σημ. 1, 2).

[σύνθ. λ. προθετ. ἀ- + κοέω «ακούω, καταλαβαίνω», πβ. γοτθ. hausjan «ακούω»].

ἄκρα, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ακρωτήριο.

2. κορυφή (όρους), ύψωμα.

  • κατ' ἄκρας ολοκληρωτικά: κατ' ἄκρας τὴν πόλιν αἱρῶ = κυριεύω ολοκληρωτικά την πόλη.

3. οχυρό, φρούριο (οικοδομημένο σε απόκρημνο βράχο): ὁ Ἐτεόνικος εἰς τὴν ἄκραν ἀποφεύγει = ο Ετεόνικος δραπετεύει στο φρούριο. = ἀκρόπολις.

4. η άκρη (ενός πράγματος).

[*ακ- (ἀκμή) + παρ. επίθ. -ρα].

ἀκράδαντος, -ος, - ον ΕΠΙΘΕΤΟ

άσειστος.

familyπαράγ. ἀκραδάντως.

ΝΕ επίρρ. ακράδαντα.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κραδαίνω «σείω, κινώ» (*κραδαντός) + παρ. επίθ. -τος].

ἀκράτεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

έλλειψη αυτοκυριαρχίας: ἀκράτεια ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν = έλλειψη αυτοκυριαρχίας στις ηδονές και στις επιθυμίες. = ἀκρασία. ἐγκράτεια, σωφροσύνη.

ΝΕ λόγ. ακράτεια (λ.χ. ούρων).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κρατέ-ω + παρ. επίθ. -ια].

ἀκρατής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που δεν έχει αυτοκυριαρχία: ἀκρατὴς ὀργῆς, ἀφροδισίων = αυτός που δεν έχει αυτοκυριαρχία στην οργή, στις σωματικές ηδονές. ἐγκρατής, σώφρων.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κρατέω + παρ. επίθ. -ής].

ἀκρατίζομαι ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀκρατιοῦμαι

1. πίνω το κρασί ανόθευτο (χωρίς δηλαδή να το αναμειγνύω με νερό).

2. προγευματίζω: ἀκρατίζομαι κοκκύμηλα = προγευματίζω με δαμάσκηνα. (Η σημασία προγευματίζω προέκυψε επειδή το πρόγευμα ήταν ψωμί βουτηγμένο σε ανόθευτο κρασί).

familyπαράγ. ἀκράτισμα, ἀκράτισις, σύνθ. συνακρατίζω.

[παράγ. λ. ἄκρατος (οἶνος) + παρ. επίθ. -ίζομαι].

ἀκράτισμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

πρόγευμα: ἕως ἀκρατίσματος ὥρας = μέχρι την ώρα του προγεύματος.

[παράγ. λ. ἀκρατίζομαι + παρ. επίθ. -μα].

ἄκρατος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. ανόθευτος (για υγρά και ιδιαίτερα για το κρασί, όταν δεν το αναμείγνυαν με νερό): οἶνος πάνυ ἄκρατος = πάρα πολύ δυνατό κρασί.

2. για καταστάσεις αμιγής, απόλυτος: ὀλιγαρχία ἄκρατος = απόλυτη ολιγαρχία. = ἀμιγής. μεικτός, συμμιγής.

familyπαράγ. ἀκράτως, σύνθ. ἀκρατοποτέω.

ΝΕ λόγ. άκρατος (λ.χ. οίνος).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *κρατ- (κεράννυμι) + παρ. επίθ. -τος].

ἀκρίβεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ακρίβεια.

2. αυστηρότητα: τὰ πλήθη καὶ αἱ ἀκρίβειαι τῶν νόμων = η πληθώρα και η αυστηρότητα των νόμων.

ΝΕ ακρίβεια (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἀκριβής + παρ. επίθ. -εια].

ἀκριβής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

1. ακριβής.

2. αυστηρός: δικασταὶ ἀκριϐεῖς = αυστηροί δικαστές.

familyπαράγ. ἀκριβῶς, ἀκριβόω, ἀκρίβεια, σύνθ. ἀκριβοδίκαιος, ἀκριβολόγος.

ΝΕ ακριβής (με τη σημ. 1).

[αβέβ. ετυμ., α΄ συνθ. ἄκρος].

ἀκριβόω -ῶ ΡΗΜΑ

1. κάνω κάτι με ακρίβεια: ἡ ἀνάγκη ἡμᾶς ταῦτα ἀκριϐοῦν ἐδίδαξεν = η ανάγκη μας δίδαξε να τα κάνουμε αυτά με ακρίϐεια.

2. παθ. φωνή ἀκριβοῦμαι είμαι ακριβής, τελειοποιούμαι: ἠκρίϐωμαι πρὸς πᾶσαν ἀρετήν = έχω τελειοποιηθεί για κάθε αρετή.

3. ερευνώ με ακρίβεια, κατανοώ πλήρως: ὁ γι' ἐμὸς λόχος σοι ἀκριβοῖ πάντα τὰ παρὰ σοῦ = ο δικός μου βέβαια λόχος κατανοεί πλήρως όλες τις εντολές σου.

familyπαράγ. ἀκριβωτέον, ἀκρίβωσις, ἀκρίβωμα, σύνθ. διακριβόω, ἐξακριβόω.

ΝΕ σύνθ. εξακριβώνω (διαπιστώνω, καταλήγω σε συμπέρασμα).

[παράγ. λ. ἀκριβ-ής + παρ. επίθ. -όω].

ἀκροαματικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που προορίζεται μόνο να ακουστεί.
  • ἀκροαματικαὶ διδασκαλίαι διδασκαλίες που οι φιλόσοφοι παρέδιδαν μόνο προφορικά και αποκλειστικά στο στενό κύκλο των μαθητών τους, όχι στο ευρύ κοινό.

ΝΕ στη φρ. ακροαματική διαδικασία και στο ουσ. ακροαματικότητα.

[παράγ. λ. ἀκρόαμα, -ατ-ος + παρ. επίθ. -ικός].

ἀκροάομαι -ῶμαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠκροώμην
Μέλλ. ἀκροάσομαι
Αόρ. ἠκροασάμην
Παθ. αόρ. ἠκροάθην
Παρακ. ἠκρόαμαι

1. ακούω προσεκτικά: τῶν ἀγωνιζομένων ἀκροῶμαι = ακούω προσεκτικά όσους διεξάγουν δίκη. ἀκροῶμαί τινός τι = ακούω προσεκτικά από κάποιον κάτι.

  • ὁ ἀκροώμενος ο αναγνώστης, ο μελετητής: ἀνὴρ Ἀριστοτέλους ἠκροαμένος = άντρας, μελετητής του Αριστοτέλη.

2. υπακούω: οὐκ ἠκροῶντο τῶν ἀρχόντων = δεν υπάκουαν τους αξιωματούχους.

familyπαράγ. ἀκρόασις, ἀκρόαμα, ἀκροατήριον, ἀκροαματικός.

[τεντώνω το αυτί: ἄκρον οὖς + παρ. επίθ. -άομαι].

ἀκρόασις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. προσεκτική ακρόαση.

2. υπακοή: τῶν ἐν ἀρχῇ ὄντων ἀκρόασις καὶ τῶν νόμων = υπακοή στους αξιωματούχους και στους νόμους.

3. μάθημα: ἀκροάσεις ποιοῦμαι = παραδίδω μαθήματα. φυσικὴ ἀκρόασις = μάθημα για τη φύση (πρόκειται για τον τίτλο έργου του Αριστοτέλη).

ΝΕ ακρόαση (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἀκροά-ομαι + παρ. επίθ. -σις].

ἀκροβολίζομαι ΡΗΜΑ

κάνω βολή εναντίον κάποιου από μακριά (με ακόντια, βέλη κτλ.), αψιμαχώ: πρὸς ἀλλήλους ἠκροβολίσαντο = (οι αντίπαλοι) αντάλλαξαν από μακριά βολές.

familyπαράγ. ἀκροβόλισμα, ἀκροβολιστής, ἀκροβολισμός, ἀκροβόλισις.

[σύνθ. λ. ἄκρος + *βολ- (βολή, βάλλω) + παρ. επίθ. -ίζομαι].

ἀκρογωνιαῖος, -αία, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που βρίσκεται στην έσχατη γωνιά: ἀκρογωνιαῖος λίθος.

ΝΕ στη φρ. ακρογωνιαίος λίθος.

[σύνθ. λ. ἄκρος + γωνιαῖος (< γωνία + παρ. επίθ. -αῖος)].

ἄκρον, -ου, τό ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. κορυφή (βουνού): τὰ ἄκρα τῆς Εὐβοίας = οι κορυφές των βουνών της Εύβοιας. = ἄκρα,ἡ.

2. ακρωτήριο.

3. εσχατιά: ἐπὶ τὰ ἄκρα τῆς θαλάττης ἀφικνοῦμαι = φθάνω στις εσχατιές της θάλασσας.

4. μεταφορικά ο ύψιστος βαθμός: σοφίας ἄκρον = ο ύψιστος βαθμός σοφίας.

ΝΕ άκρο (με τις σημ. 3, 4).

[ουσιαστικοπ. του ἄκρος, -ον (ὕψος, ὅριον)].

ἀκρόπολις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. η άνω πόλη ή το υψηλότερο μέρος της πόλης, κατά συνέπεια η ακρόπολη, το oχυρό: ἄμαχος ἀκρόπολις = ακαταμάχητη, απόρθητη ακρόπολη.

2. η Ακρόπολη (δηλαδή ειδικά η ακρόπολη της Αθήνας).

  • εἰς ἀκρόπολιν ἀνηνέχθην = καταγράφηκα ως οφειλέτης του κράτους (καθώς η Ακρόπολη της Αθήνας λειτουργούσε και ως θησαυροφυλάκιο).

[σύνθ. λ. ἄκρα + πόλις].

ἄκρος, -α, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀκρότερος
Υπερθετικός ἀκρότατος

1. ανώτατος, ύψιστος: ἐν ἄκρῳ Ὀλύμπῳ = στο πιο ψηλό σημείο του Ολύμπου.

2. ο πιο μακρινός, απώτατος, ακρινός: ἄκρα χείρ = το ακρινό σημείο του χεριού. ἐγγύτατος, πλησιέστατος.

3. έξοχος: ἄκροι εἰς φιλοσοφίαν = άνθρωποι έξοχοι στη φιλοσοφία.

familyπαράγ. ἄκρως, ἀκρότης, σύνθ. ἔπακρος, ἀκροσφαλής.

[*ακ- (ἀκ-τή, ἀκ-μή) + παρ. επίθ. -ρος].

ἀκρωτήριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ακρωτήριο.

2. η άκρη (ενός πράγματος): ἀκρωτήριον νεώς = η άκρη του πλοίου, επομένως η πλώρη.

  • στον πληθυντικό τὰ ἀκρωτήρια τα άκρα του σώματος (χέρια και πόδια, δάκτυλα χεριών και ποδιών): τὰ ἀκρωτήρια τινὸς περικόπτω = κατακόϐω τα άκρα κάποιου.

3. σε ναούς αγάλματα ή κομψοτεχνήματα τοποθετημένα στις γωνιές αετώματος.

familyπαράγ. ἀκρωτηριώδης.

ΝΕ ακρωτήριο, ακρωτήρι (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. *ἄκρω- (μακρό θέμα του ἄκρο-ς) + παρ. επίθ. -τήριον].

ἀκτή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ακρωτήριο: ἡ Ἰασονία ἀκτή = το ακρωτήριο του Ιάσονα.

familyπαράγ. Ἀττική < *Ἀκτ-ική (που περιβάλλεται από ακτή).

ΝΕ ακτή (ακρογιαλιά).

[*ακ- (ἀκ-μή, ἄκ-ρος) + παρ. επίθ. -τ-ή].

ἀκτίς, -ῖνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ακτίνα.

family σύνθ. ἀκτινοβολία, ἀκτινογραφία, ἀκτινοειδής, ἀκτινωτός.

ΝΕ ακτίνα.

[*ἀκτ-, πβ. αρχ. ινδ. aktú- «ακτίνωση»].

ἄκυρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀκυρότερος
Υπερθετικός ἀκυρότατος

1. για νόμους αυτός που δεν έχει κύρος, άκυρος: ἄκυρον ψήφισμα.

2. για πρόσωπα αυτός που δεν έχει δικαίωμα: ἡμᾶς ἀκύρους τίθεται ποιεῖν τοῦτο = μας θεωρεί άτομα που δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν αυτό. κύριος «που έχει το δικαίωμα».

3. για πράγματα ο μη έγκυρος: ἄκυρος κρίσις = μη έγκυρη γνώμη.

familyπαράγ. ἀκυρόω, ἀκύρωσις, ἀκύρως, σύνθ. ἀκυρολογέω, ἀκυρολογία.

ΝΕ άκυρος (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + κῦρος].

ἄκων, ἄκουσα, ἆκον ΕΠΙΘΕΤΟ

ο ασυναίρετος τύπος είναι ἀέκων.

αθέλητος, απρόθυμος: τίς οὖν ὁ λύσων ἐστὶν ἄκοντος Διός; = ποιος λοιπόν θα σε λυτρώσει χωρίς τη θέληση του Δία; ἑκών.

[στερητ. ἀ- + Fεκών (= ἑκών) > ἄκων, ΙΕ *wek-, πβ. χετιτ. wek-mi «θέλω». Τη ρηματική σημ. ανέλαβαν τα βούλομαι και ἐθέλω].

ἀλαζονεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ανυπόστατη καύχηση: τοῦτο ἐξετάσωμεν μὴ τῇ τούτου προσέχοντες ἀλαζονείᾳ τὸν νοῦν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα οἷον γέγονεν τῇ ἀληθείᾳ σκοποῦντες = ας το εξετάσουμε τούτο, χωρίς να δίνουμε προσοχή στις ανυπόστατες καυχήσεις του, αλλά μελετώντας πώς έγινε το πράγμα στ' αλήθεια.

ΝΕ λόγ. αλαζονεία.

[παράγ. λ. ἀλαζονε-ύομαι + παρ. επίθ. -ία].

ἀλαζονεύομαι ΡΗΜΑ

υπερηφανεύομαι, μεγαλοπιάνομαι: τοῦ ἀλαζονεύεσθαι ἀποτρέπω τοὺς συνόντας = αποτρέπω τους μαθητές μου από το να μεγαλοπιάνονται. = μεγαλαυχέω, ἐπαίρομαι, ὑπεροράω, κομπάζω.

familyπαράγ. ἀλαζονεία, ἀλαζονικός.

[παράγ. λ. ἀλαζών, -όνος + παρ. επίθ. -εύομαι].

ἀλγέω -ῶ ΡΗΜΑ

1. αισθάνομαι σωματικό πόνο: τὸν δάκτυλον ἀλγῶ = με πονάει το δάκτυλο.

2. αισθάνομαι ψυχικό πόνο, θλίβομαι: περὶ τὰ οἰκεῖα ἀλγῶ = πονώ για τα δεινά μου. = ἀνιῶμαι. ἥδομαι, εὐφραίνομαι, χαίρω.

familyπαράγ. ἀλγηδών, σύνθ. ἀνάλγητος.

[παράγ. λ. ἄλγ-ος + παρ. επίθ. -έω].

ἄλγος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. σωματικός πόνος.

2. ψυχικός πόνος, θλίψη.

familyπαράγ. ἀλγεινός.

ΝΕ σύνθ. οδοντ-αλγία, κεφαλ-αλγία.

[παράγ. του ἀλέγω «προσέχω, φροντίζω»].

ἀλείφω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤλειφον
Μέλλ. ἀλείψω
Αόρ. ἤλειψα
Παρακ. ἀλήλιφα
Μέσ. μέλλ. ἀλείψομαι
Παθ. μέλλ. ἀλειφθήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλειψάμην
Παθ. αόρ. α΄ ἠλείφθην
Παθ. αόρ. β΄ ἠλίφην
Μέσ. παρακ. ἀλήλιμμαι

1. αλείφω το δέρμα κάποιου με λάδι (όπως γινόταν μετά το μπάνιο ή πριν από τις ασκήσεις γυμναστικής).

  • μέση φωνή ἀλείφομαι αλείφω το δικό μου δέρμα με λάδι: λίπα ἠλείψαντο = αλείφτηκαν με πολύ λάδι.

2. μεταφορικά προετοιμάζω: Θεμιστοκλῆς ἑαυτὸν ὑπὲρ τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἤλειφε = ο Θεμιστοκλής προετοιμαζόταν για το καλό ολόκληρης της Ελλάδας.

familyπαράγ. ἄλειμμα, ἄλειψις, ἀλοιφή, σύνθ. ἐξαλείφω, ἀπαλείφω.

ΝΕ αλείφω (με γενίκευση της σημ. 1).

[συγγεν. με λίπος, αθροιστ. ἀ- + λείφ-, ΙΕ *leibh-].

ἀλεκτρυών, -όνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

πετεινός, κόκορας. = ἀλέκτωρ.

[ομόρρ. με handἀλέκτωρ].

ἀλέκτωρ, -ορος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

πετεινός, κόκορας. = ἀλεκτρυών.

[παράγ. λ. ἀλέξω + παρ. επίθ. -τωρ].

Ἀλέξανδρος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κύριο όνομα που σημαίνει αυτόν που απομακρύνει τους άντρες του εχθρού (handἀλέξω).

ἀλέξω ΡΗΜΑ

Mέλλ. ἀλεξήσω & ἀλέξω
Aόρ. ἠλέξησα & ἤλεξα
Μέσ. ενεστ. ἀλέξομαι
Μέσ. μέλλ. ἀλεξήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλεξάμην

1. αποτρέπω.

2. βοηθώ, υπερασπίζω: προθύμως ἀλέξω τινί = βοηθώ κάποιον πρόθυμα.

3. στη μέση φωνή ἀλέξομαι ανταμείβω κάποιον: τοὺς εὖ ποιοῦντας ἀλέξομαι = ανταμείβω όσους με ευεργέτησαν.

familyπαράγ. ἀλεξητήριος, ἀλέξημα, ἀλεξητήρ, σύνθ. ἀλεξίκακος, ἀλέξανδρος (και Ἀλέξανδρος), ἀλεξιφάρμακος.

ΝΕ στα σύνθ. λόγ. αλεξικέραυνο, αλεξίσφαιρο, αλεξίπτωτο.

[*αλεκ- (ἀλκή), ομόρρ. με αρχ. ινδ. raks- «προστατεύω»].

ἀλέω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤλεον
Aόρ. α΄ ἤλεσα
Παρακ. ἀλήλεκα
Παθ. αόρ. ἠλέσθην
Παθ. παρακ. ἀλήλε(σ)μαι

αλέθω.

familyπαράγ. ἄλεσις, ἄλεσμα, ἀλέτης.

[*αλεFω > ἀλέω (από όπου ἄλευ-ρον, αρμεν. alewr «αλεύρι»].

ἀλήθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. αλήθεια: ἡ ἀλήθεια περὶ τῆς ἀποστάσεως = η αλήθεια για την αποστασία. ψεῦδος.

  • ως επίρρημα τῇ ἀληθείᾳ πραγματικά, αληθινά: τῇ ἀληθείᾳ φίλους πιστοτάτους ἡγοῦμαι αὐτούς = τους θεωρώ πραγματικά φίλους αξιόπιστους.

familyπαράγ. ἀληθότης.

ΝΕ αλήθεια.

[παράγ. λ. ἀληθής + παρ. επίθ. -εια].

ἀληθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀληθέστερος
Υπερθετικός ἀληθέστατος

1. αληθινός, πραγματικός. ψευδής, ἀναληθής.

2. για πρόσωπα φιλαλήθης, ειλικρινής. = ἀληθευτικός «φιλαλήθης».

  • παροιμία οἶνος ἀληθής το κρασί είναι φιλάληθες (δηλαδή από το μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια).
  • επίρρημα (ὡς) ἀληθῶς αληθινά, πραγματικά.

familyπαράγ. ἀληθεύω, ἀληθινός, ἀλήθεια, ἀληθότης, ἀληθοσύνη, ἀληθῶς, σύνθ. φιλαλήθης, ἀναληθής.

ΝΕ αληθής (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- +*λαθ- (λανθάνω) + παρ. επίθ. -ής].

ἁλιεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ψαράς.

family παράγ. ἁλιεύω, ἁλίευσις, ἁλιευτής.

[παράγ. λ. ἁλι- (ίσως παλιό ουδ. όνομα παράλληλο προς το ἅλς, ἁλός) + παρ. επίθ. -εύς].

ἅλις ΕΠΙΡΡΗΜΑ

επαρκώς, αρκετά: περὶ τούτων ἅλις = γι' αυτό το θέμα αρκετά. = ἱκανῶς «αρκετά».

[*Fελ-, *Fαλ- (ἁλής «αθρόος»)].

ἁλίσκομαι ΡΗΜΑ

χρησιμοποιείται ως παθητική φωνή του hand αἱρέω.

Παρατ. ἡλισκόμην
Μέλλ. με παθ. σημ. ἁλώσομαι
Αορ. β΄ με παθ. σημ. ἥλων & ἑάλων
Παρακ. με παθ. σημ. ἥλωκα & ἑάλωκα
Υπερσ. με παθ. σημ. ἡλώκειν

1. για τοποθεσίες κυριεύομαι: ἡ πόλις ἑάλω = η πόλη κυριεύτηκε.

2. για πρόσωπα και πράγματα συλλαμβάνομαι, αρπάζομαι: ἁλίσκομαι πράττων τι = συλλαμβάνομαι (επ' αυτοφώρω) να κάνω κάτι. = ζωγρέομαι «συλλαμβάνομαι».

3. ως νομικός όρος καταδικάζομαι: λιποταξίου γραφὴν ἥλωκεν = έχει καταδικαστεί για λιποταξία. ἑάλωσαν ἀστρατείας (δηλ. γραφήν) = καταδικάστηκαν για μη εκπλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας.

familyπαράγ. ἅλωσις, ἁλωτός, σύνθ. εὐάλωτος, αἰχμάλωτος.

[*Fαλ-, *Fελ- (εἵλωτες), πβ. γοτθ. wilwan «αρπάζω»].

ἄλκιμος, -ιμος & -ίμη, -ιμον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀλκιμώτερος
Υπερθετικός ἀλκιμώτατος

εύρωστος, γενναίος.

  • παροιμία πάλαι ποτ' ἦσαν ἄλκιμοι Μιλήσιοι κάποτε στο παρελθόν ήταν γενναίοι οι Μιλήσιοι. (Χρησιμοποιούσαν την παροιμία αυτή, για να δηλώσουν ότι οι καιροί άλλαξαν πια).

familyπαράγ. ἀλκιμότης, σύνθ. ἀλκίφρων.

[παράγ. λ. ἀλκή + παρ. επίθ. -ιμος].

ἀλκυονίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ
  • ως επίθετο με ή χωρίς ουσιαστικό ἡμέραι αἱ ἀλκυονίδες ημέρες του χειμώνα, κατά τη διάρκεια των οποίων η θάλασσα είναι ήρεμη και έτσι η αλκυών μπορεί να κτίσει τη φωλιά της: ἀλκυονίδας ἄγω ἡμέρας ἀεί = πάντοτε έχω αδιατάρακτη γαλήνη.

[παράγ. λ. ἀλκυών + παρ. επίθ. -ίς, hand ἀλκυών].

ἀλκυών, -όνος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

μυθικό πουλί που ταυτίζουν με το ψαροπούλι.

familyπαράγ. ἀλκυονίς, ἀλκυονίδες.

[πιθ. δάνεια, μεσογειακή λ., από ἅλς + κύω «κυοφορώ» σύμφωνα με την αρχ. παράδοση].

ἀλλὰ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

αντιθετικός.

1. με τη σημερινή σημ. αλλά.

2. στην απόδοση υποθετικών λόγων όμως, τουλάχιστον: εἰ δὲ μὴ ὁρῶ, ἀλλ' ἀκούω γε = αν δε βλέπω, τουλάχιστον ακούω.

3. παρά μόνον: ἡδέα δ' οὐκ ἔστιν, ἀλλὰ τούτοις = ευχάριστα δεν είναι παρά μόνον σε αυτούς.

4. οὐ μὴν ἀλλά / οὐ μέντοι ἀλλά παρ' όλα αυτά, εντούτοις: ὁ ἵππος πίπτει καὶ μικροῦ αὐτὸν ἐξετραχήλισεν· οὐ μὴν ἀλλὰ ἐπέμεινεν ὁ Κῦρος = το άλογο πέφτει και λίγο έλειψε να τον ρίξει κάτω· παρ' όλα αυτά ο Κύρος κρατήθηκε στη θέση του.

5. ἀλλ' οὖν πάντως, εν πάση περιπτώσει: τοὺς πρώτους χρόνους ἀλλ' οὖν προσεποιοῦνθ' ὑμῖν εἶναι φίλους = πάντως τον πρώτο καιρό προσποιούνταν ότι ήταν φίλοι σας.

ΝΕ αλλά (με τη σημ. 1).

[ουδ. πληθ. της αντων. ἄλλος με μετατόπιση του τόνου: ἄλλα > ἀλλά].

ἀλλαγή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. αλλαγή.

2. ανταλλαγή, δοσοληψία.

ΝΕ αλλαγή (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. *ἀλλαγ- (< ἀλλάττω) + παρ. επίθ. ].

ἀλλᾶς, -ᾶντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αλλαντικό (λουκάνικα κτλ.): ἀλλᾶντας πωλῶ = πουλώ αλλαντικά.

ΝΕ αλλαντικό.

[αβέβ. ετυμ., όπως και πολλοί άλλοι όροι της μαγειρικής].

ἀλλάττω ΡΗΜΑ

ο κοινός τύπος είναι ἀλλάσσω

Παρατ. ἤλλαττον
Μέλλ. ἀλλάξω
Aόρ. α΄ ἤλλαξα
Παρακ. ἤλλαχα
Μέσ. μέλλ. ἀλλάξομαι
Παθ. μέλλ. ἀλλαχθήσομαι & ἀλλαγήσομαι
Μέσ. αόρ. ἠλλαξάμην
Παθ. αόρ. ἠλλάχθην & ἠλλάγην
Μέσ. & παθ. παρακ. ἤλλαγμαι
Παθ. υπερσ. ἠλλάγμην

1. αλλάζω.

2. στην ενεργ. και τη μέση φωνή ανταλλάσσω: ἠλλάξαντο πολλῆς εὐδαιμονίας πολλὴν κακοδαιμονίαν = αντάλλαξαν πολλή ευτυχία με πολλή δυστυχία (δηλαδή έδωσαν αυτοί ευτυχία και έλαβαν από άλλους δυστυχία).

3. μέση φωνή ἀλλάττομαι αγοράζω: ἀντ' ἀργυρίου ἀλλάττομαί τι = αγοράζω κάτι έναντι χρημάτων.

familyπαράγ. ἀλλακτέον, ἀλλαγή, ἄλλαγμα, σύνθ. διαλλάττω, συνδιαλλάττω, ἀπαλλάττω, παραλλάττω.

ΝΕ αλλάζω (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -άττω < *-αγ-j-ω)].

ἀλλαχῇ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

αλλού, σε άλλον τόπο: ἄλλοτε ἀλλαχῇ = άλλοτε σε έναν τόπο και άλλοτε σε άλλον. = ἀλλαχόθι «αλλού».

[παράγ. λ. ἄλλ-ος + ένθημα -αχ- + επίθ. -ῇ].

ἀλλαχόθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ

από αλλού, από άλλον τόπο.

[παράγ. λ. ἀλλαχοῦ + παρ. επίθ. -θεν].

ἀλλαχόσε ΕΠΙΡΡΗΜΑ

προς άλλον τόπο.

[παράγ. λ. ἀλλαχοῦ + παρ. επίθ. -σε].

ἀλλαχοῦ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

αλλού, σε άλλον τόπο.

[παράγ. λ. ἄλλος + ένθ. -αχ- + παρ. επίθ. -οῦ].

ἄλλῃ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. με γενική τοπική σε άλλον τόπο: ἄλλοι ἄλλῃ τῆς πόλεως ἀπώλλυντο = σκοτώνονταν άλλοι σε έναν τόπο της πόλης και άλλοι σε άλλον.

2. κατά άλλον τρόπο, αλλιώς: ἄλλῃ ἐν νῷ ἔχω λέγειν = έχω κατά νου να μιλήσω αλλιώς.

[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -ῃ].

ἀλλ' ἢ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

έπειτα από λέξεις που δηλώνουν άρνηση παρά μόνον: τούτου ἔμελλε οὐδεὶς ἄρξειν ἄλλ' ἢ ἐκείνη = αυτόν δε θα τον εξουσίαζε κανένας άλλος παρά μόνον εκείνη.

[ἀλλὰ ἤ].

ἀλλοδαπός, -ή, - ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

που ανήκει σε άλλο λαό ή σε άλλη χώρα, ξένος.

[*ἀλλοδ- (πβ. λατ. aliud = ἄλλο) + παρ. επίθ. -απός < ΙΕ -*nokwos].

ἄλλοσε ΕΠΙΡΡΗΜΑ

προς άλλον τόπο.

[παράγ. λ. *ἄλλοδ- (πβ. ἀλλοδ-απός) + παρ. επίθ. -σε].

ἀλλότριος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που ανήκει σε άλλον, ξένος. = ξένος, ἀνοίκειος. ἴδιος, οἰκεῖος, γηγενής.

familyπαράγ. ἀλλοτρίως, ἀλλοτριότης, σύνθ. ἀλλοτριοπράγμων.

ΝΕ αλλότριος.

[ἄλλος + συγκριτ. επίθ. -τερος + -ιος].

ἀλλοτριόω -ῶ ΡΗΜΑ

1. αποστερώ, αποξενώνω: τῶν σωμάτων τὴν πόλιν ἀλλοτριῶ = αποστερώ την πόλη από τους πολίτες της.

2. κάνω κάτι εχθρικό προς κάποιον άλλο: ταῦτα τοῖς συμμάχοις ἀλλοτριώσει τὴν χώραν = αυτά θα κάνουν τη χώρα τους εχθρική προς τους συμμάχους της. = ἀποξενόω. συνδιαλλάττω.

familyπαράγ. ἀλλοτρίωσις, σύνθ. ἀπαλλοτριόω.

ΝΕ λόγ. αλλοτριώνω, απαλλοτριώνω.

[παράγ. λ. ἀλλότρ-ιος + παρ. επίθ. -όω].

ἀλλοτρίωσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αποξένωση: κακοῦ παντὸς ἀλλοτρίωσις = αποξένωση από κάθε κακό.

ΝΕ λόγ. αλλοτρίωση.

[παράγ. λ. ἀλλοτρι-όω + παρ. επίθ. -σις].

ἄλλως ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. διαφορετικά, με άλλον τρόπο (συνήθως με άλλα επιρρήματα) ἄλλως πως: ἄλλως οὐ δύναμαι τὴν πόλιν ἑλεῖν = δεν μπορώ να κυριεύσω την πόλη με άλλον τρόπο.

2. καὶ ἄλλως και εκτός αυτού, επιπλέον: ἄριστος καὶ ἄλλως φρονιμώτατος καὶ δικαιότατος.

3. ἄλλως τε καὶ ιδίως, πρό πάντων: βασιλικόν τι κάλλος ἄλλως τε καὶ ἂν μετ' αἰδοῦς καὶ σωφροσύνης κεκτῆταί τις αὐτό = η ομορφιά είναι κάτι το βασιλικό, ιδίως αν κάποιος τη συνδυάζει με αιδώ και εγκράτεια.

ΝΕ άλλως (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἄλλος + παρ. επίθ. -ως].

ἄλογος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀλογώτερος
Υπερθετικός ἀλογώτατος

1. ο στερούμενος λόγου (φωνής), ο άφωνος: ἄλογος σιγή = άφωνη σιωπή.

2. αυτός που δεν υπακούει στο λογιστικό μέρος της ψυχής, στη λογική: τὴν τοῦ σώματος ἕξιν τῇ ἀλόγῳ ἡδονῇ ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι την κατάσταση του σώματός μου στην άλογη ηδονή. ἄλογος δόξα = υποκειμενική άποψη που δε σχηματίστηκε σύμφωνα με τις επιταγές του λογιστικού μέρους της ψυχής. ἡ μετὰ λόγου δόξα.

3. τὰ ἄλογα τα ζώα.

4. παράλογος, ανόητος: ἀνδρὶ τυράννῳ οὐδὲν ἄλογον ὅ,τι συμφέρον = στον τύραννο τίποτε που είναι συμφέρον δεν είναι παράλογο.

familyπαράγ. ἀλόγως.

ΝΕ άλογο (με τη σημ. 3), άλογος (με σημ. 4).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + λόγος].

ἅλς, ἁλός, ὁ (Α) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

στον πληθ. oἱ ἅλες, τῶν ἁλῶν αλάτι.
  • παροιμία τοὺς ἅλας συναναλίσκω (τινί) τρώω μαζί με κάποιον αλάτι (δηλαδή συνδέομαι μαζί του με στενή φιλία).

[*σαλ- (ἅλμη), πβ. λατ. sal].

ἅλς, ἁλός, ἡ (Β) ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

λέξη που απαντά αποκλειστικά στην ποίηση και ιδιαίτερα στα ομηρικά έπη.

θάλασσα: παρὰ θῖν' ἁλός = στην ακτή της θάλασσας, δίπλα στο γιαλό.

familyπαράγ. ἅλιος, ἅλμη.

ΝΕ στη φρ. παρὰ θῖν' ἁλός.

[hand το προηγούμενο λ.].

ἄλφιτον, -ίτου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

στον πληθ. ἄλφιτα αλεύρι από κριθάρι, κριθάλευρο.

ἀλωπεκῆ, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

δέρμα αλεπούς.

familyπαράγ. ἀλωπεκία.

ΝΕ λόγ. η αλωπεκία.

[παράγ. λ. επίθ. ἀλωπεκέη > συνηρημ. ἀλωπεκῆ < handἀλώπηξ].

ἀλώπηξ, -εκος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αλεπού.
  • παροιμία ἡ κέρκος τῇ ἀλώπεκι μαρτυρεῖ = η ουρά αποτελεί μαρτυρία για την αλεπού (δηλαδή ένα μικρό μέρος επαρκεί, για να δώσει σαφή εικόνα για το όλον, πβ. ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα).

[συγγεν. με αρμεν. ałues, λατ. volpes].

ἅλως, ἅλω, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αλώνι.

familyπαράγ. ἁλώνιον, ἁλωνίζω.

ΝΕ αλώνι.

[*ἀλω-, ἀλFω- (ἀλωή, ἡ «ανοικτός χώρος, κήπος», πβ. κυπρ. ἀλFω = ἅλω, γεν.)].

ἅμα ΕΠΙΡΡΗΜΑ/ ΠΡΟΘΕΣΗ/ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

Α. ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. συγχρόνως: τοῦ εὐτυχεῖν καὶ τοῦ καλῶς βουλεύεσθαι οὐχ ἅμ' ἡ κτῆσις παραγίγνεται τοῖς ἀνθρώποις = δε συμβαίνει στους ανθρώπους συγχρόνως η απόκτηση της ευτυχίας και της ορθής σκέψης. ἅμα εἰπὼν ἀνέστη = μίλησε και συγχρόνως σηκώθηκε (δηλ. μίλησε και αμέσως μετά σηκώθηκε, μόλις τέλειωσε να μιλά, σηκώθηκε).

2. ἅμα μέν… ἅμα δέ… …και συγχρόνως…: παραμυθοῦμαι ἅμα μὲν ὑμᾶς, ἅμα δ' ἐμαυτόν = παρηγορώ εσάς και συγχρόνως τον εαυτό μου.

3. ἅμα δέ… καί… / ἅμα τε… καί… / ἅμα… καί… μόλις… και αμέσως μετά: ἅμα διαλλάττομαι πρός τινα καὶ τῆς ἔχθρας τῆς γεγενημένης ἐπιλανθάνομαι = μόλις συμφιλιωθώ με κάποιον, ξεχνώ την έχθρα (συμφιλιώνομαι με κάποιον και αμέσως μετά ξεχνώ την έχθρα).

4. παροιμία ἅμ' ἔπος ἅμ' ἔργον από τα λόγια στην πράξη, πες το κι έγινε.

Β. ΠΡΟΘΕΣΗ που συντάσσεται με δοτική την ίδια ώρα με, μαζί με: ἅμα ἕῳ = με την αυγή. οἱ ἅμα Γυλίππῳ ὄντες = όσοι είναι μαζί με το Γύλιππο.

Γ. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ μόλις: ἅμα δ' ἂν ἡβήσῃ τις τῶν ὀρφανῶν = μόλις ένας ορφανός φτάσει στην εφηβική ηλικία.

ΝΕ άμα (με σημ. Γ).

[*σεμ- (εἷς, μία, ὁμοῦ)].

Ἀμάλθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

κατσίκα, η οποία θήλασε το Δία στην Κρήτη (από το κέρατό της έρρεε ό,τι αγαθό επιθυμούσε ο κάτοχός της).
  • παροιμία κέρας Ἀμαλθείας το κέρατο της Αμαλθείας (δηλ. πηγή κάθε είδους αγαθών): ἀγρὸν λέγουσιν Ἀμαλθείας κέρας εἶναι = λένε ότι το χωράφι αυτό είναι κέρας της Αμαλθείας (πολύ εύφορο).

[θηλ. ενός κύριου ονόματος *Ἀμαλθεὺς «γενναιόδωρος», συγγεν. του μαλθ-ακός].

ἁμαρτάνω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἡμάρτανον
Μέλλ. ἁμαρτήσομαι & μεταγεν. ἁμαρτήσω
Αόρ. β´ ἥμαρτον
Αόρ. α´ μεταγεν. ἡμάρτησα
Παρακ. ἡμάρτηκα
Παθ. αόρ. ἡμαρτήθην
Παθ. παρακ. ἡμάρτημαι
Παθ. υπερσ. ἡμαρτήμην

1. αστοχώ: τοῦ σκοποῦ ἁμαρτάνω = αστοχώ στο στόχο μου. γνώμης ἁμαρτάνει καὶ οὐκ αἰσθάνεται = αστοχεί στην κρίση του και δεν το αντιλαμβάνεται.

2. κάνω λάθος: ἄκοντες ἁμαρτάνομεν = κάνουμε λάθος χωρίς τη θέλησή μας. ἡμαρτήκασι περὶ τῆς ὄντως οὐσίας θεῶν = έκαναν λάθος σχετικά με την πραγματική ουσία των θεών.

familyπαράγ. ἁμάρτημα, ἁμαρτία, ἁμαρτωλός, σύνθ. ἀναμάρτητος.

ΝΕ αμαρτάνω «κάνω αμαρτία, ηθική παράβαση».

[σύνθ. λ. στερ. ἁ- + *μερ- (μείρομαι, μόρος) + παρ. επίθ. -άνω, δηλ. *ἁμορτάνω > ἁμαρτάνω, πβ. νη-μερ-τὴς «αναμάρτητος»].

ἁμάρτημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

λάθος: γνώμης ἁμάρτημα = λάθος στην κρίση.

ΝΕ αμάρτημα.

[παράγ. λ. ἁμαρτάνω + παρ. επίθ. -μα].

ἁμαρτία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. λάθος: ἁμαρτία δόξης = λάθος στην κρίση.

2. με τη θρησκευτική σημ. αμαρτία.

ΝΕ αμαρτία (με τη σημ. 2).

[παράγ. λ. ἁμαρτάνω + παρ. επίθ. -ία].

ἀμείνων (ὁ, ἡ), ἄμεινον (τό), γεν. ἀμείνονος ΕΠΙΘΕΤΟ

συγκριτικός βαθμός του ἀγαθός (handἀγαθός).

καλύτερος: ἄμεινόν ἐστι καταβαίνειν τοὺς στρατιώτας ἐκ τοῦ χωρίου = είναι καλύτερο να κατεβούν οι στρατιώτες από τον τόπο αυτόν.

[επίθετο θετικού βαθμού *ἀμείν-, που θεωρήθηκε συγκριτικού, δηλ. δεν έχουμε *ἀμέν-jων > ἀμείνων].

ἄμεμπτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

άψογος: δεῖπνον ἄμεμπτον παρέθηκας = παρέθεσες άψογο δείπνο.

familyπαράγ. ἀμέμπτως.

ΝΕ άμεμπτος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + μεμπτός (< μέμφομαι + παρ. επίθ. -τός)].

ἅμιλλα, -ίλλης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

συναγωνισμός (για το ποιος θα υπερισχύσει): ἅμιλλα ἀγαθῶν ἀνδρῶν = συναγωνισμός γενναίων ανδρών.

ΝΕ άμιλλα.

[παράγ. λ. ἅμα «συγχρόνως» + παρ. επίθ. -ιλλα < *-ιλ-jα με τη σημ. δύο ατόμων που συναγωνίζονται].

ἁμιλλάομαι -ῶμαι ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἁμιλλήσομαι
Παθ. αόρ. με μέση σημ. ἡμιλλήθην
Αόρ. μεταγεν. ἡμιλλησάμην
Παρακ. ἡμίλλημαι

1. συναγωνίζομαι (κάποιον): ἁμιλλῶμαί τινα τόξοις = συναγωνίζομαι κάποιον στην τοξοβολία.

2. προσπαθώ (να πετύχω κάτι).

[παράγ. λ. hand ἅμιλλα + παρ. επίθ. -ομαι].

ἄμουσος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀμουσότερος
Υπερθετικός ἀμουσότατος

1. απαίδευτος, άξεστος.

  • παροιμία τῶν Λειβηθρίων ἀμουσότερος = πιο άξεστος από τους Λειβηθρίους (δηλώνει τον κατώτατο βαθμό πνευματικής καλλιέργειας).

2. αυτός που δε γνωρίζει μουσική.

3. για ήχους κακόηχος: ἄμουσος ᾠδή.

familyπαράγ. ἀμουσία, σύνθ. φιλόμουσος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + μοῦσα + παρ. επίθ. -ος].

ἄμπελος, -έλου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. το κλήμα (το συγκεκριμένο φυτό, που λέγεται και αμπέλι).

2. έκταση γης φυτεμένης με κλήματα, αμπέλι.

familyπαράγ. ἀμπελών, ὁ «αμπέλι, αμπελώνας», σύνθ. ἀμπελουργός, ἀμπελόφυτος.

ΝΕ αμπέλι.

[προελλ., μεσογ. λ.].

ἀμπέχω & ἀμπίσχω ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀμφέξω
Αόρ. β´ ἤμπεσχον
Μέσ. ενεστ. ἀμπέχομαι & ἀμπίσχομαι
Μέσ. παρατ. ἠμπειχόμην
Μέσ. μέλλ. ἀμφέξομαι
Μέσ. αόρ. β´ ἠμπεσχόμην

1. ντύνω: δούλους ἀμπίσχω = ντύνω τους δούλους. = ἐνδύω. ἐκδύω.

2. μέση φωνή ἀμπέχομαι ντύνομαι, φορώ: τὸ τῆς γυναικὸς ἀμπέχει χιτώνιον; = φορείς το χιτώνα της γυναίκας σου;

3. περιβάλλω: ἀμπίσχω τινὰ σμικρότητι = περιβάλλω κάποιον με μικρότητα, δηλαδή δεν τον εκτιμώ.

familyπαράγ. ἀμπεχόνη, ἀμπέχονον.

[σύνθ. λ. ἀμφί + ἔχω > ἀμφέχω > ἀμπέχω, με ανομοίωση δασέων].

ἄμπωτις, -εως & -ιδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

το τράβηγμα των θαλάσσιων νερών προς τα μέσα. παλίρροια.

ΝΕ άμπωτη.

[σύνθ. λ. ἀνά + *πωτ- (< πίνω, πβ. ποτ-όν, ποτ-ίζω), παράγ. ουσ. του ἀναπίνω].

ἀμύνω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤμυνον
Μέλλ. ἀμυνῶ
Αόρ. ἤμυνα
Μέσ. μέλλ. ἀμυνοῦμαι
Μέσ. αόρ. ἠμυνάμην

1. αποκρούω: ἀμύνω τὸν βάρβαρον = αποκρούω τους βαρβάρους.

2. μέση φωνή ἀμύνομαι αποκρούω, υπερασπίζω: οἱ περὶ τῶν οἰκείων ἀμυνόμενοι = όσοι υπερασπίζουν τα σπίτια τους.

3. μέση φωνή ἀμύνομαι αμύνομαι.

familyπαράγ. ἄμυνα, ἀμυντήριος, ἀμυντικός.

ΝΕ αμύνομαι (σημ. 3).

[σύνθ. λ. αθροιστ. ἀ- + μύνη «πρόφαση»].

ἀμφὶ ΠΡΟΘΕΣΗ

1. γύρω από (χρησιμοποιείται κυρίως για ομάδα ατόμων τα οποία περιστοιχίζουν άλλο άτομο): οἱ ἀμφὶ Πρωταγόραν = οι οπαδοί του Πρωταγόρα.

2. για χρόνο κατά τη διάρκεια: τὸν μὲν ἀμφὶ τὸν χειμῶνα χρόνον διῆγεν ἐν Βαβυλῶνι ἑπτὰ μῆνας = και κατά τη διάρκεια του χειμώνα περνούσε επτά μήνες στη Βαβυλώνα.

3. για αριθμούς περίπου: ἀμφὶ τὰς δώδεκα μυριάδας = περίπου 120.000.

4. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. και στις δύο πλευρές: ἀμφίστομος = αυτός που έχει στόμα και από τη μια και από την άλλη πλευρά. β. σε όλες τις πλευρές, ολόγυρα: ἀμφιβάλλω = βάζω κάτι από όλες τις πλευρές. γ. για χάρη κάποιου, για κάτι: ἀμφιμάχονται τείχους = μάχονται για το τείχος.

ΝΕ σε σύνθ. λέξεις, λ.χ. αμφίβιος.

[σύνθ. λ. *αμ- (< ἀνά) + παρ. επίθ. -φι, πβ. λατ. ambi].

ἀμφιέννυμι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠμφιέννυν
Μέλλ. ἀμφιῶ (-εῖς, -εῖ)
Αόρ. ἠμφίεσα
Μέσ. μέλλ. ἀμφιέσομαι
Μέσ. αόρ. ἠμφιεσάμην
Παθ. αόρ. ἠμφιέσθην
Παρακ. ἠμφίεσμαι

1. περιβάλλω, ντύνω: ἀμφιέννυμι ἱμάτιόν τινα = περιβάλλω κάποιον με μανδύα. = ἐνδύω. ἐκδύω.

2. μέση φωνή ἀμφιέννυμαι ντύνομαι: ἀρετὴν ἀντὶ ἱματίων ἀμφιέσονται = θα ντυθούν με αρετή αντί με μανδύες.

familyπαράγ. ἀμφίεσις, ἀμφίεσμα, ἀμφιεσμός.

[σύνθ. λ. ἀμφί + ἕννυμι < *ἕσ-νυ-μι].

ἀμφιθέατρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που έχει θέσεις για θεατές ολόγυρα.
  • ως ουσιαστικό τὸ ἀμφιθέατρον αμφιθέατρο.

ΝΕ αμφιθέατρο.

[σύνθ. λ. ἀμφί + θέατρον].

ἀμφισβητέω -ῶ ΡΗΜ

Παρατ. ἠμφεσβήτουν
Mέλλ. ἀμφισβητήσω
Aόρ. ἠμφεσβήτησα
Mέσ. μέλλ. με παθ. σημ. ἀμφισβητήσομαι
«θα αμφισβητηθώ»
Παθ. αόρ. ἠμφεσβητήθην

1. διαφωνώ: ὁ ἕτερος τῶν λόγων τῷ πρότερον λεχθέντι ἀμφισβητεῖ = η άλλη εκδοχή διαφωνεί με την εκδοχή που λέχθηκε προηγουμένως. περὶ δὲ τούτων ἠμφεσβήτουν = σχετικά με αυτά διαφωνούσα.

  • οἱ ἀμφισβητοῦντες οι διάδικοι.

2. αμφισβητώ: ὅτι μὲν οὖν τό γε εἶδος ὅμοιος εἶ τούτοις, ὦ Σώκρατες, οὔτ' αὐτὸς ἄν που ἀμφισβητήσαις = ούτε ο ίδιος, Σωκράτη, θα μπορούσες να αμφισβητήσεις ότι τουλάχιστον στην εμφάνιση είσαι όμοιος με αυτούς.

familyπαράγ. ἀμφισβητήσιμος, ἀμφισβήτησις, σύνθ. ἀναμφισβήτητος.

ΝΕ αμφισβητώ (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. πρόθ. ἀμφίς (σπάνια μορφή της ἀμφί από το επίρρ. ἀμφίς) + *βατ-, *βητ- (βαίνω, βατός) + παρ. επίθ. -έω].

ἀμφισβήτησις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. αμφισβήτηση: ἀμφισϐήτησις ἔσται τίνας ἄρχειν δεῖ = θα υπάρξει αμφισβήτηση για το ποιοι πρέπει να κυβερνούν.

2. διεκδίκηση (συνήθως κληρονομιάς) : τὴν ἀμφισβήτησιν ποιοῦμαι πρός τινα = διεκδικώ την κληρονομιά από κάποιον.

ΝΕ αμφισβήτηση (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἀμφισβητέω + παρ. επίθ. -σις].

ἀμφότερος, -τέρα, -τερον ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ

σπάνια στον ενικό, κυρίως στον πληθυντικό. ἀμφότεροι, -αι, -α και ο ένας και ο άλλος, και οι δύο: ἀμφότεροι ἤκουσαν Ἀναξαγόρου = και οι δύο ήταν μαθητές του Αναξαγόρα.

familyπαράγ. ἀμφοτέρωθεν «και από τις δύο πλευρές».

[παράγ. λ. δυικός ἄμφω (< ἀμφί) + παρ. επίθ. -τερος].

ἂν ΜΟΡΙΟ

1. χρησιμοποιείται με οριστική παρελθοντικού χρόνου, για να σχηματίσει τη λεγόμενη δυνητική οριστική, που δηλώνει το μη πραγματικό: ἦλθες ἄν = θα ερχόσουν (ενν.: αλλά δεν ήλθες). εἰ μὴ ἐπλούτουν, οὐκ ἂν ἦρχον = αν δεν ήμουν πλούσιος, δε θα κυβερνούσα (όμως κυβερνώ). ἠγνόεις ἄν, εἰ οὐκ εὖ ἐπαιδεύου = θα αγνοούσες, αν δε λάμβανες καλή παιδεία (όμως δεν αγνοείς).

2. χρησιμοποιείται με ευκτική, για να σχηματιστεί η λεγόμενη δυνητική ευκτική, που δηλώνει αυτό που είναι πιθανό να συμβεί στο μέλλον: πολλὴ ἂν ἀλογία εἴη, εἰ οὗτοι φοβοῖντο τὰ μειράκια = θα είναι μεγάλη αφροσύνη, αν αυτοί φοβούνται τα παιδιά.

3. με δυνητική σημασία γενικά ἡδέως δ' ἂν ἐροίμην Λεπτίνην = με ευχαρίστηση θα ρωτούσα το Λεπτίνη.

4. ως ήπια προσταγή, προτροπή ή παράκληση λέγοις ἄν = λέγε, σε παρακαλώ.

5. με απαρέμφατο ή μετοχή οἴεσθε τὸν πατέρα οὐκ ἂν φυλάττειν; = νομίζετε ότι ο πατέρας δε θα διαφύλαττε αυτά; πόλλ' ἂν ἔχων ἕτερ' εἰπεῖν παραλείπω = αν και πολλά θα μπορούσα να πω, τα παραλείπω.

6. όταν βρίσκεται μετά το εἰ, συγχωνεύονται τα δύο μόρια (εἰ + ἄν) και έτσι προκύπτουν τα ἄν, ἐάν, ἤν. Αυτά συντάσσονται με υποτακτική: ἢν ἐγγὺς ἔλθῃ θάνατος, οὐδεὶς βούλεται θνῄσκειν = αν πλησιάσει ο θάνατος, κανείς δε θέλει να πεθάνει.

7. σε χρονικές προτάσεις με υποθετική σημασία, το ἂν συγχωνεύεται με τα ὅτε, ὁπότε, ἐπεί, ἐπειδή και έτσι προκύπτουν αντίστοιχα τα ὅταν, ὁπόταν, ἐπήν / ἐπάν, ἐπειδὰν που συντάσσονται με υποτακτική.

8. σε τελικές προτάσεις που εισάγονται με τα αναφορικά επιρρήματα ὡς, ὅπως, ἕως το ἂν εμφανίζεται κάποτε: ὅπως ἂν φαίνηται κάλλιστος = για να φαίνεται πάρα πολύ ωραίος.

9. χρησιμοποιείται με οριστική παρατατικού ή οριστική αορίστου, για να δηλώσει πράξη που επαναλαμβάνεται στο παρελθόν: διηρώτων ἂν αὐτοὺς τί λέγοιεν = κάθε φορά τούς ρωτούσα τι έλεγαν.

[συγγεν. με λατ. an, γοτθ. an].

ἀνὰ ΠΡΟΘΕΣΗ

1. τοπικά κατά μήκος, σε όλη την έκταση: ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα = σε ολόκληρη την Ελλάδα.

2. χρονικά στη διάρκεια: ἀνὰ πᾶσαν τὴν ἡμέραν = σε όλη τη διάρκεια της ημέρας.

3. με αριθμητικά εκφράζει καταμερισμό σε τμήματα ανά, κατά: ἔστησαν ἀνὰ ἑκατόν = στάθηκαν ανά εκατό.

4. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. πάνω σε, προς τα πάνω, πάνω, π.χ. ἀναβαίνω. β. αύξηση ή ενίσχυση, π.χ. ἀνακρίνω. γ. επανάληψη, βελτίωση, π.χ. ἀναβιόω. δ. προς τα πίσω, π.χ. ἀναλαμβάνω «παίρνω πίσω, ανακτώ»handἀναλαμβάνω (σημ. 3).

ΝΕ λόγ. ανά.

[ΙΕ προέλευσης, πβ. αρχ. περσ. ana, γοτθ. ana].

ἀναβαίνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους  hand βαίνω

1. ανεβαίνω: ἀναβαίνει εἰς τὸ τεῖχος = ανεβαίνει στο τείχος. = ἀνέρχομαι. καταβαίνω.

2. μεταβαίνω από τα παράλια στο εσωτερικό μιας χώρας (συνήθως της Μικράς Ασίας): ἀναβαίνει οὖν ὁ Κῦρος λαβὼν Τισσαφέρνη ὡς φίλον = μεταβαίνει προς την Κεντρική Ασία λοιπόν ο Κύρος, παίρνοντας μαζί του και τον Τισσσαφέρνη, με την ιδέα ότι είναι φίλος του. καταβαίνω «μεταβαίνω από τα μεσόγεια προς τα παράλια».

3. ως αττικός νομικός όρος ἀναβαίνω (ἐπὶ τὸ βῆμα) ανέρχομαι στο βήμα, σηκώνομαι να μιλήσω. καταβαίνω «κατεβαίνω από το βήμα, σταματώ να αγορεύω».

familyπαράγ. ἀναβάτης, ἀναβαθμός, ἀνάβασις.

ΝΕ ανεβαίνω (με τις σημ. 1, 2).

[σύνθ. λ. ἀνά + βαίνω].

ἀναβάλλω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand  βάλλω

1. ρίχνω προς τα πάνω: ἐκ τοῦ ὀρύγματος ἀνέβαλλον τὸν χοῦν = από το χαντάκι έριχναν το χώμα προς τα πάνω (προς τα χείλη του).

2. ανεβάζω: οὐδεὶς ἄλλος βασιλέα ἐπὶ τὸν ἵππον ἀνέβαλλεν = κανένας άλλος δεν ανέβαζε το βασιλιά στο άλογο.

3. μέση φωνή ἀναβάλλομαι αναβάλλω: εἰς τὴν ὑστεραίαν ἀναβάλλομαι τὴν δίαιταν = αναβάλλω για την επόμενη μέρα τη διαιτησία.

4. μέση φωνή ἀναβάλλομαι ρίχνω πάνω στους ώμους μου το πανωφόρι (έτσι ώστε να κρέμεται δημιουργώντας πτυχές): τὴν χλαῖναν ἀναϐαλοῦ = ρίξε επάνω σου τη χλαίνη.

familyπαράγ. ἀναβολή, ἀναβολεύς.

ΝΕ αναβάλλω (με τη σημ. 3).

[σύνθ. λ. ἀνά + βάλλω].

ἀνάβασις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ανάβαση. κατάβασις, κάθοδος.

2. εκστρατεία που εκκινεί από τα παράλια και κατευθύνεται προς το εσωτερικό της χώρας (ιδιαίτερα προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, όπως ήταν η εκστρατεία του Κύρου του νεότερου, την οποία εξιστορεί ο Ξενοφώντας στο έργο του Κύρου ἀνάϐασις).

familyπαράγ. ἀναβάσιμος, ἀναβασμός.

ΝΕ ανάβαση (με τη σημ. 1).

[ἀνά- + βάσις < βαίνω ως παράγ. λ. του ἀναβαίνω].

ἀναβιβάζω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand βιβάζω

1. ανεβάζω: ἀναβιβάζω τινὰ ἐπὶ τὸν τροχόν = ανεβάζω κάποιον στον τροχό (για να τον βασανίσω). καταβιβάζω.

2. στην ενεργ. και τη μέση φωνή ἀναβιβάζω & ἀναβιβάζομαι παρουσιάζω (προσάγω) κάποιον στο δικαστήριο ως μάρτυρα: βούλομαι τούτους ὑμῖν μάρτυρας ἀναβιβάσαι = θέλω να παρουσιάσω αυτούς ως μάρτυρες σ' εσάς.

familyπαράγ. ἀναβιβασμός, ἀναβίβασις, ἀναβιβαστέον, σύνθ. συναναβιβάζω.

ΝΕ ανεβάζω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀνά + βιβάζω].

ἀναβιόω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand  βιόω

επανέρχομαι στη ζωή, ζω ξανά μια κατάσταση: καὶ ἐπειδὴ ἀνεβίω, ἀποδρᾶσα ἐκ τῆς οἰκίας ᾤχετο = και όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της, δραπέτευσε αμέσως από το σπίτι της.

familyπαράγ. ἀναβίωσις, ἀναβιώσιμος, σύνθ. ἐπαναβιόω.

ΝΕ αναβιώνω.

[σύνθ. λ. ἀνά + βιόω].

ἀναβολεύς, -έως, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

υπηρέτης (ή όργανο) που βοηθά κάποιον να ιππεύσει το άλογο: ἵππου χωρὶς ἀναβολέως ἐπέβαινε = ίππευε το άλογο χωρίς τη βοήθεια του αναβολέα.

ΝΕ αναβολέας.

[παράγ. του hand ἀναβάλλω «ωθώ προς τα πάνω»: ἀνά + βολ- + -εύς].

ἀναγιγνώσκω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand  γιγνώσκω

διαβάζω: τὰ ὀνόματα ὑμῖν ἀναγνώσομαι τῶν ἀνδρῶν = θα σας διαβάσω τα ονόματα των ανδρών.

  • τὰ βιβλία τὰ ἀνεγνωσμένα τα βιβλία τα οποία έχουν διαβαστεί (μεγαλοφώνως, μπροστά σε ακροατήριο, και άρα έχουν δημοσιευτεί).

familyπαράγ. ἀνάγνωσις, ἀναγνώστης, ἀναγνωστέον, ἀναγνωστικός, σύνθ. συναναγιγνώσκω.

[σύνθ. λ. ἀνά + γιγνώσκω].

ἀναγκαῖος, -αία & -αῖος, -αῖον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αναγκαστικός. = ἄκων, ἀκούσιος. ἑκών, ἑκούσιος, αὐτόβουλος.

2. πειστικός: ἀναγκαῖαι ἀποδείξεις = πειστικές αποδείξεις.

3. αναγκασμένος, με το ζόρι: πολεμισταὶ ἀναγκαῖοι = στρατιώτες με το ζόρι.

4. απαραίτητος.

  • τὰ ἀναγκαῖα τα αναγκαία αγαθά για την ανθρώπινη διαβίωση. οἱ ἀναγκαῖοι οι συγγενείς.

familyπαράγ. ἀναγκαίως, ἀναγκαιότης.

ΝΕ αναγκαίος (με τη σημ. 4).

[παράγ. λ. ἀνάγκη + παρ. επίθ. -αῖος].

ἀνάγκη, -ης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. εξαναγκασμός, ανάγκη, αναγκαιότητα. = βία.

  • ως επίρρημα ἀνάγκῃ αναγκαστικά.

2. στον πληθ. αἱ ἀνάγκαι βία, τιμωρία (ιδιαίτερα για βασανιστήρια): προσάγω τινὶ τὰς ἀνάγκας = χρησιμοποιώ βία εναντίον κάποιου.

familyπαράγ. ἀναγκάζω, ἀναγκαῖος, σύνθ. πειθανάγκη.

[ίσως ἀν- (< ἀνά) + *-άγκη (πβ. ἀγκών) με τη σημ. «σύλληψη μέσα στα μπράτσα»].

ἀναγράφω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand  γράφω

1. για συνθήκες και νόμους εγχαράσσω και στήνω δημόσια: τὰς ξυνθήκας τὰς περὶ τῆς ξυμμαχίας ἀνέγραψαν ἐν στήλῃ λιθίνῃ = εγχάραξαν τις συμφωνίες για τη συμμαχία σε πέτρινη στήλη.

2. για συγγραφέα περιγράφω: οὐδὲ ταῦτα ἐς τὸ ἀληθὲς ἀνέγραψαν = ούτε αυτά τα περιέγραψαν με τρόπο αληθινό.

ΝΕ αναγράφω (με σημ. παραπλήσια προς τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἀνά + γράφω].

ἀνάγω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἄγω

1. οδηγώ προς τα πάνω, ανεβάζω: ἀνάγω πελταστὰς πρὸς τὸ ὄρος = ανεβάζω πελταστές στο βουνό.

2. οδηγώ από τα παράλια (ιδιαίτερα της Μικράς Ασίας) στο εσωτερικό της χώρας ή από τον Πειραιά προς την Αθήνα: Φαρνάβαζος κατεῖχε τοὺς πρέσβεις, φάσκων ἀνάξειν αὐτοὺς παρὰ βασιλέα = ο Φαρνάβαζος κρατούσε τους απεσταλμένους, λέγοντας ότι θα τους οδηγήσει στο βασιλιά.

3. μέση φωνή ἀνάγομαι αποπλέω, σηκώνω άγκυρα: ἐπλήρουν τὰς ναῦς ὡς ἀναξόμενοι = έμπαιναν στα καράβια, γιατί επρόκειτο να σηκώσουν άγκυρα. = ἀποπλέω, ἀπαίρω «αποπλέω». κατάγομαι «φτάνω στην ξηρά».

familyπαράγ. ἀναγωγὴ «απόπλους», σύνθ. συνάγω.

ΝΕ ανάγομαι (για χρόνο, πηγαίνω πίσω).

[σύνθ. λ. ἀνά + ἄγω].

ἀνάθεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

τοποθέτηση κάποιου πράγματος σε δημόσιο χώρο, προσφορά αναθημάτων σε ναούς: τρίποδος ἀνάθεσις = προσφορά τρίποδα.

ΝΕ ανάθεση (λ.χ. εργασίας, καθηκόντων κτλ.).

[σύνθ. λ. ἀνά + θέσις < τίθημι].

ἀναθεωρέω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand θεωρέω

εξετάζω προσεκτικά.

familyπαράγ. ἀναθεώρησις «προσεκτική εξέταση».

ΝΕ αναθεωρώ (λ.χ. μια άποψη κτλ.).

[παράγ. λ. ἀνά + θεωρέω].

ἀνάθημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αφιέρωμα που προσφέρεται σε ναό ή στήνεται σε δημόσιο χώρο. = ἀφιέρωμα.

[παράγ. λ. ἀνά + *θη- (ἀνα-τί-θη-μι) + παρ. επίθ. -μα].

ἀναθηματικός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που συνίσταται σε ἀναθήματα.

[παράγ. λ. ἀνάθημα, -ατος + παρ. επίθ. -ικός].

ἀναθρέω -ῶ ΡΗΜΑ

παρατηρώ με προσοχή: μόνον τῶν θηρίων ὀρθῶς ὁ ἄνθρωπος ἄνθρωπος ὠνομάσθη ἀναθρῶν ἃ ὄπωπεν = από όλα τα ζώα μόνον ο άνθρωπος ορθώς ονομάστηκε «άνθρωπος», επειδή παρατηρεί προσεκτικά (= ἀναθρῶν) αυτά που έχει δει (= ὄπωπεν).

familyπαράγ. ἀνάθρησις.

[παράγ. λ. ἀνά + ἀθρέω].

ἀναίδεια & ἀναιδεία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αναίδεια, αδιαντροπιά: εἰς τοῦθ᾽ ἧκεν ἀναιδείας, ὥστ᾽ ἐτόλμα λέγειν... = έφτασε σε αυτό το σημείο αναίδειας, ώστε τολμούσε να λέει...
  • λίθος ἀναιδείας πέτρα στον Άρειο Πάγο, επάνω στην οποία στεκόταν ο κατήγορος, όταν απαιτούσε από το δικαστήριο να επιβάλει τη μέγιστη δυνατή ποινή που προέβλεπε ο νόμος στο άτομο που κατηγορούσε για ανθρωποκτονία.

ΝΕ αναίδεια.

[παράγ. λ. ἀναιδής (στερ. ἀ + αἰδώς) + παρ. επίθ. -εια].

ἀναίρεσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. περισυλλογή (ιδίως πτωμάτων για ενταφιασμό): νεκρῶν ἀναίρεσις = περισυλλογή των νεκρών.

2. καταστροφή: τῶν τειχῶν ἀναίρεσις = καταστροφή των τειχών.

3. θανάτωση.

ΝΕ αναίρεση «ακύρωση» (λ.χ. νόμου, επιχειρήματος με σημ. παρόμοια με τη 2).

[σύνθ. λ. ἀνά + αἵρεσις].

ἀναιρέω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handαἱρέω -ῶ

1. σηκώνω από το έδαφος: τῶν τεθνεώτων τὰ ὀστᾶ ἀνεῖλον = σήκωσαν από τη γη τα κόκαλα των πεθαμένων.

2. για ανθρώπους καταστρέφω, σκοτώνω: τοὺς τούτων μηνυτὰς ἀναιροῦσι = σκοτώνουν όσους αποκαλύπτουν αυτά τα πράγματα.

3. καταργώ: τοὺς μὲν ἀναιροῦσιν τῶν νόμων, τοὺς δὲ καταλείπουσιν = μερικούς νόμους τους καταργούν και άλλους τους αφήνουν σε ισχύ.

4. για επιχείρημα αναιρώ.

5. για χρησμούς ορίζω, δίνω εντολή: χρωμένῳ δὲ τῷ Κύλωνι ἀνεῖλεν ὁ θεὸς καταλαβεῖν τὴν Ἀθηναίων ἀκρόπολιν = στον Κύλωνα, που ζητούσε χρησμό, ο Απόλλωνας όρισε να καταλάβει την Ακρόπολη των Αθηναίων.

6. μέση φωνή ἀναιροῦμαι περισυλλέγω για ενταφιασμό: τοὺς ἑαυτῶν νεκροὺς ἀνείλοντο = περισυνέλεξαν τους νεκρούς τους για ενταφιασμό.

7. μέση φωνή ἀναιροῦμαι αναλαμβάνω: ἀναιροῦμαι δημόσιον ἔργον = αναλαμβάνω δημόσιο έργο.

8. μέση φωνή ἀναιροῦμαι ακυρώνω: τὴν συγγραφὴν ἀνείλετο = ακύρωσε τη συμφωνία.

familyπαράγ. ἀναίρεσις, ἀναιρετικός, ἀναιρέτης, σύνθ. συναναιρέω.

ΝΕ αναιρώ (με τις σημ. 3 και 4).

[σύνθ. λ. ἀνά + αἱρέω].

ἀναίσθητος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που στερείται αίσθησης: ἀναίσθητος τῶν περὶ αὐτόν = δεν έχει αίσθηση για το τι συμβαίνει γύρω του.

2. αμβλύνους, ανόητος: οἱ κατάπτυστοι Θετταλοὶ καὶ ἀναίσθητοι Θηβαῖοι = εκείνοι οι αχρείοι Θεσσαλοί και εκείνοι οι ανόητοι Θηβαίοι. = εὐήθης «ηλίθιος».

3. ανεπαίσθητος: ἀναίσθητος θάνατος = θάνατος που δε γίνεται αντιληπτός.

familyπαράγ. ἀναισθησία, ἀναισθήτως.

ΝΕ αναίσθητος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + αἰσθητός (< αἰσθάνομαι + παρ. επίθ. -τός)].

ἀναίσχυντος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀναισχυντότερος
Υπερθετικός ἀναισχυντότατος

1. για πρόσωπα αδιάντροπος: οὕτω δ' ἀναίσχυντός ἐστιν, ὥστε... = είναι τόσο αδιάντροπος, ώστε...

2. για πράγματα ατιμωτικός.

familyπαράγ. ἀναισχύντως «χωρίς ντροπή», ἀναισχυντέω «είμαι αναιδής, αδιάντροπος».

ΝΕ λόγ. αναίσχυντος (με τις σημ. 1, 2).

[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + αἰσχύν-ομαι + παρ. επίθ. -τος].

ἀνακαλέω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand καλέω -ῶ

1. επικαλούμαι: εὔχομαι τῷ Ἀπόλλωνι τὰς ἐπωνυμίας τοῦ θεοῦ ἀνακαλῶν = προσεύχομαι στον Απόλλωνα επικαλούμενος τους λατρευτικούς τίτλους του θεού.

2. καλώ πίσω, ανακαλώ: διὰ ταῦτα ἀνεκάλεσαν αὐτόν = για τους λόγους αυτούς τον κάλεσαν πίσω.

familyπαράγ. ἀνάκλησις, ἀνακλητικός, σύνθ. ἐπανακαλέω.

ΝΕ ανακαλώ (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀνά + καλέω].

ἀνάκειμαι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand κεῖμαι

1. είμαι τοποθετημένος ως προσφορά ή αφιέρωμα στο ναό κάποιου θεού: τῆς ἀρετῆς τὰ μνημεῖα πρὸς τοῖς ὑμετέροις ἱεροῖς ἀνάκειται = τα μνημεία της αρετής του είναι τοποθετημένα ως αφιερώματα στα δικά σας ιερά.

2. εξαρτώμαι: ἐπὶ σοὶ τάδε πάντα ἀνάκειται = από σένα εξαρτώνται όλα αυτά.

3. είμαι πλαγιασμένος, ανακεκλιμένος (handἀναπίπτω).

[σύνθ. λ. ἀνά + κεῖμαι].

ἀνακλίνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand κλίνω

είμαι γερμένος προς τα πίσω στηριζόμενος στον αγκώνα μου (σε στάση ανάπαυσης ή φαγητού, handἀναπίπτω). = ἀνάκειμαι.

familyπαράγ. ἀνάκλισις, ἀνάκλιντρον, σύνθ. συνανακλίνομαι.

[σύνθ. λ. ἀνά + κλίνω].

ἀνακομιδή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ανάκτηση: τῶν πλοίων ἀνακομιδή = ανάκτηση των πλοίων.

ΝΕ ανακομιδή (των λειψάνων ενός αγίου).

[σύνθ. λ. ἀνά + κομιδή].

ἀνακράζω ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀνακράξομαι
Για τους άλλους χρόνους handκράζω

φωνάζω δυνατά, κραυγάζω: ἀνέκραγον ὡς εὖ λέγοι = φώναξαν δυνατά ότι ομιλεί ορθά.

[σύνθ. λ. ἀνά + κράζω].

ἀναλαμβάνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand λαμβάνω

εύχρηστο στον ενεστώτα και τον αόριστο β΄.

1. παίρνω στα χέρια μου ή μαζί μου: καὶ ἀναλαβόντες αὐτοὺς οἱ Συρακόσιοι ἐπὶ τὰς ναῦς παρέπλεον ἐπ' οἶκον = οι Συρακούσιοι, αφού τους πήραν στα πλοία, έπλευσαν προς την πόλη τους. = αἱρέω (σημ. 1), λαμβάνω.

2. αναλαμβάνω: τὴν προξενίαν ἀναλαμβάνω.

3. παίρνω πίσω, επανακτώ: τὴν ἀρχὴν ἣν πρότερον ἐκεκτήμεθα ἀναλαβεῖν βουλόμεθα = θέλουμε να επανακτήσουμε την ηγεμονία που είχαμε προηγουμένως.

familyπαράγ. ἀνάληψις, ἀνάλημμα, σύνθ. συναναλαμβάνω.

ΝΕ αναλαμβάνω (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀνά + λαμβάνω].

ἀναλίσκω & ἀναλόω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀνήλισκον & ἀνήλουν
Μέλλ. ἀναλώσω
Αόρ. ἀνήλωσα
Παρακ. ἀνήλωκα
Παθ. μέλλ. ἀναλωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἀνηλώθην & ἀναλώθην
Παθ. παρακ. ἀνήλωμαι & ἀνάλωμαι

1. ξοδεύω: τρεῖς μνᾶς ἀνήλωσα = ξόδεψα τρεις μνες. = δαπανάω.

2. για πρόσωπα σκοτώνω: καὶ ἄλλους τινὰς ἀνεπιτηδείους τῷ αὐτῷ τρόπῳ κρύφα ἀνήλωσαν = κατά τον ίδιον τρόπο σκότωσαν κρυφά και μερικούς άλλους ανεπιθύμητους.

familyπαράγ. ἀνάλωμα, ἀνάλωσις, ἀναλωτέος, ἀναλωτής, ἀναλωτικός, σύνθ. συναναλίσκω, ἐπαναλίσκω.

ΝΕ αναλώνω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀνά + ἁλίσκω].

ἀναμένω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand μένω

περιμένω.

ΝΕ αναμένω.

[σύνθ. λ. ἀνά + μένω].

ἀναμιμνῄσκω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand μιμνήσκω

1. υπενθυμίζω: οἱ Ἐγεσταῖοι ξυμμαχίαν ἀνέμνησαν τοὺς Ἀθηναίους = οι Εγεσταίοι υπενθύμισαν στους Αθηναίους τη συμμαχία τους. ἀναμιμνῄσκω ὑμᾶς τῶν κακῶν = σας υπενθυμίζω τα κακά.

2. υπενθυμίζω, αναφέρω: πάντα ὅσα ἐναντία Θηϐαίοις ἐπράξατε ἀναμιμνῄσκουσιν = αναφέρουν όλα όσα εχθρικά προς τους Θηβαίους πράξατε.

3. παθ. φωνή ἀναμιμνῄσκομαι θυμάμαι: ἐν δὲ τῷ κακῷ ἀνεμνήσθησαν καὶ τοῦδε τοῦ ἔπους = κατά τη διάρκεια της συμφοράς θυμήθηκαν και τον ακόλουθο στίχο. ἀνεμνήσθην τὰ νῦν γεγενημένα = θυμήθηκα όσα έχουν γίνει πρόσφατα.

familyπαράγ. ἀνάμνησις, ἀναμνηστικός.

[σύνθ. λ. ἀνά + μιμνήσκω (χωρίς υπογεγραμμένη)].

ἀναμὶξ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

ανάμεικτα: Πελοποννήσιοι καὶ Ἀμβρακιῶται ἀναμὶξ τεταγμένοι ἦσαν = οι Πελοποννήσιοι και οι Αμβρακιώτες ήταν παρατεταγμένοι ανάμεικτα.

[σύνθ. λ. ἀνά + επίρρ. μίξ].

ἄνανδρος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. ως ουσιαστικό ἡ ἄνανδρος γυναίκα χωρίς σύζυγο, δηλαδή ανύπαντρη ή χήρα.

2. δειλός. ἀνδρεῖος.

familyπαράγ. ἀνανδρία, ἀνάνδρως.

ΝΕ άνανδρος (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + ανδρ- (< ἀνήρ) + -ος].

ἀνανεύω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand νεύω

κλίνω το κεφάλι προς τα πίσω σε ένδειξη άρνησης: ἐδεόμην σῶσαι μοι τὸν Ζώσιμον· ὁ θεὸς ἀνένευσεν = παρακαλοῦσα να μου σώσει το Ζώσιμο· ο θεός το αρνήθηκε. κατανεύω.

[σύνθ. ἀνά + νεύω].

ἀνανήφω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand νήφω

1. γίνομαι πάλι νηφάλιος (έπειτα από μέθη): ἐκ μακρᾶς ἀνανήφω μέθης = αποκτώ τη νηφαλιότητά μου έπειτα από μεγάλη μέθη.

2. επανέρχομαι στα λογικά μου: ἀνανήφω ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος = επανέρχομαι στα λογικά μου ξεφεύγοντας από την παγίδα του διαβόλου.

familyπαράγ. ἀνάνηψις.

[σύνθ. λ. ἀνά + νήφω].

ἀνάντης, -ης, ἄναντες ΕΠΙΘΕΤΟ

ανηφορικός, απότομος: ἀνάντης ἀνάϐασις = ανηφορική ανάβαση. κατάντης «κατηφορικός».

[σύνθ. λ. ἀνά + ἀντ- (πβ. ἄντα «έναντι») + -ης].

ἄναξ, ἄνακτος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

μόνον στον ποιητικό λόγο.

κύριος, αφέντης (χρησιμοποιείται κυρίως ως προσδιορισμός θεών και βασιλέων).

familyπαράγ. ἀνάσσω, ἄνασσα, ἀνάκτορον.

[προελλ. δάν. Fάναξ].

ἀνάπαλιν ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. πίσω πάλι.

2. πάλι, ξανά: ὧδε δὴ ἀνάπαλιν ἄκουε = άκουσέ το πάλι κατ᾿ αυτόν τον τρόπο.

3. αντίθετα, αντίστροφα: ὅταν ἀνάπαλιν ἡ γένεσις τούτων πορεύηται, τότε ταῦτα διαφθείρεται = όταν η δημιουργία αυτών κινείται αντίστροφα, τότε αυτά καταστρέφονται.

[σύνθ. λ. ἀνά + πάλιν].

ἀνάπαυλα, -παύλης, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ξεκούραση: καὶ μὴν καὶ τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα = και εξασφαλίσαμε για το πνεύμα μας πάρα πολλούς τρόπους ξεκούρασης από τους κόπους.

2. τόπος ξεκούρασης: καὶ ἀνάπαυλαι κατὰ τὴν ὁδὸν ἐν τοῖς ὑψηλοῖς δένδρεσί εἰσι σκιαραί = και στο δρόμο υπάρχουν δροσερά αναπαυτήρια, κάτω από τα ψηλά δέντρα.

ΝΕ ανάπαυλα (με τη σημ. 1).

[αβέβ. ετυμ., ίσως παράγ. λ. ἀναπαύ-ομαι + -λα].

ἀναπείθω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πείθω

1. πείθω: ἀναπείθω τοὺς νέους ὡς σοφώτατός εἰμι = πείθω τους νέους ότι είμαι σοφότατος.

2. παρασύρω: κἀνέπειθον τῶν Λακώνων τοὺς μεγίστους χρήμασιν = και αποπλανούσαν τους πιο ισχυρούς από τους Σπαρτιάτες με χρήματα.

[σύνθ. λ. ἀνά + πείθω].

ἀναπέμπω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πέμπω

στέλνω από τόπο χαμηλότερο σε τόπο ψηλότερο ή από τα παράλια στο εσωτερικό μιας χώρας (και ιδίως της Μικράς Ασίας): φρουροὺς εἰς τὰ ἄκρα ἀνέπεμπε = έστελνε φρουρούς στις κορυφές. αὐτοὺς ἔμελλεν ὡς βασιλέα ἀναπέμψειν = αυτούς σκόπευε να τους στείλει στο βασιλιά.

familyπαράγ. ἀναπομπή, σύνθ. προαναπέμπω.

ΝΕ αναπέμπω (στέλνω κάτι για επανεξέταση κτλ.).

[σύνθ. λ. ἀνά + πέμπω].

ἀναπετάννυμι & ἀναπεταννύω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πετάννυμι

ξεδιπλώνω: τὰς πύλας ἀναπεταννύω = ξεδιπλώνω (ανοίγω) τις πύλες.

  • μετοχή παθ. παρακ. ἀναπεπταμένος ανοικτός: τὰ ὄμματα ἔχω ἀναπεπταμένα = έχω τα μάτια ανοικτά.

familyπαράγ. ἀναπεπταμένως.

ΝΕ λόγ. μτχ. αναπεπταμένος.

[σύνθ. λ. ἀνά + πετάννυμι].

ἀναπίμπλημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πίμπλημι

γεμίζω: αἰσχύνης ὅλην ἀναπίμπλησι τὴν πόλιν = γεμίζει ολόκληρη την πόλη από ντροπή. = πληρόω. κενόω.

familyπαράγ. ἀνάπλεως «γεμάτος».

[σύνθ. λ. ἀνά + πίμπλημι].

ἀναπίπτω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πίπτω

1. πέφτω προς τα πίσω.

2. αποκαρδιώνομαι: δέδοικα μὴ νῦν ἀναπεπτωκότες ἦτε = φοβούμαι μήπως έχετε τώρα αποκαρδιωθεί.

3. ανακλίνομαι (δηλ. κάθομαι γέρνοντας την πλάτη μου προς τα πίσω και στηρίζομαι στον αγκώνα μου. Αυτή τη στάση έπαιρναν οι αρχαίοι για να γευματίσουν): μετὰ ταῦτ' ἀναπεσεῖν ἐκέλευον αὐτὴν παρ᾿ ἐμέ = έπειτα από αυτά, της είπα να κάτσει δίπλα μου.

[σύνθ. λ. ἀνά + πίπτω].

ἀνάπλεως, ἀναπλέα, ἀνάπλεων ΕΠΙΘΕΤΟ

γεμάτος: σκότους ἀνάπλεως ἔχω τοὺς ὀφθαλμούς = έχω τα μάτια γεμάτα από σκοτάδι. = πλήρης.

[σύνθ. λ. ἀνά + πλέως/πλέος, πβ. πλῆ-θος, πλή-ρης, πλέ-ον].

ἀναπληρόω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πληρόω

1. γεμίζω: ἀναπληροῖς τὸ κεχηνὸς τοῦ ῥυθμοῦ = γεμίζεις το χάσμα του ρυθμού. = πίμπλημι «γεμίζω», πληρόω «γεμίζω». κενόω.

2. συμπληρώνω: ἀλλ᾽ εἴ τι ἐξέλιπον, σὸν ἔργον, ὦ Ἀριστόφανες, ἀναπληρῶσαι = αλλά αν άφησα κάτι πίσω, Αριστοφάνη, είναι δικό σου καθήκον να το συμπληρώσεις.

familyπαράγ. ἀναπλήρωσις, ἀναπληρωματικός.

ΝΕ αναπληρώνω (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀνά + πληρόω].

ἀναπτύσσω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand πτύσσω

ξετυλίγω (κυρίως τους παπυρικούς κυλίνδρους πάνω στους οποίους έγραφαν τα κείμενά τους οι αρχαίοι Έλληνες), ανοίγω για διάβασμα: ἀναπτύσσω τὸ βυβλίον = ανοίγω το βιβλίο. = ἐξελίττω.

familyπαράγ. ἀνάπτυξις «ξεδίπλωμα».

ΝΕ αναπτύσσω (λ.χ. ένα θέμα, «περιγράφω με κάθε λεπτομέρεια»).

[σύνθ. λ. ἀνά + πτύσσω].

ἀνάπτω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἅπτω

1. δένω.

2. μέση φωνή ἀνάπτομαι δένω (πάνω μου): ἐπιστολὴν ἐκ τῶν δακτύλων ἀναψάμενος περιεπορεύετο = αφού έδεσε στα δάκτυλα την επιστολή, βάδιζε γύρω γύρω.

3. ανάβω: ἀνῆψεν τὴν πυράν = άναψε την πυρά.

familyσύνθ. προσανάπτω.

ΝΕ ανάβω (σημ. 3).

[σύνθ. ἀνά + ἅπτω].

ἀναρτάω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἀρτάω

1. κρεμάω: ἑαυτὴν ἀνήρτησεν = κρεμάστηκε. = κρεμάννυμι.

2. αποδίδω: εἰς θεοὺς ἀναρτῶ τι = αποδίδω κάτι στους θεούς.

3. παθ. φωνή ἀναρτῶμαι κρέμομαι.

4. παθ. φωνή ἀναρτῶμαι εξαρτώμαι: πᾶσι δὲ τούτοις ἐξ ἐκείνης τῆς λίθου ἡ δύναμις ἀνήρτηται = η δύναμη λοιπόν για όλα αυτά εξαρτάται από εκείνη την πέτρα.

familyπαράγ. ἀνάρτησις, σύνθ. συναναρτάομαι.

ΝΕ αναρτώ (με τις σημ. 1 και 3, λ.χ. αναρτώνται τα αποτελέσματα των εξετάσεων).

[σύνθ. λ. ἀνά + ἀρτάω].

ἀναρχία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. έλλειψη αρχηγού: ἀναρχίας οὔσης ταῦτα ἐγένετο = επειδή δεν υπήρχε αρχηγός, έγιναν αυτά.

2. ανομία, αναρχία: ἐν πάσῃ ἀναρχίᾳ καὶ ἀνομίᾳ ἔζων = ζούσαν σε πλήρη αναρχία και ανομία.

3. στην Αθήνα έλλειψη άρχοντα, χρονιά κατά τη διάρκεια της οποίας δεν υπήρχε άρχοντας: διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ἀναρχίαν ἐποίησαν = για τον ίδιο λόγο δεν ανέδειξαν άρχοντα.

ΝΕ αναρχία (με τη σημ. 2).

[παράγ. λ. ἄναρχος + παρ. επίθ. -ία].

ἀνατείνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand τείνω

τεντώνω προς τα πάνω, υψώνω: ἀνατείνω τὴν χεῖρα = υψώνω το χέρι.

familyπαράγ. ἀνάτασις, ἀνατεταμένως.

ΝΕ ανάταση.

[σύνθ. λ. ἀνά + τείνω].

ἀνατίθημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand τίθημι

1. αποδίδω: ἂν ἐκεῖνος ἁμάρτῃ, σοὶ τὰς αἰτίας ἀναθήσουσιν = εάν εκείνος αποτύχει, θα αποδώσουν σε σένα τις ευθύνες.

2. αφιερώνω: εἰς Δελφοὺς ἀνατίθημί τι = αφιερώνω κάτι στους Δελφούς. = ἀφιερόω.

familyπαράγ. ἀνάθεσις, ἀνάθημα, ἀναθηματικός.

ΝΕ αναθέτω (λ.χ. εργασία, καθήκον κτλ.).

[σύνθ. λ. ἀνά + τίθημι].

ἀναφέρω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handφέρω

1. φέρνω πάνω: ἀναφέρω τινὰ εἰς Ὄλυμπον = φέρνω κάποιον πάνω στον Όλυμπο.

2. επαναφέρω (σε μια προηγούμενη καλή κατάσταση): ἐκ πονηρῶν τῶν πραγμάτων γενομένων τοῦτο πρῶτον ἀνήνεγκε τὴν πόλιν = από την κακή κατάσταση πραγμάτων αυτό το μέτρο πρώτα επανέφερε την πόλη σε καλή κατάσταση.

3. πληρώνω, επιστρέφω χρήματα: ἀνηνέγκαμεν χίλια τάλαντα = πληρώσαμε χίλια τάλαντα.

familyπαράγ. ἀναφορά, ἀναφορικός, σύνθ. ἐπαναφέρω.

ΝΕ αναφέρω «καταθέτω, διηγούμαι».

[σύνθ. λ. ἀνά + φέρω].

ἀναχαιτίζω ΡΗΜΑ

1. ρίχνω τον αναβάτη.

2. μεταφορικά ανατρέπω.

familyπαράγ. ἀναχαίτισις.

ΝΕ αναχαιτίζω (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀνά + χαίτη (του αλόγου) + παρ.επίθ. -ίζω].

ἀναψύχω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handψύχω

δροσίζω: παρὰ κρήνην ἀναψύχω τι = δροσίζω κάτι κοντά στην πηγή.

familyπαράγ. ἀναψυκτήρ, ἀνάψυξις, ἀναψυχή, ἀναψυκτικός.

ΝΕ αναψυχή, αναψυκτήριο (λόγιο).

[σύνθ. λ. ἀνά + ψύχω].

ἀνδραγάθημα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

γενναία πράξη.

ΝΕ ανδραγάθημα.

[παράγ. λ. ἀνδραγαθέω (< σύνθ. ἀνήρ + ἀγαθός + -έω) + παρ. επίθ. -μα].

ἀνδραγαθία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

γενναιότητα: ἐστὶ δίκαιον τὴν ἐς τοὺς πολέμους ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀνδραγαθίαν προτίθεσθαι = είναι δίκαιο να προβάλλουμε τη γενναιότητα υπέρ της πατρίδος στους πολέμους.

[παράγ. λ. ἀνδραγαθέω (< σύνθ. λ. ἀνήρ + ἀγαθός + -έω) + παρ. επίθ. -ία].

ἀνδραποδίζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠνδραπόδιζον
Μέλλ. ἀνδραποδιῶ
Aόρ. ἠνδραπόδισα
Παθ. μέλλ. ἀνδραποδισθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠνδραποδίσθην
Παθ. παρακ. ἠνδραπόδισμαι

υποδουλώνω: ἠνδραπόδισαν Σκύρον = υποδούλωσαν τη Σκύρο. = δουλόω. ἐλευθερόω.

familyπαράγ. ἀνδραπόδισις, ἀνδραποδισμός, ἀνδραποδιστής.

ΝΕ λόγ. σύνθ. εξανδραποδίζω (με την ίδια σημ.).

[παράγ. λ. handἀνδράποδον + παρ. επίθ. -ίζω].

ἀνδραποδισμός, -οῦ, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

υποδούλωση.

ΝΕ λόγ. σύνθ. εξανδραποδισμός.

[παράγ. λ. ἀνδραποδίζω + παρ. επίθ. -μός].

ἀνδράποδον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αιχμάλωτος, αυτός που αιχμαλωτίζεται στον πόλεμο και πωλείται σαν δούλος (ανεξάρτητα από το αν πριν αιχμαλωτιστεί ήταν δούλος ή ελεύθερος. Αρχικά διακρινόταν από το δοῦλος, που σήμαινε αυτόν που γεννήθηκε δούλος): Τισσαφέρνει παρέδοσαν τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα = παρέδωσαν στον Τισσαφέρνη όλους τους αιχμαλώτους, και τους ελευθέρους και τους δούλους.

familyπαράγ. ἀνδραποδίζω, ἀνδραποδιστής.

[σύνθ. λ. ἀνήρ, ἀνδρ-ός + -ά-ποδον (< πούς, ποδός) κατά το τετρ-ά-ποδον].

ἀνδρείκελον, -έλου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ομοίωμα άνδρα.

ΝΕ ανδρείκελο (με την ίδια σημ.).

[σύνθ. λ. ἀνήρ + εἴκελος «που μοιάζει εξωτερικά με...»].

ἀνδριάς, -άντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ομοίωμα ανδρός, άγαλμα.

familyσύνθ. ἀνδριαντοποιός.

ΝΕ ανδριάντας.

[παράγ. λ. ἀνήρ, ἀνδρός + παρ. επίθ. -ιάς].

ἀνδρών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αίθουσα σπιτιού που χρησιμοποιούσαν μόνο άνδρες, αίθουσα συμποσίων: ὁ ἀνδρὼν κεκοσμημένος ἐστί = η αίθουσα συμποσίου είναι τακτοποιημένη. = ἡ ἀνδρωνῖτις. ἡ γυναικωνῖτις.

[παράγ. λ. ἀνήρ, ἀνδρ-ός + παρ. επίθ. -ών].

ἀνδρωνῖτις, -ιδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αίθουσα των σπιτιών που χρησιμοποιούσαν μόνο άνδρες (handἀνδρών). = ὁ ἀνδρών. ἡ γυναικωνῖτις.

[παράγ. λ. ἀνδρών (ἀνήρ) + παρ. επίθ. -ῖτις].

ἀνεγείρω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἐγείρω

1. σηκώνω από τον ύπνο.

2. μεταφορικά ξεσηκώνω.

3. ανεγείρω (οικοδόμημα).

familyπαράγ. ἀνέγερσις.

ΝΕ ανεγείρω (με τη σημ. 3).

[σύνθ. λ. ἀνά + ἐγείρω].

ἀνειμένως ΕΠΙΡΡΗΜΑ

ελεύθερα, άνετα: ἡμεῖς ἀνειμένως διαιτώμεθα = εμείς ζούμε άνετα.

[μτχ. παθ. παρακ. του hand ἀνίημι + παρ. επίθ. -ως].

ἀνελεύθερος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. δουλικός, δουλοπρεπής.

2. τσιγκούνης, φιλάργυρος. ἐλευθέριος «γενναιόδωρος».

familyπαράγ. ἀνελευθερία, ἀνελευθέρως.

ΝΕ ανελεύθερος (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. στερ. ἀν- + ἐλεύθερος].

ἀνελίττω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἑλίττω

ο κοινός τύπος είναι ἀνελίσσω

ξετυλίγω. = ἀναπτύσσω «ξεδιπλώνω».

familyπαράγ. ἀνέλιξις, ἀνελικτικός.

ΝΕ λόγ. ανελίσσομαι.

[σύνθ. λ. ἀνά + ἐλίττω].

ἀνεπιτήδευτος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. λιτός: ἀνεπιτήδευτος σύνθεσις ὀνομάτων = λιτός συνδυασμός λέξεων.

2. αδοκίμαστος: Ἀλκιϐιάδῃ οὐδὲν ἦν ἀμίμητον οὐδ' ἀνεπιτήδευτον = για τον Αλκιβιάδη τίποτε δεν έμεινε που να μη μιμηθεί και να μη δοκιμάσει.

familyπαράγ. ἀνεπιτηδεύτως.

ΝΕ ανεπιτήδευτος (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + ἐπιτηδευτός (παράγ. λ. ἐπιτηδεύομαι + παρ. επίθ. -τός)].

ἄνευ ΠΡΟΘΕΣΗ

συντάσσεται πάντοτε με γενική

1. χωρίς: μόνος ἄνευ τινός = μόνος χωρίς κανέναν.

2. εκτός από…: πάντα ἄνευ χρυσοῦ = τα πάντα εκτός από το χρυσάφι.

ΝΕ άνευ (λόγ., με τη σημ. 1 στη φρ. άνευ λόγου και αιτίας).

[ΙΕ αρχής, συγγεν. με λατ. sine, που διαφέρει ως προς τη δασεία].

ἀνήρ, ἀνδρός, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. άντρας.

2. άνθρωπος: πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε = ο πατέρας και των ανθρώπων και των θεών (ο Δίας).

3. παλικάρι: ἄνδρας ἡγοῦνται μόνους τοὺς πλεῖστα δυναμένους φαγεῖν = θεωρούν ως παλικάρια μόνο αυτούς που μπορούν να φάνε πάρα πολύ.

4. ο σύζυγος. γυνή «η σύζυγος».

5. κυρίως σε προσφωνήσεις στον πληθυντικό ἄνδρες δικασταί.

familyπαράγ. ἀνδρεῖος, ἀνδρεία, σύνθ. ἀνδροφόνος.

ΝΕ άνδρας / άντρας (με τις σημ. 1, 3, 4).

[*(ἀ)νερ-, πβ. αρχ. ιταλ. ner- «ανδρικός»].

Ἀνθεστήρια, -ίων, τὰ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

η Γιορτή των Ανθέων, η τριήμερη γιορτή προς τιμήν του θεού Διόνυσου στις 11, 12 και 13 του μηνός handἈνθεστηριῶνος.

[επίθ. *ἀνθεστήριος, -α (ενν. ἑορτάσματα)].

Ἀνθεστηριών, -ῶνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ο όγδοος μήνας του αττικού ημερολογίου, που αντιστοιχεί στο διάστημα από 15 Ιανουαρίου έως 15 Φεβρουαρίου. Τότε τελούνταν τα handἈνθεστήρια.

[Ἀνθεστήρια + παρ. επίθ. -(ι)ών].

ἀνθίστημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἵστημι

1. στήνω (ενάντια ή απέναντι σε κάτι).

2. μέση φωνή μαζί με τους χρόνους με αμετάβ. σημ. (handἵστημι) αντιστέκομαι: ἀντέστησαν Ἀλεξάνδρῳ = αντιστάθηκαν στον Αλέξανδρο. ἐνδίδωμι «υποχωρώ».

familyπαράγ. ἀντίστασις, ἀντιστάτης.

ΝΕ ανθίσταμαι (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀντί + ἵστημι].

ἄνθος, -ους, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. λουλούδι.

2. ακμή κάθε πράγματος, καλού ή κακού: ἔρωτος ἄνθος = η ακμή του έρωτα.

familyπαράγ. ἀνθέω, ἄνθεμον, ἀνθηρός, σύνθ. ἀνθοφορία, ἀνθοφόρος.

ΝΕ άνθος (και με τις δύο σημ.).

[*ἀνθεσ-, πβ. αρχ. ινδ. ándhas- «φυτό»].

ἀνιάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠνίων
Μέλλ. ἀνιάσω
Αόρ. ἠνίασα
Παρακ. ἠνίακα
Παθ. παρατ. ἠνιώμην
Παθ. μέλλ. ἀνιάσομαι
Παθ. αόρ. ἠνιάθην
Παρακ. ἠνίαμαι

1. στενοχωρώ κάποιον. = θλίβω, λυπέω.

2. παθ. φωνή ἀνιῶμαι στενοχωριέμαι: ἀνιῶμαι ταῦτα = στενοχωριέμαι γι' αυτά.

familyπαράγ. ἀνιαρός.

[σύνθ. λ. ἀνία «στενοχώρια» + παρ. επίθ. -άω].

ἀνίημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἵημι

1. στέλνω (προς τα πάνω ή προς τα εμπρός).

2. για το τόξο ή για έγχορδα μουσικά όργανα χαλαρώνω. ἐπιτείνω, ἐντείνω «τεντώνω».

3. παραμελώ, χαλαρώνω: τὴν φυλακὴν ἀνίημι = χαλαρώνω την περιφρούρηση.

[σύνθ. λ. ἀνά + ἵημι].

ἀνίστημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἵστημι

1. στήνω κάποιον, τον σηκώνω: ἐκ τῆς κλίνης ἀνίστημί τινα = σηκώνω κάποιον από το κρεβάτι.

2. ανασταίνω: δοὺς αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν = αφού της έδωσε το χέρι του, την ανέστησε.

3. στη μέση φωνή και στους χρόνους με αμετάβ. σημ. ἀνίσταμαι α. σηκώνομαι: ἀναστὰς εἶπε = αφού σηκώθηκε, είπε. ἔκαμνον καὶ οὐδ' ἀνιστάμην ἐκ τῆς κλίνης = ήμουν άρρωστος και ούτε σηκωνόμουν από το κρεβάτι. β. ανασταίνομαι: Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν = ο Χριστός αναστήθηκε από τους νεκρούς.

familyπαράγ. ἀνάστασις, ἀνάστατος.

ΝΕ ανασταίνω (με τη σημ. 2, και ανασταίνομαι με τη σημ. 3β).

[σύνθ. λ. ἀνά + ἵστημι].

ἀνοίγω & ἀνοίγνυμι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀνέῳγον
Μέλλ. ἀνοίξω
Αόρ. ἀνέῳξα
Παρακ. ἀνέῳχα
Παθ. ενεστ. ἀνοίγομαι
Παθ. παρατ. ἀνεῳγόμην
Παθ. αόρ. ἀνεῴχθην
Παθ. παρακ. ἀνέῳγμαι
Παθ. υπερσ. ἀνεῴγμην

ανοίγω.

familyπαράγ. ἄνοιγμα, ἄνοιξις, ἀνοικτός.

ΝΕ ανοίγω.

[σύνθ. λ. ἀνά + οἴγω & οἴγνυμι < *Fοιγ- ΙΕ αρχής].

ἀντέχω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἔχω

1. υπομένω: ἀντεῖχε παρὰ δόξαν τῇ ταλαιπωρίᾳ = υπέμενε τις ταλαιπωρίες ξεπερνώντας κάθε προσδοκία.

2. επαρκώ: ἀντέχει ὁ σῖτος = τα τρόφιμα επαρκούν.

3. μέση φωνή ἀντέχομαι είμαι προσκολλημένος σε κάποιον ή κάτι: ἀντέχομαι τῆς ἀληθείας = είμαι προσκολλημένος στην αλήθεια.

ΝΕ αντέχω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀντί + ἔχω].

ἀντὶ ΠΡΟΘΕΣΗ

Α. πάντοτε με γενική

1. για τόπο απέναντι από / σε κάτι ή από / σε κάποιον: ἀντὶ τῶν πιτύων ἕστηκα = στέκομαι απέναντι στα πεύκα.

2. αντί, στη θέση κάποιου προσώπου ή πράγματος: οὐκ ὤκνουν πόλεμον ἀντ' εἰρήνης μεταλαμβάνειν = δε δίσταζαν να υιοθετούν πόλεμο αντί για ειρήνη.

3. ως αντάλλαγμα: οὐδέ τις χάρις ἐστὶ ἀντ' ἀγαθῶν παρά σοι = ούτε υπάρχει κάποια ευγνωμοσύνη σε σένα ως αντάλλαγμα για τα αγαθά (που σου πρόσφερα).

4. για χάρη: ἀντὶ παίδων ἱκετεύομέν σε = σε ικετεύουμε για χάρη των παιδιών.

5. σε σύγκριση: ἓν ἀνθ' ἑνός = το ένα σε σύγκριση με το άλλο.

Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει

α. απέναντι, π.χ. ἀντιβλέπω. β. σε αντίθεση με κάποιον, εναντίον κάποιου, π.χ. ἀντιλέγω. γ. ανταπόδοση, π.χ. ἀντιβοηθέω. δ. αντικατάσταση, π.χ. ἀντιβασιλεύς. ε. ισότητα, ομοιότητα, π.χ. ἀντίθεος «ισόθεος».

ΝΕ αντί (με τις σημ. 2, 3).

[συγγεν. του ἄντα «έναντι, απέναντι», πβ. αρχ. ινδ. ánti, λατ. ante].

ἀντίδοσις, -εως, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ανταπόδοση.

2. διαδικασία ανταλλαγής περιουσιών. (Σύμφωνα με αυτήν, ο πολίτης στον οποίο το κράτος ανέθετε κάποια κοινωφελή εισφορά ή δραστηριότητα, τις λεγόμενες λειτουργίες, μπορούσε να προκαλέσει οποιονδήποτε άλλο συμπολίτη του, τον οποίο θεωρούσε πλουσιότερο από τον ίδιο, να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους. Αν ο τελευταίος αρνιόταν, αυτό ήταν ένδειξη ότι όντως ήταν πιο εύπορος, και επομένως θα έπρεπε να αναλάβει εκείνος τη λειτουργία.)

[σύνθ. λ. ἀντί + δόσις].

ἀντιλαμβάνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand λαμβάνω

1. δέχομαι κάτι ως αντάλλαγμα για κάτι άλλο: οὔτε κακοὺς εὖ δρῶν εὖ πάλιν ἀντιλάβοις ἄν = ούτε αν ευεργετείς κακούς ανθρώπους θα δεχθείς ως αντάλλαγμα κάτι καλό.

2. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι αρπάζω: ὁ Καλλίας τῇ ἀριστερᾷ ἀντελάβετο τοῦ τρίβωνος = ο Καλλίας με το αριστερό του χέρι άρπαξε το παλτό του άλλου.

3. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι βοηθώ: δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων = πρέπει να βοηθάτε τους αδύνατους. ἀντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς, ὁ Θεός, τῇ σῇ χάριτι = βοήθησέ μας..., Θεέ μου, με τη χάρη σου.

4. μέση φωνή ἀντιλαμβάνομαι επιχειρώ: ἁπάντων οὖν τούτων ἀναμνησθέντες ἐρρωμενέστερον ἀντιλαβώμεθα τοῦ πολέμου = ας θυμηθούμε όλα αυτά λοιπόν και ας επιχειρήσουμε τον πόλεμο με μεγαλύτερο θάρρος.

ΝΕ αντιλαμβάνομαι «υποπίπτει στην αντίληψή μου, καταλαβαίνω».

[σύνθ. λ. ἀντί + λαμβάνω].

ἀντιλέγω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand λέγω

μιλώ ενάντια, αντίθετα σε κάποιον ή κάτι, αντιτίθεμαι με το λόγο.

ΝΕ αντιλέγω.

[σύνθ. λ. ἀντί + λέγω].

ἄντρον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

σπηλιά.

ΝΕ άντρο.

[αβέβ. ετυμ.].

ἀνύτω & ἁνύτω & ἀνύω ΡΗΜΑ

οι πρώτοι δύο τύποι είναι αττικοί και αντιστοιχούν στο ἀνύω των άλλων διαλέκτων.

Παρατ. ἤνυτον & ἥνυτον & ἤνυον
Μέλλ. ἀνύσω
Αόρ. ἤνυσα
Παρακ. ἤνυκα
Μέσ. μέλλ. ἀνύσομαι
Μέσ. αόρ. ἠνυσάμην
Παθ. μέλλ. ἀνυσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠνύσθην
Παθ. παρακ. ἤνυσμαι

1. πετυχαίνω: εἴξασί τινες... τὸ νουθετητικὸν εἶδος τῆς παιδείας σμικρὸν ἀνύτειν = φαίνεται μερικοί να υποστηρίζουν... ότι ο συμβουλευτικός τρόπος της παιδείας πετυχαίνει ασήμαντα αποτελέσματα.

2. Συχνά απαντά η μετοχή αορίστου ἀνύσας μαζί με ρήμα βιάζομαι να κάνω κάτι: ἀνάβαιν' ἀνύσας κατὰ τὴν ἑτέραν = βιάσου να ανεβείς από την άλλη.

[το αττ. ἀνύ-τω (με τους παράλληλους μη αττ. τύπους ἀνύω, ἄνυ-μι) αντιστοιχεί στο αρχ. ινδ. sanóti «κερδίζω», ΙΕ *sen-].

ἄνω ΕΠΙΡΡΗΜΑ/ΠΡΟΘΕΣΗ

Συγκριτικός ἀνωτέρω
Υπερθετικός ἀνωτάτω

Α. ως επίρρημα

1. με ρήματα που δηλώνουν κίνηση προς τα πάνω.

2. για γεωγραφικές σχέσεις προς το πάνω μέρος, προς το Βορρά: οἱ κατὰ τὴν Θρᾴκην τε καὶ σχεδόν τι κατὰ τὸν ἄνω τόπον = αυτοί που κατοικούν στην περιοχή της Θράκης και χονδρικά στις βόρειες περιοχές.

3. μακριά από την ακτή, στα μεσόγεια, στο εσωτερικό: ἐς τὴν ἄνω πόλιν ἀφίκετο = έφθασε στην πόλη των μεσογείων (την Αθήνα).

4. στο παρελθόν: οἱ ἄνω χρόνοι = οι παρελθοντικοί χρόνοι.

Β. ως πρόθεση συντάσσεται με γενική πάνω από κάτι: ἄνω τοῦ γόνατος = πάνω από το γόνατο.

familyπαράγ. ἄνωθεν.

ΝΕ σύνθ. επάνω, πάνω, σύνθ. ανωφερής κτλ.

[ἀνά + -ω κατά τα επιρρ. κάτ-ω, οὕτ-ω κ.ά.].

ἄνωθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. από πάνω, από ψηλά: οἱ Συρακόσιοι ἔβαλλον ἄνωθεν τοὺς Ἀθηναίους = οι Συρακούσιοι έριχναν από ψηλά στους Αθηναίους.

2. από την αρχαία εποχή: οἶμαι γὰρ τοιόνδε τι λέγειν αὐτούς, ἀρχομένους ποθὲν ἄνωθεν = νομίζω, αλήθεια, πως αυτοί λένε κάτι τέτοιο αρχίζοντας από κάπου από την αρχαία εποχή.

[σύνθ. λ. ἄνω + παρ. επίθ. -θεν].

ἀνωφελής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀνωφελέστερος
Υπερθετικός ἀνωφελέστατος

που δεν ωφελεί, ανώφελος, άχρηστος.

ΝΕ ανωφελής.

[σύνθ. λ. στερητ. ἀν- + *ωφελ- (ὠφελῶ) + παρ. επίθ. -ής].

ἄξιος, -ία, -ιον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀξιώτερος
Υπερθετικός ἀξιώτατος

1. αυτός που έχει κάποιο βάρος ή αξία: πολλοῦ ἄξιος = αυτός που έχει μεγάλη αξία.

2. αξιόλογος: ἄξια δῶρα = αξιόλογα δώρα. ἀνάξιος.

3. απρόσωπη έκφραση ἄξιόν ἐστι αρμόζει: τῇ πόλει ἄξιόν ἐστι συλλαβεῖν τὸν ἄνδρα = αρμόζει στην πόλη να συλλάβει τον άντρα.

familyπαράγ. ἀξιόω, ἀξίως, σύνθ. ἀξιοτίμητος, ἀξιοσέβαστος, ἀξιόποινος.

ΝΕ άξιος (με τη σημ. 2).

[πιθ. ἄγω, *ἄκ-τι-ος > *ἄκσιος με ουρανωτική τροπή τσ].

ἀξιόω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠξίουν
Μέλλ. ἀξιώσω
Παρακ. ἠξίωκα
Παθ. μέλλ. ἀξιωθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠξιώθην
Παθ. παρακ. ἠξίωμαι

1. θεωρώ κάποιον άξιο: τῶν καλλίστων ἐμαυτὸν ἀξιῶ = θεωρώ τον εαυτό μου άξιο για τα πιο όμορφα πράγματα.

2. απαιτώ, αξιώνω: ἀξιοῦμεν τἀληθῆ αὐτοὺς λέγειν = απαιτούμε να πουν την αλήθεια.

familyπαράγ. ἀξίωσις, ἀξίωμα, ἀξιωματικός, σύνθ. καταξιόω, ἀπαξιόω.

ΝΕ αξιώνω (με τη σημ. 2).

[παράγ. λ. ἄξιος + παρ. επίθ. -όω].

ἀξίωμα, -ατος, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. τιμή, υπόληψη: τὸ τῶν ἐλευθέρων γυναικῶν ἀξίωμα = η υπόληψη των ελεύθερων γυναικών.

2. κοινωνική θέση: οὐκ ἀξιώματος ἀφανείᾳ κεκώλυνται = δεν έχουν εμποδιστεί εξαιτίας της ασημότητας της κοινωνικής τους θέσης.

familyπαράγ. ἀξιωμάτιον.

ΝΕ αξίωμα «τιμητική κοινωνική θέση».

[παράγ. λ. handἀξιόω + παρ. επίθ. -μα].

ἀπαγγέλλω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἀγγέλλω

1. αναγγέλλω: ταῦτα ἀπαγγέλλουσιν πρὸς τὸν Ξενοφῶντα = αναγγέλλουν αυτά στον Ξενοφώντα. = ἀναγγέλλω.

2. διηγούμαι: τούτων ἔνια οὐδ' ἂν ἀπαγγεῖλαι δύναιτό τις = κάποια από αυτά ούτε να τα διηγηθεί κανείς μπορεί. = ἀφηγέομαι, διηγέομαι.

familyπαράγ. ἀπαγγελία, ἀπαγγελτικός, σύνθ. προαπαγγέλλω.

ΝΕ αναγγέλλω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγγέλλω].

ἀπαγορεύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπηγόρευον
Μέλλ. ἀπερῶ
Αόρ. ἀπεῖπον & ἀπηγόρευσα
Παρακ. ἀπείρηκα & μεταγεν. ἀπηγόρευκα
Παθ. μέλλ. ἀπορρηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἀπερρήθην
Παθ. παρακ. ἀπείρημαι

1. απαγορεύω: καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἰατροὶ πάντες ἀπαγορεύουσιν τοῖς ἀσθενοῦσιν χρῆσθαι ἐλαίῳ = και γι' αυτό όλοι οι γιατροί απαγορεύουν στους αρρώστους να χρησιμοποιούν λάδι.

2. ως αμετάβατο εξαντλούμαι: ἐπειδὴ ἑώρα Λακεδαιμονίους τῷ κατὰ θάλατταν πολέμῳ ἀπαγορεύοντας = επειδή έβλεπε ότι οι Λακεδαιμόνιοι εξαντλούνταν στον πόλεμο που γινόταν στη θάλασσα.

familyπαράγ. ἀπαγορευτικός, ἀπαγόρευσις, ἀπαγόρευμα, σύνθ. συναπαγορεύω, προαπαγορεύω.

ΝΕ απαγορεύω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγορεύω].

ἀπαγχονίζω ΡΗΜΑ

πνίγω.

ΝΕ απαγχονίζω.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀγχονίζω].

ἀπάγω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἄγω

1. μεταφέρω.

2. αποσύρω στρατεύματα: τὰς ναῦς ἀπὸ Ἐπιδάμνου ἀπάγω = αποσύρω τα καράβια από την Επίδαμνο.

3. ως νομικός όρος οδηγώ ενώπιον αξιωματούχου κάποιον που έχω συλλάβει, για να τον κατηγορήσω: κατὰ τοὺς νόμους ἀπήχθη = συνελήφθη, οδηγήθηκε ενώπιον του αξιωματούχου και κατηγορήθηκε σύμφωνα με τους νόμους.

familyπαράγ. ἀπαγωγή, ἀπαγωγός, σύνθ. συνεπάγω.

ΝΕ απάγω «οδηγώ παράνομα».

[σύνθ. λ. ἀπό + ἄγω].

ἀπαίρω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπῇρον
Μέλλ. ἀπαρῶ
Αόρ. α΄ ἀπῆρα
Παρακ. ἀπῆρκα

αποπλέω, αναχωρώ: πληρώσαντες τὰς ναῦς ἀπῆραν = αφού επιβιβάστηκαν στα καράβια, απέπλευσαν. = ἀνάγομαι.

[σύνθ. λ. ἀπό + αἴρω].

ἄπαις, -αιδος, ὁ, ἡ ΕΠΙΘΕΤΟ

άτεκνος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + παῖς].

ἀπαλλάττω ΡΗΜΑ

ο κοινός τύπος είναι ἀπαλλάσσω.

Για τους χρόνους hand ἀλλάττω

1. απαλλάσσω: τὴν πόλιν ἐκ κακῶν ἀπήλλαξε = απάλλαξε την πόλη από τα κακά.

2. μέση και παθ. φωνή ἀπαλλάττομαι διαφεύγω: ἀζήμιος ἀπαλλάττομαι = διαφεύγω χωρίς πρόστιμο.

3. μέση και παθητική φωνή ἀπαλλάττομαι αναχωρώ: πρὸς ἄλλην ἀπαλλάττομαι χώραν = αναχωρώ για άλλον τόπο.

familyπαράγ. ἀπαλλαγή.

ΝΕ απαλλάσσω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀλλάττω].

ἁπαλός, -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἁπαλώτερος
Υπερθετικός ἁπαλώτατος

1. μαλακός.

2. ήσυχος, γλυκός (χαρακτήρας).

3. μαλθακός.

familyπαράγ. ἁπαλότης, ἁπαλύνω.

ΝΕ απαλός (με τη σημ. 1).

[αβέβ. ετυμ., για το -αλὸς πβ. ὁμ-αλός].

ἀπαντάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπήντων
Μέλλ. ἀπαντήσω & ἀπαντήσομαι
Αόρ. ἀπήντησα
Παρακ. ἀπήντηκα
Μέσ. παρακ. ἀπήντημαι

1. συναντώ: τούτῳ ἰόντι ἐξ ἀγροῦ ἀπήντησα = τον συνάντησα, όταν ερχόταν από την ύπαιθρο.

2. αντιμετωπίζω (στη μάχη): ἀπήντησαν τοῖς βαρβάροις Μαραθῶνι = αντιμετώπισαν τους βαρβάρους στο Μαραθώνα.

3. στο δικαστήριο παρουσιάζομαι: πρὸς τὴν δίκην ἀπαντῶ = παρουσιάζομαι στη δίκη.

familyπαράγ. ἀπάντησις.

ΝΕ απαντώ (με τη σημ. 1, λ.χ. η λέξη αυτή απαντά στον Όμηρο. Το σημερινό απαντώ «δίνω απάντηση» οι αρχαίοι το έλεγαν ἀποκρίνομαι).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀντάω (< παράγ. ἄντα «απέναντι» + παρ. επίθ. -άω)].

ἅπαξ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

μια φορά: μὴ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις = όχι μόνο μία φορά αλλά πολλές.

ΝΕ άπαξ, στη φρ. άπαξ διά παντός.

[σύνθ. λ. *σα-, *σεμ- (εἷς, μία, ἅμα) + *παγ- (< πήγνυμι)].

ἀπαξιόω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἀξιόω

απορρίπτω κάποιον ή κάτι ως ανάξιο: ἀπαξιῶ τί τινος = θεωρώ κάτι ανάξιο για κάποιον.

familyπαράγ. ἀπαξίωσις.

ΝΕ απαξιώνω.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀξιόω, handἀξιόω].

ἀπαρχή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

στον πληθ. αἱ ἀπαρχαὶ οι πρώτοι καρποί που προσφέρονται ως θυσία στους θεούς.

ΝΕ απαρχή «πρώτη αρχή».

[σύνθ. λ. ἀπό + ἀρχὴ ως παράγ. του ἀπάρχομαι «κάνω αρχή»].

ἅπας, ἅπασα, ἅπαν ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ

1. όλος, ολόκληρος: ἀργυροῦς ἐστιν ἅπας = είναι ολόκληρος ασημένιος. τὸ Ἄργος προεῖχε ἅπασι = το Άργος υπερείχε σε όλα.

2. ο καθένας: ταύτην ἅπας φεύγει = ο καθένας την αποφεύγει αυτήν.

[σύνθ. λ. *(σ)α-, *σεμ- (εἷς) + αντων. πᾶς].

Ἀπατούρια, -ίων, τὰ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

γιορτή που γιόρταζαν ετησίως στην Αθήνα και στις ιωνικές πόλεις οι φρατρίες (αδελφότητες, δηλ. ομάδες συγγενικών προσώπων) που υπήρχαν στην κάθε πόλη. (Η κάθε φρατρία τελούσε τη γιορτή μόνη της, στο δικό της λατρευτικό κέντρο. Στα Απατούρια οι πατέρες που πρόσφατα είχαν αποκτήσει παιδί το παρουσίαζαν, και με τον τρόπο αυτόν το ενέτασσαν στη φρατρία τους.)

[αθροιστ. ἀ- + πατήρ, δηλ. *ἀπάτουρος < *ἁπατορFός = ὁμοπάτωρ].

ἀπείθεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ανυπακοή: τὸ θάρσος ἀμέλειαν καὶ ἀπείθειαν ἐμβάλλει = η αυτοπεποίθηση γεννά την αμέλεια και την ανυπακοή.

ΝΕ απείθεια.

[παράγ. λ. ἀπειθέ-ω + παρ. επίθ. -ια].

ἀπειθέω -ῶ ΡΗΜΑ

είμαι ανυπάκουος. = ἀπειθαρχέω. ὑπακούω, πειθαρχέω.

[παράγ. ἀπειθ-ής + παρ. επίθ. -έω].

ἀπειθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀπειθέστερος
Υπερθετικός ἀπειθέστατος

ανυπάκουος: ἀπειθὴς τοῖς νόμοις = ανυπάκουος στους νόμους.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πείθομαι].

ἄπειμι (Α) ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand εἰμὶ
απουσιάζω. πάρειμι «είμαι παρών».

[σύνθ. λ. ἀπό + εἰμί].

ἄπειμι (Β) ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand εἶμι

χρησιμοποιείται ως μέλλοντας του ἀπέρχομαι.

φεύγω: ἀπῇσαν ἐπὶ οἶκον = έφευγαν για τις πατρίδες τους.

[σύνθ. λ. ἀπό + εἶμι].

ἀπείργω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand εἴργω

εμποδίζω: οὔκ ἐστιν ὅτε ξενηλασίαις ἀπείργομέν τινα ἢ μαθήματος ἢ θεάματος = ποτέ με απελάσεις ξένων δεν εμποδίζουμε κάποιον να μάθει ή να δει κάτι.

[σύνθ. λ. ἀπό + εἴργω].

ἀπειρόκαλος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

ακαλαίσθητος. ἀπειρόκακος «που δεν έχει πείρα του κακού, ο μη καχύποπτος».

familyπαράγ. ἀπειροκαλία, ἡ «έλλειψη καλαισθησίας».

[σύνθ. λ. ἄπειρος + καλός].

ἀπελαύνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἐλαύνω

εκδιώκω: ἀπελαύνω Χαλδαίους ἀπὸ τούτων τῶν ἄκρων = εκδιώκω τους Χαλδαίους από αυτές τις βουνοκορφές.

familyπαράγ. ἀπέλασις.

ΝΕ λόγ. απελαύνω.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἐλαύνω].

ἀπελεύθερος, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

χειραφετημένος δούλος: Ἀντισθένους ἀπελευθέρῳ ἐμίσθωσα τὸν ἀγρόν = νοίκιασα το χωράφι στο χειραφετημένο δούλο του Αντισθένη.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἐλεύθερος ως παράγ. του ἀπελευθερόω].

ἀπεργάζομαι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἐργάζομαι

1. αποτελειώνω, τελειοποιώ: ἀπεργάζεται τοῦτο τὸ ἔργον = αποτελειώνει αυτό το έργο.

2. προξενώ, επιφέρω: νίκην καὶ σωτηρίαν ἡμῖν ἀπεργάζεται = μας εξασφαλίζει τη νίκη και τη σωτηρία.

3. μεταβάλλω, καθιστώ: ἀγαθόν τινα ἀπεργάζομαι = καθιστώ κάποιον καλό.

familyπαράγ. ἀπεργασία.

ΝΕ στη φρ. απεργάζομαι την καταστροφή κάποιου, δηλαδή την προετοιμάζω με τέλειο τρόπο (σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἐργάζομαι].

ἀπέρχομαι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἔρχομαι

1. φεύγω: ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου ἀπέρχομαι = φεύγω από το βουλευτήριο.

  • με την πρόθεση εἰς υποδηλώνεται αναχώρηση από έναν τόπο και μετάβαση σε άλλον: εἰς Θουρίους οἰκήσοντες ἀπέρχονται = αναχωρούν, για να εγκατασταθούν στους Θουρίους.= ἄπειμι «φεύγω». ἥκω «έχω φτάσει».

[σύνθ. λ. ἀπό + ἔρχομαι].

ἀπεχθάνομαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπηχθανόμην
Μέλλ. ἀπεχθήσομαι
Αόρ. β´ ἀπηχθόμην
Παρακ. ἀπήχθημαι

κυρίως με δοτική προσώπου είμαι μισητός σε κάποιον, επισύρω το μίσος του: οὐδενὶ ἀπεχθάνεται = δεν είναι μισητός σε κανέναν.

familyπαράγ. ἀπεχθὴς «μισητός».

ΝΕ απεχθάνομαι κάτι (μεταβατικό).

[παράγ. λ. ἀπεχθής (< σύνθ. ἀπό + ἔχθος) + παρ. επίθ. -αν-ομαι].

ἀπεχθής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀπεχθέστερος
Υπερθετικός ἀπεχθέστατος

1. μισητός. = μισητός. ἀγαπητός.

2. εχθρικός.

3. επίρρημα ἀπεχθῶς: ἀπεχθῶς ἔχω τινί = είμαι εχθρικός απέναντι σε κάποιον.

familyπαράγ. ἀπεχθάνομαι, ἀπέχθεια «μίσος».

ΝΕ απεχθής (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἔχθος + παρ. επίθ. -ής].

ἀπέχω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἔχω

1. είμαι μακριά από κάποιον ή κάτι: τῆς πόλεως οὐ πολλὴν ὁδὸν ἀπέχει = δεν είναι πολύ μακριά από την πόλη.

2. με απαρέμφατο εμποδίζω: οὐδὲν ἀπέχει αὐτὸν ποιεῖν τοῦτο = τίποτα δεν τον εμποδίζει να κάνει αυτό.

3. μέση φωνή ἀπέχομαι κρατιέμαι μακριά από κάποιον ή κάτι: ἀπέχομαι τοῦ πολέμου = κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο.

familyπαράγ. ἀποχή.

ΝΕ απέχω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἔχω].

ἀπηλιώτης, -ου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

δυτικός άνεμος (που φυσά από τον ορίζοντα όπου δύει ο ήλιος).

[σύνθ. λ. ἀπό + ἠλιώτης με ιωνική ψίλωση].

ἀπήνεμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

απάνεμος: ἀπήνεμος λιμήν = απάνεμο λιμάνι.

ΝΕ απάνεμος.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἄνεμος].

ἀπιστέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠπίστουν
Μέλλ. ἀπιστήσω
Αόρ. ἠπίστησα
Παρακ. ἠπίστηκα
Μέσ. μέλλ. με παθ. σημ. ἀπιστήσομαι
Παθ. μέλλ. ἀπιστηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠπιστήθην

με δοτική δεν εμπιστεύομαι: τῷ Τισσαφέρνει ἀπιστῶ = δεν εμπιστεύομαι τον Τισσαφέρνη. ἀπιστῶ λόγῳ τινί = δεν εμπιστεύομαι κάποιο επιχείρημα.

[παράγ. λ. ἄπιστος + παρ. επίθ. -έω].

ἄπιστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀπιστότερος
Υπερθετικός ἀπιστότατος

1. αναξιόπιστος: ἄπιστόν τινα ποιῶ = καθιστώ κάποιον αναξιόπιστο.

2. απίστευτος: ἄπιστος ὁ τοιοῦτος λόγος = είναι απίστευτα αυτά τα λόγια.

3. δύσπιστος: ἄπιστος ἦν πρὸς Φίλιππον = ήταν δύσπιστος απέναντι στο Φίλιππο.

familyπαράγ. ἀπιστέω, ἀπιστία, ἀπίστως.

ΝΕ άπιστος (με τη σημ. 3 στη φρ. άπιστος Θωμάς).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πιστός].

ἄπλετος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

απεριόριστος: ἐπιπίπτει χιὼν ἄπλετος = πέφτει απεριόριστο χιόνι.

ΝΕ κυρίως στη φράση ρίχνω άπλετο φως.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *πλε- (πλέ-θρον «μέτρο μήκους και επιφάνειας») + -τος].

ἁπλοῦς, -ῆ, -οῦν ΕΠΙΘΕΤΟ

ο ασυναίρετος τύπος είναι ἁπλόος

Συγκριτικός ἁπλούστερος
Υπερθετικός ἁπλούστατος

1. ένας (μία, ένα) μόνον: περιτειχίζουσι Μυτιλήνην ἁπλῷ τείχει = περιτειχίζουν τη Μυτιλήνη με ένα μόνον τείχος.

2. απλός: οὐδὲν ἔχω ἁπλούστερον εἰπεῖν = δεν έχω τίποτε πιο απλό να πω.

familyπαράγ. ἁπλότης, ἁπλόω, ἅπλωμα.

ΝΕ απλός (και με τις δύο σημ.).

[σύνθ. λ. *(σ)α, *σεμ- (εἷς, ἅμα) + -πλος (πβ. λατ. sim-pl-ex), που παρετυμολογήθηκε σε πλόος < πλέω].

ἁπλῶς ΕΠΙΡΡΗΜΑ

Συγκριτικός ἁπλούστερον
Υπερθετικός ἁπλούστατα

1. με απλό τρόπο: ὡς δ' ἁπλῶς εἰπεῖν... = και για να μιλήσουμε με απλό τρόπο...

2. απολύτως: ἁπλῶς τε ἀδύνατόν ἐστι = και είναι απολύτως αδύνατον.

3. γενικά.

ΝΕ απλώς (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἁπλοῦς + παρ. επίθ. -ῶς].

ἀπὸ ΠΡΟΘΕΣΗ

Α. με γενική

1. για απόσταση μακριά από κάπου: αἱ παλαιαὶ (πόλεις) ἀπὸ θαλάσσης ᾠκίσθησαν = οι παλαιές (πόλεις) χτίστηκαν μακριά από τη θάλασσα.

2. για χρόνο μετά: ἀπὸ τῶν σίτων οἱ μὲν διαπονούμενοι εὖχροί τε καὶ εὔσαρκοί εἰσιν = μετά το φαγητό, οι ασκούμενοι και χρώμα έχουν καλό και σώματα ωραία. Ἀργεῖοι ἀπὸ τούτου τοῦ χρόνου ἐποιήσαντο νόμον = οι Αργείοι έπειτα από αυτήν την εποχή έκαναν νόμο.

3. για άτομο από το οποίο πρόερχεται κάποια πράξη ἐπράχθη τε ἀπ' αὐτῶν οὐδὲν ἔργον ἀξιόλογον = από αυτούς δεν πραγματοποιήθηκε καμιά αξιόλογη πολεμική επιχείρηση.

Β. ως α΄ συνθετικό δηλώνει α. χωρισμό, π.χ. ἀποκόπτω. β. ολοκλήρωση, π.χ. ἀπεργάζομαι. γ. λήξη, π.χ. ἀπολοφύρομαι (= τελειώνω τον ολοφυρμό μου, το θρήνο μου). δ. επιστροφή, π.χ. ἀποδίδωμι (= δίνω πίσω).

[ΙΕ αρχής, πβ. αρχ. ινδ. ápa, λατ. ab].

ἀποβαίνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handβαίνω
βγαίνω (από ένα χώρο): ἐκ τῶν νεῶν ἀποβαίνουσιν οἱ ὁπλῖται = οι οπλίτες βγαίνουν από τα πλοία. = ἐξέρχομαι. εἰσέρχομαι.

familyπαράγ. ἀποβάθρα, ἀπόβασις.

ΝΕ αποβαίνω «καταλήγω, καταντώ».

[σύνθ. λ. ἀπό + βαίνω].

ἀποβάλλω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand βάλλω

κυρίως στη μέση φωνή ἀποβάλλομαι διώχνω από πάνω μου κάτι, αποβάλλω: τὴν μὲν βασιλέως δύναμιν ἀπεβαλόμεθα = αποβάλαμε από πάνω μας την εξουσία του βασιλιά.

familyπαράγ. ἀποβλητέον, ἀπόβλητος, ἀποβολή, ἀποβλητικός, ἀπόβλημα.

ΝΕ αποβάλλω.

[σύνθ. λ. ἀπό + βάλλω].

ἀποβλέπω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handβλέπω

στρέφω το βλέμμα μου: καὶ πρὸς ἡμᾶς ἀποβλέψας εἶπεν = και στρέφοντας το βλέμμα του προς εμάς είπε.

ΝΕ αποβλέπω «αποσκοπώ, στοχεύω».

[σύνθ. λ. ἀπό + βλέπω].

ἀπογιγνώσκω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handγιγνώσκω

1. εγκαταλείπω ένα σχέδιο: ἔδοξε καὶ Κύρῳ καὶ τοῖς ἄλλοις ἀπεγνωκέναι τοῦ μάχεσθαι = φάνηκε καλό στον Κύρο και στους άλλους να εγκαταλείψουν το σχέδιο για μάχη.

2. χάνω κάθε ελπίδα: ἀπογιγνώσκω τῆς ἐλευθερίας = χάνω κάθε ελπίδα για ελευθερία.

3. ως δικανικός όρος απορρίπτω μια καταγγελία εναντίον κάποιου, άρα κηρύσσω κάποιον αθώο: ἀπογιγνώσκω τινὸς ἀδικεῖν = απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία ότι αδικεί. καταγιγνώσκω «καταδικάζω».

4. παθ. φωνή ἀπογιγνώσκομαι είμαι απεγνωσμένος.

familyπαράγ. ἀπόγνωσις, ἀπόγνοια.

[σύνθ. λ. ἀπό + γιγνώσκω].

ἀποδείκνυμι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand δείκνυμι

1. επιδεικνύω: ἀρετήν ἀπέδειξαν = επέδειξαν θάρρος.

2. παρέχω, παρουσιάζω.

3. αποδεικνύω.

4. διορίζω, ορίζω.

5. καθιστώ.

familyπαράγ. ἀπόδειξις, ἀποδεικτικός.

ΝΕ αποδεικνύω (με τη σημ. 3).

[σύνθ. λ. ἀπό + δείκνυμι].

ἀποδειλιάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπεδειλίων
Μέλλ. ἀποδειλιάσω
Αόρ. ἀπεδειλίασα
Παρακ. ἀποδεδειλίακα

1. είμαι δειλός, δειλιάζω: ἀναγκάζονται ἀποδειλιᾶν διὰ τὴν πονηρίαν τῶν σωμάτων ἐν τοῖς κινδύνοις = αναγκάζονται να δειλιάζουν στους πολεμικούς κινδύνους λόγω της κακής κατάστασης (της αδυναμίας) του σώματός τους.

2. αποφεύγω κάτι από δειλία: ἀποδειλιῶ τοῦ ποιεῖν τι = αποφεύγω να κάνω κάτι.

[σύνθ. λ. ἀπό + δειλιάω].

ἀποδεκατόω -ῶ ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀποδεκατώσω

δίνω τη δεκάτη, δίνω το ένα δέκατο κάποιου εισοδήματος: πάντα ἀποδεκατῶ = δίνω το ένα δέκατο απ' όλα όσα παίρνω.

ΝΕ αποδεκατίζω «καταστρέφω και αφήνω το ένα δέκατο του συνόλου».

[σύνθ. λ. ἀπό + δεκατόω].

ἀποδέχομαι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand δέχομαι

1. παραδέχομαι: ἀπόδεξαί μου ὃ λέγω = παραδέξου αυτό που λέγω.

2. δέχομαι: πάντ' ἄνδρα εἰκότως ἀποδέχονται περὶ ταύτης τῆς ἀρετῆς σύμβουλον = δικαιολογημένα δέχονται κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο γι' αυτή την αρετή.

3. εγκρίνω: ἀποδέχομαι τὰς κατηγορίας = εγκρίνω τις κατηγορίες.

4. καταλαβαίνω: τοιαῦτα δυσχερῶς πως ἀποδέχομαι = κάπως δύσκολα καταλαβαίνω τέτοιου είδους πράγματα.

familyπαράγ. ἀποδοχή, ἀποδεκτός, ἀποδέκτης, ἀποδεκτέον.

ΝΕ αποδέχομαι (με τις σημ. 1, 2, 3).

[σύνθ. λ. ἀπό + δέχομαι].

ἀποδημέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπεδήμουν
Μέλλ. ἀποδημήσω
Αόρ. ἀπεδήμησα

είμαι μακριά από το σπίτι μου, είμαι στο εξωτερικό ή ταξιδεύω, απουσιάζω: ἀποδημῶν τυγχάνει = τυχαίνει να είναι στο εξωτερικό. ἐνδημέω.

familyπαράγ. ἀποδημητής, ἀποδημία, ἀποδημητικός.

ΝΕ αποδημώ.

[παράγ. λ. ἀπόδημος + παρ. επίθ. -έω].

ἀποδιδράσκω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπεδίδρασκον
Μέλλ. ἀποδράσομαι
Αόρ. β΄ ἀπέδραν
Παρακ. ἀποδέδρακα
Υπερσ. ἀπεδεδράκειν

1. δραπετεύω: ἀποδρᾶσα ᾤχετο = δραπέτευσε και έφυγε.

2. αποφεύγω: οὐκ ἀπέδρα τὴν στρατείαν = δεν απέφυγε την εκστρατεία.

familyπαράγ. ἀπόδρασις.

ΝΕ αποδρώ (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + διδράσκω].

ἀποδίδωμι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand δίδωμι

1. δίνω πίσω, επιστρέφω κάτι, πληρώνω (λ.χ. χρέη): ἀπόδος τὸν ναῦλον = πλήρωσέ μου το ναύλο.

2. παραπέμπω: ἀποδίδωμι εἰς τὴν βουλὴν περί τινος = παραπέμπω στη βουλή σχετικά με ένα ζήτημα.

3. επιτρέπω: ταῖς πόλεσιν ἀπέδοσαν αὐτονομεῖσθαι = επέτρεψαν στις πόλεις να είναι αυτόνομες.

familyπαράγ. ἀπόδοσις, ἀποδοτέον.

ΝΕ αποδίδω (λ.χ. λογαριασμό, την αιτία σε κάποιο πρόσωπο κτλ.).

[σύνθ. λ. ἀπό + δίδωμι].

ἀποδύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπέδυον
Μέλλ. ἀποδύσω
Αόρ. α΄ ἀπέδυσα
Αόρ. β΄ με μέση σημ. ἀπέδυν «απογυμνώθηκα»
Παρακ. με μέση σημ. ἀποδέδυκα «έχω απογυμνωθεί»
Μέσ. μέλλ. ἀποδύσομαι
Μέσ. αόρ. ἀπεδυσάμην

απογυμνώνω: τὴν ψυχήν τινος ἀπεδύσαμεν καὶ ἐθεασάμεθα = απογυμνώσαμε την ψυχή κάποιου και την παρατηρήσαμε. = ἐκδύω «ξεντύνω».

familyπαράγ. ἀποδυτήριον, ἀποδυτέον.

ΝΕ αποδύομαι «καταπιάνομαι, αφιερώνομαι σε κάτι».

[σύνθ. λ. ἀπό + δύω].

ἀποθνῄσκω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand θνῄσκω

1. πεθαίνω.

2. ως παθ. του ἀποκτείνω θανατώνομαι, σκοτώνομαι: ἀπέθανεν ὑπὸ τῆς πόλεως = φονεύτηκε από την πόλη.

ΝΕ πεθαίνω (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. ἀπό + θνῄσκω].

ἀποικέω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handοἰκέω -ῶ

φεύγω από το σπίτι, κυρίως ως άποικος, εγκαθίσταμαι σε ξένη χώρα, μεταναστεύω: ἐκ πόλεως ἀπῴκησαν = μετανάστευσαν από την πόλη.

familyπαράγ. ἀποίκησις.

[σύνθ. λ. ἀπό + οἰκέω].

ἀποικία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

οικισμός ανθρώπων μακριά από την πατρίδα τους. μητρόπολις.

ΝΕ αποικία.

[παράγ. λ. ἀποικέω (< σύνθ. ἀπό + οἰκέω) + παρ. επίθ. -ία].

ἀποικίζω ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀποικιῶ

1. στέλνω μακριά από την πατρίδα.

2. ιδρύω αποικία σε κάποιο μέρος, στέλνω σ' αυτό αποικία: ταύτην ἀπῴκισαν = σ' αυτήν ίδρυσαν αποικία.

familyπαράγ. ἀποίκισις, ἀποικισμός, ἀποικιστής.

ΝΕ αποικίζω (με τη σημ. 2).

[παράγ. λ. ἀποικία (< σύνθ. λ. ἀποικέω + παρ. επίθ. -ία) + παρ. επίθ. -ίζω].

ἀποκαθίστημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἵστημι

αποκαθιστώ.

familyπαράγ. ἀποκατάστασις.

ΝΕ αποκαθιστώ.

[σύνθ. λ. ἀπό + καθίστημι].

ἀποκάμνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handκάμνω

κουράζομαι: οὐ χρὴ ἀποκάμνειν = δεν πρέπει να κουραζόμαστε. = ἀπαγορεύω «εξαντλούμαι».

ΝΕ αποκάμνω.

[σύνθ. λ. ἀπό + κάμνω].

ἀπόκειμαι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handκεῖμαι

είμαι αποθηκευμένος: σῖτος ἀποκείμενος = το αποθηκευμένο σιτάρι.

[σύνθ. λ. ἀπό + κεῖμαι].

ἀποκληρόω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand κληρόω -ῶ

διαλέγω με κλήρο: καὶ διεβίβαζον εἰς τὴν νῆσον τοὺς ὁπλίτας ἀποκληρώσαντες ἀπὸ πάντων τῶν λόχων = και έστελναν στο νησί τους οπλίτες, αφού τους διάλεξαν με κλήρο απ' όλους τους λόχους.

familyπαράγ. ἀποκλήρωσις.

ΝΕ αποκληρώνω «στερώ το κληρονομικό δικαίωμα».

[παράγ. λ. ἀπόκληρος (< σύνθ. λ. ἀπό + κλῆρος) + παρ. επίθ. -όω].

ἀποκλίνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand κλίνω

1. στρέφω.

2. αμετάβατο ξεπέφτω (ηθικά): ἐπὶ τὸ ῥᾳθυμεῖν ἀπέκλινε = ξέπεσε προς την οκνηρία.

familyπαράγ. ἀπόκλισις.

ΝΕ αποκλίνω «στρέφομαι σε μια κατεύθυνση».

[σύνθ. λ. ἀπό + κλίνω].

ἀποκρίνω ΡΗΜΑ

Παθ. μέλλ. με μέση σημ. ἀποκριθήσομαι «θα απαντήσω»
Παθ. αόρ. με μέση σημ. ἀπεκρίθην «απάντησα»
Παθ. παρακ. με μέση σημ. ἀποκέκριμαι «έχω απαντήσει»
Για τους άλλους χρόνους handκρίνω

1. απορρίπτω ύστερα από έρευνα. ἐγκρίνω.

2. μέση φωνή ἀποκρίνομαι απαντώ.

3. μέση φωνή ἀποκρίνομαι υπερασπίζομαι τον εαυτό μου σε κατηγορίες, απολογούμαι.

familyπαράγ. ἀπόκρισις, ἀποκριτέον, ἀπόκριτος, σύνθ. ἀνταποκρίνομαι.

ΝΕ αποκρίνομαι (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. ἀπό + κρίνω].

ἀποκτείνω ΡΗΜΑ

Παρακ. ἀπέκτονα
Για τους άλλους χρόνους handκτείνω

1. σκοτώνω: τοὺς πολεμίους ἀποκτείνει = σκοτώνει τους εχθρούς.

2. για δικαστές καταδικάζω σε θάνατο.

[σύνθ. λ. ἀπό + κτείνω].

ἀπολαμβάνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand λαμβάνω

1. παίρνω πίσω, ανακτώ: οὔτε Σόλλιον ἀπέλαβον παρ' Ἀθηναίων οὔτε Ἀνακτόριον = ούτε το Σόλλιο πήραν πίσω από τους Αθηναίους ούτε το Ανακτόριο.

2. εμποδίζω, αποκλείω: ἀπολαμβάνω τείχει = αποκλείω με τείχος. Παθ. ἀπολαμβάνομαι = περιορίζομαι.

familyπαράγ. ἀποληπτέον, ἀπόληψις, ἀπολαβή.

ΝΕ απολαμβάνω κάτι. Το σημερινό απολαμβάνω οι αρχαίοι το έλεγαν handἀπολαύω.

[σύνθ. λ. ἀπό + λαμβάνω].

ἀπολαύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπέλαυον
Μέλλ. ἀπολαύσομαι & ἀπολαύσω
Αόρ. ἀπέλαυσα
Παθ. αόρ. ἀπελαύσθην
Παρακ. ἀπολέλαυκα

απολαμβάνω κάτι, επωφελούμαι από κάτι: ἐλάχιστα ἀπολαύω τῶν ὑπαρχόντων = απολαμβάνω ελάχιστα από όσα έχω.

familyπαράγ. ἀπόλαυσις.

ΝΕ απολαύω «απολαμβάνω».

[σύνθ. λ. ἀπό + *λαύω (< *λαF- (λεία, δωρ. λᾱFίᾱ)].

ἀπολείπω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand λείπω

1. αφήνω κάτι πίσω, υπερβαίνω: τοσοῦτον δ' ἀπολέλοιπεν ἡ πόλις ἡμῶν περὶ τὸ φρονεῖν καὶ λέγειν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους... = τόσο πολύ έχει υπερβεί η πόλη μας τους άλλους ανθρώπους ως προς τη σκέψη και τη ρητορεία...

2. εγκαταλείπω: τὴν πρὶν ξυμμαχίαν ἀπολείπω = εγκαταλείπω τον προηγούμενο σύμμαχό μου. = ἀφίημι «αφήνω».

3. είμαι ελλιπής σε κάτι: οὐδὲν ἀπολείπω προθυμίας = καθόλου δε μου λείπει η προθυμία.

familyπαράγ. ἀπολειπτέον, ἀπόλειψις.

[σύνθ. λ. ἀπό + λείπω].

ἀπόλεμος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. αυτός που δε διαθέτει πολεμική εμπειρία.

2. αυτός που δεν αγαπά τον πόλεμο.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πολεμέω -ῶ].

ἄπολις, -ις, -ι ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που δεν έχει πόλη ή πατρίδα, ο εξόριστος.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πόλις].

ἀπόλλυμι & ἀπολλύω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἀπώλλυν & ἀπώλλυον
Μέλλ. ἀπολῶ
Αόρ. ἀπώλεσα
Παρακ. ἀπολώλεκα
Μέσ. ενεστ. ἀπόλλυμαι
Μέσ. μέλλ. ἀπολοῦμαι
Μέσ. αόρ. β΄ ἀπωλόμην
Μέσ. παρακ. ἀπόλωλα «έχω καταστραφεί, έχω χαθεί»
Μέσ. υπερσ. ἀπωλώλειν «είχα καταστραφεί, είχα χαθεί»

1. καταστρέφω.

2. χάνω: ἵππους ἑβδομήκοντα ἀπώλεσαν = έχασαν εβδομήντα άλογα.

3. μέση φωνή ἀπόλλυμαι καταστρέφομαι, πεθαίνω: ἡ πατρὶς στασιαζόντων ἡμῶν ἀπόλλυται = η πατρίδα καταστρέφεται όταν εμείς φιλονικούμε.

ΝΕ τύποι του παθ. αορίστου απολέσθη σκύλος «χάθηκε» κτλ.

[σύνθ. λ. ἀπό + ὄλλυμι, *ὄλ-νυ-μι < *ολ- (πβ. ὀλο-ὸς «καταστροφέας») + παρ. ένθ. νυ- + παρ. επίθ. -μι].

Ἀπόλλων, -ωνος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ο θεός Απόλλωνας (παιδί του Δία και της Λητώς, αδελφός της Άρτεμης).

familyπαράγ. ἀπολλώνειος.

[προελλ. αρχής].

ἀπολογέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀπολογήσομαι
Αόρ. ἀπελογησάμην & ἀπελογήθην
Παρακ. ἀπολελόγημαι

δικαιολογώ, υπερασπίζω τον εαυτό μου απέναντι σε κατηγορίες: ἀπολογοῦμαι περί τι = υπερασπίζω τον εαυτό μου απέναντι σε κάτι.

familyπαράγ. ἀπολογία.

ΝΕ απολογούμαι.

[παράγ. λ. ἀπόλογος + -έομαι].

ἀπολογία, -ας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

λόγος για την υπεράσπιση του ατόμου απέναντι σε κατηγορία.

ΝΕ απολογία.

[παράγ. λ. ἀπολογ-έομαι + παρ. επίθ. -ία].

ἀπολύω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand λύω

1. απαλλάσσω: ἐγὼ ἀπολύω καὶ ὑμᾶς τῆς αἰτίας = εγώ απαλλάσσω και εσάς από την κατηγορία.

2. για στράτευμα διαλύω: τοὺς Σπαρτιάτας ἀπέλυσεν οἴκαδε = διέλυσε τους Σπαρτιάτες και τους έστειλε στην πατρίδα τους.

familyπαράγ. ἀπόλυτος, ἀπόλυσις.

ΝΕ απολύω (λ.χ. από το στρατό, έμμισθη εργασία κτλ.).

[σύνθ. λ. ἀπό + λύω].

ἀπονέμω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand νέμω

μοιράζω, κάνω διανομή.

ΝΕ απονέμω (λ.χ. βραβείο, τιμητική διάκριση κτλ.).

[σύνθ. λ. ἀπό + νέμω].

ἀπόπειρα, -πείρας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

προσπάθεια.

ΝΕ απόπειρα.

[παράγ. λ. του ἀπό + πειρῶμαι, altπεῖρα].

ἀπορέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠπόρουν
Μέλλ. ἀπορήσω
Αόρ. ἠπόρησα
Παρακ. ἠπόρηκα
Παθ. μέλλ. ἀπορηθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠπορήθην
Παθ. παρακ. ἠπόρημαι

1. βρίσκομαι σε αμηχανία: ἀπορεῖ Κροῖσος ὅπως διαβήσεται τὸν ποταμὸν ὁ στρατός = βρίσκεται σε αμηχανία ο Κροίσος πώς θα περάσει τον ποταμό ο στρατός.

2. έχω έλλειψη: συμμάχων ἀποροῦσιν = έχουν έλλειψη από συμμάχους. εὐπορέω.

family ἄπορος, ἀπορία.

ΝΕ απορώ (με τη σημ. 1).

[παράγ. λ. ἄπορος + παρ. επίθ. -έω].

ἀπορία, -ας ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. δυσκολία: ἀπορία τῆς προσορμίσεως = δυσκολία στην προσόρμιση (πλοίων).

2. έλλειψη κάποιου πράγματος, φτώχεια. εὐπορία.

ΝΕ απορία (λ.χ. σε ένα πρόβλημα).

[παράγ. λ. ἄπορος + παρ. επίθ. -ία].

ἄπορος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. απροσπέλαστος, απλησίαστος: ἄπορον ὄρος = απροσπέλαστο βουνό. βατός.

2. πάρα πολύ δύσκολος: ἄπορον χρῆμα = πάρα πολύ δύσκολο πράγμα.

3. ως ουσιαστικό τὸ ἄπορον / τὰ ἄπορα πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία: ἐν ἀπόρῳ ἦσαν = ήταν σε πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία.

4. για ανθρώπους φτωχός: οἱ ἀπορώτατοι = οι πάρα πολύ φτωχοί. εὔπορος.

familyπαράγ. ἀπορία, ἀπορέω.

ΝΕ άπορος (με τη σημ. 4).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πόρος].

ἀποτελέω -ῶ ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handτελέω -ῶ

αποτελειώνω: ἀπετέλεσε τὸ τεῖχος ἀρξάμενος ἀπὸ ἠρινοῦ χρόνου = αποτέλειωσε το τείχος ξεκινώντας από την άνοιξη. = περαίνω «τελειώνω».

familyπαράγ. ἀποτελεσματικός, ἀποτέλεσμα, ἀποτελεστέον, ἀποτέλεσις.

ΝΕ αποτελώ «είμαι» (λ.χ. μέλος μιας ομάδας).

[σύνθ. λ. ἀπό + τελέω].

ἀπότομος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

αποκομμένος ανώμαλα.

ΝΕ απότομος «ξαφνικός, μη αναμενόμενος» κτλ.

[παράγ. λ. ἀπότομ- (< ἀποτέμνω) + παρ. επίθ. -ος].

ἀποτρέπω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand τρέπω

τρέπω μακριά από κάποιον.

familyπαράγ. ἀποτροπή, ἀποτρόπαιος.

ΝΕ αποτρέπω.

[σύνθ. λ. ἀπό + τρέπω].

ἀποφαίνω ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handφαίνω

1. παρουσιάζω: ἀποφαίνω καλὰ ἔργα = παρουσιάζω ωραία έργα.

2. αποδεικνύω: ἀποφαίνω τινὰ ἔνοχον ὄντα = αποδεικνύω ότι κάποιος είναι ένοχος.

3. μέση φωνή ἀποφαίνομαι διατυπώνω μια κρίση, απαντώ: ἀποφαίνομαι γνώμην = διατυπώνω την άποψή μου.

familyπαράγ. ἀπόφανσις.

ΝΕ αποφαίνομαι (με τη σημ. 3).

[σύνθ. λ. ἀπό + φαίνω].

ἄπταιστος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. με ενεργ. σημ. αυτός που δε σκοντάφτει: ἀπταιστότερον παρέχει τὸν ἵππον = κάνει ένα άλογο να έχει λιγότερο την τάση να σκοντάφτει.

2. με παθ. σημ. αυτός που δεν έχει κανένα σφάλμα.

3. επίρρημα ἀπταίστως χωρίς σφάλμα ή εμπόδιο, χωρίς καμιά δυσκολία.

ΝΕ άπταιστος (με τη σημ. 2).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + πταίω + παρ. επίθ. -τος].

ἅπτω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἧπτον
Μέλλ. ἅψω
Αόρ. ἧψα
Παθ. μέλλ. ἁφθήσομαι
Μέσ. μέλλ. ἅψομαι
Μέσ. αόρ. ἡψάμην
Παθ. αόρ. με μέση και παθ. σημ. ἧμμαι

1. μέση φωνή ἅπτομαι α. εμπλέκομαι σε κάτι, το αναλαμβάνω: χρὴ τοῦ πολέμου ἅπτεσθαι = πρέπει να εμπλακούμε στον πόλεμο. β. αγγίζω: ἅπτει μου τοῖς λόγοις τῆς ψυχῆς = αγγίζεις την ψυχή μου με τα λόγια σου.

2. ανάβω, βάζω φωτιά: ἧψε τοῦ τείχους = έβαλε φωτιά στο τείχος.

[αβέβ. ετυμ., καθώς δεν είναι ασφαλής η παραγωγή από *ἅπFω, όπου πF > πτ].

ἄπωθεν ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. από μακριά.

2. μακριά από κάποιον / κάτι: ἄπωθεν τῶν Μυκηνῶν = μακριά από τις Μυκήνες.

[παράγ. λ. ἄπω + παρ. επίθ. -θεν].

ἀπώλεια, -είας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. καταστροφή.

2. χάσιμο.

ΝΕ απώλεια (και με τις δύο σημ.).

[παράγ. λ. ἀπώλ- (ἀπόλ-λυμι) + παρ. επίθ. -εια].

ἄρα ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

1. συμπερασματικός άρα, επομένως: ἄριστον ἄρα ἡ εὐδαιμονία = άρα η ευδαιμονία είναι άριστο πράγμα.

2. εἰ ἄρα εάν ίσως.

[συγγεν. των ἀρ-αρ-ίσκω, ἄρ-τι].

ἆρα ΜΟΡΙΟ

1. χρησιμοποιείται σε ερωτήσεις και υποδηλώνει αγωνία ή ανυπομονησία άραγε.

2. ἆρα μή...; / ἆρα οὐ...; χρησιμοποιούνται για την εισαγωγή ερωτήσεων, που προδικάζουν απαντήσεις αρνητικές ή θετικές αντιστοίχως: ἆρα μὴ ἄλλο τι ᾖ ὁ θάνατος; = άραγε, μήπως ο θάνατος είναι τίποτε άλλο; (ασφαλώς όχι.) ἆρ' οὐχ οὕτως; = άραγε, δεν είναι έτσι; (ασφαλώς έτσι είναι.)

[ετυμολογικά ταυτόσημο με το ἄρα].

ἀργός, -ὸς & -ή, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀργότερος
Υπερθετικός ἀργότατος

1. οκνηρός: θεὸς τοῖς ἀργοῖς οὐ παρίσταται = ο θεός δε συμπαραστέκεται στους οκνηρούς ανθρώπους.

2. για τη γη αυτός που παραμένει ακαλλιέργητος.

familyπαράγ. ἀργῶς.

ΝΕ αργός (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *Fεργός (ἔργον)].

ἀργύριον, -ίου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

χρήματα: τοῦτο δρῶσιν τοῦ ἀργυρίου χάριν = το κάνουν αυτό για χάρη των χρημάτων.

ΝΕ πβ. τα τριάντα αργύρια του Ιούδα.

[παράγ. λ. ἄργυρος + παρ. επίθ. -ιον].

ἄργυρος, -ύρου, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ασήμι.

familyπαράγ. ἀργύριον, σύνθ. ἀργυρότοξος.

ΝΕ άργυρος.

[παράγ. λ. ἀργὸς «λαμπερός» + παρ. επίθ. -υρός > ἀργυρός > ἄργυρος με ανέβασμα του τόνου].

ἄρδην ΕΠΙΡΡΗΜΑ

παντελώς: πᾶσαν πόλιν ἄρδην ἀπόλλυμι = καταστρέφω κάθε πόλη παντελώς.

ΝΕ άρδην.

[με τη σημ. «στον αέρα, σηκωτά» *ἀρ- (από όπου *ἀρ-jω > αἴρω «σηκώνω») + παρ. επίθ. -ην, πβ. βά-δην].

ἀρέσκω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤρεσκον
Μέλλ. ἀρέσω
Αόρ. ἤρεσα
Μέσ. μέλλ. ἀρέσομαι
Μέσ. αόρ. ἠρεσάμην
Παθ. αόρ. ἠρέσθην

1. συμμορφώνομαι: ἀρέσκω τρόποις τινός = συμμορφώνομαι με τους τρόπους κάποιου.

2. για πράγματα ευχαριστώ: τοῖς πρέσβεσιν ἤρεσκεν τοῦτο = ευχαριστούσε τους πρέσβεις τούτο.

3. παθ. φωνή ἀρέσκομαι είμαι ευχαριστημένος: τοῖς λόγοις τοῖς ἀπὸ σοῦ ἀρέσκομαι = είμαι ευχαριστημένος με τα λόγια σου.

4. μετοχή ενεστώτα ἀρέσκων, -ουσα, -ον αρεστός, ευπρόσδεκτος: μηδέν μὴ ἀρέσκον λέγω = δε λέω τίποτε που δεν είναι αρεστό.

familyπαράγ. ἀρεστός, σύνθ. εὐάρεστος, δυσάρεστος.

ΝΕ αρέσω (με τη σημ. 2).

[*ἀρ-, ἀρε- (ίσως συγγεν. με μτχ. ἄρ-μενος «ευχάριστος» του ρ. ἀραρίσκω) + παρ. επίθ. -σκω].

ἀρετή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. ικανότητα κάθε είδους, το ιδανικό σε σχέση με κάποιον ή κάτι, επιδεξιότητα, τελειότητα, τελείωση: ῥήτορος ἀρετὴ τἀληθῆ λέγειν = το ιδανικό για το ρήτορα είναι να λέει την αλήθεια.

2. με ηθική σημ. αρετή, ηθική αξία. κακία.

ΝΕ αρετή (με τη σημ. 2).

[*αρ-, πβ. ἀρ-είων, ἄρ-ιστος (συγκρ. και υπερθετ. του ἀγαθός)].

ἀριθμέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠρίθμουν
Μέλλ. ἀριθμήσω
Αόρ. ἠρίθμησα
Μέσ. & παθ. παρ. ἠριθμούμην
Μέσ. μέλλ. με παθ. σημ. ἀριθμήσομαι «θα αριθμηθώ»
Παθ. μέλλ. ἀριθμηθήσομαι
Παθ. παρακ. ἠρίθμημαι

1. απαριθμώ κάτι, το μετρώ.

2. πληρώνω: οὐ τοὺς πλεῖστον ἀριθμοῦντας χρυσίον θαυμάζει = δε θαυμάζει όσους τον πληρώνουν με μεγάλα χρηματικά ποσά.

ΝΕ αριθμώ (με σημ. 1).

[παράγ. λ. ἀριθμ-ός + παρ. επίθ. -έω].

ἀριστάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠρίστων
Μέλλ. ἀριστήσω
Αόρ. ἠρίστησα
Παρακ. ἠρίστηκα
Παθ. παρακ. ἠρίστημαι

παίρνω το μεσημεριανό γεύμα: μήτ' ἀριστᾶν ἐπιθυμεῖς = μήτε να πάρεις το μεσημεριανό φαγητό σου επιθυμείς.

[παράγ. λ. handἄριστ-ον + παρ. επίθ. -άω].

ἀριστοκρατία, -ίας, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

το πολίτευμα που δίνει την εξουσία στα υψηλής καταγωγής άτομα, στους ευγενείς.

ΝΕ αριστοκρατία.

[σύνθ. λ. ἄριστοι + κρατέω + παρ. επίθ. -ία, πβ. μεταγεν. ἀριστοκράτης].

ἄριστον, -ου, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αρχικά το πρόγευμα (handἀριστοποιέω) και κατόπιν το μεσημεριανό φαγητό: εἰργάζοντο μέχρις ἀρίστου = δούλευαν ως την ώρα του μεσημεριανού φαγητού.

[*αἰερι-δ-τον, όπου *αἰερι = ἦρι επίρρ. «πρωί» (πβ. ποιητ. ἠέρ-ιος «πρωινός», δ- < ἐδ- (ἔδ-ομαι «θα φάγω», μέλλ. του ἐσθίω) + παρ. επίθ. -τον].

ἀριστοποιέω -ῶ ΡΗΜΑ

1. παρασκευάζω το πρόγευμα.

2. μέση φωνή ἀριστοποιοῦμαι προγευματίζω.

[σύνθ. λ. ἄριστον + ποιέομαι].

ἀρκέω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤρκουν
Μέλλ. ἀρκέσω
Αόρ. ἤρκεσα
Παθ. ενεστ. ἀρκοῦμαι
Παθ. μέλλ. ἀρκεσθήσομαι
Παθ. αόρ. ἠρκέσθην
Παθ. παρακ. ἤρκεσμαι

αρκώ, επαρκώ, είμαι αρκετός.

familyπαράγ. ἀρκετός, σύνθ. αὐτάρκης, ὀλιγαρκής.

ΝΕ αρκώ.

[*αρκ-, ΙΕ αρχής].

ἁρμόττω ΡΗΜΑ

ο κοινός τύπος είναι ἁρμόζω

Παρατ. ἥρμοττον
Μέλλ. ἁρμόσω
Αόρ. ἥρμοσα
Παρακ. ἥρμοκα
Μέσ. μέλλ. ἁρμόσομαι
Μέσ. αόρ. ἡρμοσάμην
Παθ. αόρ. ἡρμόσθην
Παθ. παρακ. ἥρμοσμαι

1. συνενώνω.

2. τακτοποιώ.

3. ως απρόσωπο ἁρμόττει αρμόζει.

4. μετοχή ἁρμόττων, -ουσα, -ον κατάλληλος.

familyπαράγ. ἁρμοστής, ἁρμόδιος, σύνθ. προσαρμόζω, συναρμόζω.

ΝΕ αρμόζω (με τη σημ. 3).

[παράγ. λ. ἁρμός + παρ. επίθ. -ζω].

ἀρόω -ῶ ΡΗΜΑ

Μέλλ. ἀρόσω
Αόρ. ἤροσα
Παθ. ενεστ. ἀροῦμαι
Παθ. αόρ. ἠρόθην
Παθ. παρακ. ἀρήρομαι

οργώνω.

familyπαράγ. ἄροσις, ἀρόσιμος, ἄροτος, ἄροτρον «αλέτρι».

ΝΕ αλέτρι (< *ἀρότριον < ἄροτρον).

[*αρ-, λατ. ar-are «οργώνω»].

ἁρπάζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἥρπαζον
Μέλλ. ἁρπάσω & ἁρπάσομαι
Αόρ. ἥρπασα
Παρακ. ἥρπακα
Μέσ. αόρ. ἡρπασάμην
Παθ. μέλλ. ἁρπαγήσομαι
Παθ. αόρ. ἡρπάσθην & ἡρπάγην
& ἡρπάχθην
Παθ. παρακ. ἥρπασμαι

1. αρπάζω.

2. λεηλατώ: ἁρπάζω πόλεις.

familyπαράγ. ἁρπαγή, ἅρπαξ, σύνθ. ἀναρπάζω, διαρπάζω, ἐφαρπάζω, συναρπάζω.

ΝΕ αρπάζω (με τις σημ. 1, 2).

[*σαρπ- (ἁρπ-αγή, ἅρπ-αξ, ἅρπ-υια) + -άζω].

ἀρραγής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

άθραυστος. = ἄρρηκτος. θραυστός.

ΝΕ λ.χ. αρραγές μέτωπο.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *ραγ- (ἐρ-ράγ-ην < ῥήγνυμι) + παρ. επίθ. -ής].

ἄρρην, -ην, -εν ΕΠΙΘΕΤΟ

αρσενικός.

[*ἀρσεν-, ομόρρ. με αρχ. περσ. aršan– «αρσενικός»].

ἀρτάω -ῶ ΡΗΜΑ

Παρατ. ἤρτων
Μέλλ. ἀρτήσω
Αόρ. ἤρτησα
Παρακ. ἤρτηκα
Παθ. αόρ. ἠρτήθην
Παθ. παρακ. ἤρτημαι

1. κρεμώ. = κρεμάννυμι.

2. παθ. φωνή ἀρτῶμαι (ἔκ τινος) εξαρτώμαι (από κάποιον/κάτι).

familyπαράγ. ἄρτησις, σύνθ. ἀναρτάω, ἐξαρτάω, προσαρτάω.

ΝΕ σύνθ. εξαρτώμαι (με τη σημ. 2).

[πιθ. *αρ- (ἀρ-αρ-ίσκω «ενώνω, προσαρμόζω») + παρ. επίθ. -τ-άω].

ἄρτι ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. μόλις πριν από λίγο, τώρα δα: τέθνηκεν ἄρτι = πέθανε τώρα δα.

2. αμέσως.

[*αρτ-, συγγεν. με αρμ. ard «πρόσφατος» + , πβ πέρυσ-ι].

ἀρχή, -ῆς, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. αρχή: ἀρχήν τινος ποιοῦμαι = κάνω αρχή κάποιου πράγματος.

2. εξουσία: ἀρχὴ ἄνδρα δείξει = η εξουσία θα δείξει το χαρακτήρα του ανθρώπου. μετέχω κρίσεως καὶ ἀρχῆς = συμμετέχω στη δικαστική και εκτελεστική εξουσία.

3. κράτος, βασίλειο: Κύρου ἀρχή = το βασίλειο του Κύρου.

4. αἱ ἀρχαὶ οι αξιωματούχοι.

familyπαράγ. ἀρχαῖος, ἀρχεῖον, ἀρχαϊκός, ἀρχῆθεν, σύνθ. ἀρχηγέτης, ἀρχηγός.

ΝΕ αρχή (με τις σημ. 1, 2).

[αβέβ. ετυμ., *ἀρχ-].

ἄρχω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἦρχον
Μέλλ. ἄρξω
Αόρ. ἦρξα
Παρακ. ἦρχα
Μέσ. μέλλ. ἄρξομαι
Μέσ. αόρ. ἠρξάμην
Παθ. αόρ. ἤρχθην
Παρακ. ἦργμαι

1. α. στην ενεργ. ή μέση φωνή ἄρχω ή ἄρχομαι ξεκινώ: ἄρχομαι τοῦ πολέμου = ξεκινώ τον πόλεμο. λήγω, παύω. β. ἄρχω με γεν. πράγματος και δοτ. προσώπου, όταν το υποκείμενο είναι πράγμα γίνομαι η απαρχή, σηματοδοτώ την αρχή κάποιου πράγματος για κάποιον: νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἄρχειν ἐλευθερίας τῇ Ἑλλάδι = νομίζοντας ότι εκείνη η ημέρα ήταν η απαρχή της ελευθερίας για την Ελλάδα.

2. κυβερνώ (κάποιον): οἱ ἀρχόμενοι = οι υπήκοοι.

familyπαράγ. ἀρκτέον, ἄρχων, σύνθ. ἐξάρχω.

[αβέβ. ετυμ., handἀρχή].

ἄρχων, -οντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. κυβερνήτης, διοικητής, αρχηγός.

2. στην Αθήνα οἱ ἐννέα ἄρχοντες. Έτσι χαρακτηρίζονταν ο Ἄρχων (= ο επώνυμος Άρχων), ο Βασιλεύς, ο Πολέμαρχος και οι έξι Θεσμοθέται.

[μετοχή του handἄρχω].

ἀρωγός, -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

χρήσιμος για κάτι, ωφέλιμος.

ΝΕ αρωγός «που συμπαρίσταται, που βοηθεί».

[*αρηγ- (πβ. ἀρήγω «βοηθώ», *αρωγ- ΙΕ αρχής].

ἀσθενής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀσθενέστερος
Υπερθετικός ἀσθενέστατος

1. αδύναμος, ασθενικός: ὁ παντάπασιν ἀσθενὴς τῷ σώματι = ο εντελώς ασθενικός στο σώμα.

2. φτωχός: ὅ τ' ἀσθενὴς ὁ πλούσιός τε = και ο φτωχός και ο πλούσιος.

3. ασήμαντος: οὐκ ἀσθενέστατος σοφιστὴς Ἑλλήνων ἐστί = δεν είναι ο πιο ασήμαντος Έλληνας σοφιστής.

familyπαράγ. ἀσθένεια, ἀσθενέω, ἀσθενόω, ἀσθενῶς, σύνθ. ἐξασθενέω.

ΝΕ ασθενής (με τις σημ. 1 και 2, και «άρρωστος», που στα αρχαία δηλωνόταν λ.χ. με το νοσῶν).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *σθεν- (σθένω) + παρ. επίθ. -ής].

ἀσπάζομαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠσπαζόμην
Μέλλ. ἀσπάσομαι
Αόρ. ἠσπασάμην

1. χαιρετώ: πόρρωθεν ἠσπάζοντό με = με χαιρετούσαν από μακριά.

  • στις κατακλείδες επιστολών ἀσπάζομαι ὑμᾶς ἐγὼ Τέρτιος ὁ γράψας τὴν ἐπιστολὴν ἐν Κυρίῳ = σας στέλνω τους χαιρετισμούς μου εγώ, ο Τέρτιος, που έγραψα την επιστολή.

familyπαράγ. ἀσπασμός, ἄσπασμα, ἀσπασίως, σύνθ. ἀντασπάζομαι.

ΝΕ ασπάζομαι «φιλώ, συμφωνώ».

[αβέβ. ετυμ., ίσως προθ. ἀ- + σπάω].

ἀστήρ, -έρος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αστέρι.

ΝΕ αστέρι.

[προθετ. ἀ- + *στερ-, *στηρ-, πβ. λατ. stella].

ἄστυ, -εως, τὸ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

1. πόλη. = πόλις.

2. κάτω πόλη (σε αντιδιαστολή προς την ἀκρόπολιν).

3. η πόλη των Αθηνών (σε αντιδιαστολή προς τον ἀγρόν, δηλαδή την ύπαιθρο της Αττικής): ἐξ ἄστεως νῦν εἰς ἀγρὸν χωρῶμεν = ας πάμε τώρα από την πόλη (των Αθηνών) στην ύπαιθρο.

familyπαράγ. ἀστικός, σύνθ. ἀστυνόμος.

ΝΕ άστυ (λόγιο, αντί πόλη, λ.χ. «το κλεινόν άστυ», δηλαδή η Αθήνα).

[*Fεστ- (ἑστία), *Fαστυ, αρχ. ινδ. vástu].

ἀσφαλής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀσφαλέστερος
Υπερθετικός ἀσφαλέστατος

1. αυτός που δεν πέφτει κάτω, ασάλευτος: ἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα = οι νόμοι των θεών είναι ασάλευτοι.

2. πιστός (λ.χ. φίλος).

3. προφυλαγμένος από κινδύνους, ασφαλής: ἀσφαλὴς ὁδός = ασφαλής δρόμος.

familyπαράγ. ἀσφαλίζω, ἀσφάλεια, ἀσφαλῶς, ἀσφάλισις, σύνθ. ἀνασφαλής, ἐπισφαλής.

ΝΕ ασφαλής (με τις σημ. 2, 3).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + σφάλλω «ρίχνω κάποιον κάτω»].

ἅτε

αιτιολογική λέξη που συνοδεύει πάντοτε μετοχή.

επειδή: ἅτε τῶν ὁδῶν φυλαττομένων = επειδή οι δρόμοι φρουρούνταν.

[ουδ. πληθ. της αντων. ὅστις, ἥτις, ὅ τι/ὅ,τι].

ἄτοπος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀτοπώτερος
Υπερθετικός ἀτοπώτατος

1. παράδοξος, ασυνήθιστος: δοῦλοι τῶν ἀεὶ ἀτόπων = δέσμιοι σε παραδοξότητες.

2. απρόσωπο ἄτοπόν ἐστι είναι παράλογο.

ΝΕ άτοπος.

[σύνθ. λ. στερητ. ἀ- + τόπος].

Ἄτροπος, -όπου, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

μία από τις τρεις Μοίρες, που ήταν αρμόδια στο να διατηρεί ἄτροπον, δηλ. αμετάτρεπτο, αναλλοίωτο, το χαρακτήρα της μοίρας του κάθε ανθρώπου (handΛάχεσις & Κλωθώ).

αὖ ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. ξανά, πάλι, ακόμη μια φορά.

2. συχνά συνοδεύει το δὲ αφετέρου, από την άλλη πλευρά: ὁ μὲν ἥμαρτεν... ὁ δ' αὖ κατειργάσατο = ο ένας αστόχησε... από την άλλη όμως ο άλλος το σκότωσε (το λιοντάρι).

[*αυ-, πβ. λατ. aut, autem «πάλιν»].

αὖθις ΕΠΙΡΡΗΜΑ

πάλι, ξανά: αὖθις πρὸς τοὺς Μεγαρέας ἐπολέμησαν = πολέμησαν πάλι εναντίον των Μεγαρέων.

[παράγ. λ. αὖ + παρ. επίθ. -θις].

αὐλέω -ῶ ΡΗΜΑ

παίζω τον αυλό.

familyπαράγ. αὔλησις, αὐλητρίς, αὐλητής, σύνθ. ἐπαυλέω, συναυλέω.

[παράγ. λ. αὐλός + παρ. επίθ. -έω].

αὐλητρίς, -ίδος, ἡ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

αυλήτρια.

ΝΕ αυλήτρια, αυλητρίδα.

[παράγ. λ. αὐλέω + παρ. επίθ. -τρίς < *-τηρίς].

αὔξω & αὐξάνω ΡΗΜΑ

Παρατ. ηὖξον & ηὔξανον
Μέλλ. αὐξήσω
Αόρ. ηὔξησα
Παρακ. ηὔξηκα
Μέσ. & παθ. ενεστ. αὔξομαι & αὐξάνομαι
Μέσ. & παθ. παρατ. ηὐξόμην & ηὐξανόμην
Μέσ. μέλλ. αὐξήσομαι
Παθ. μέλλ. αὐξηθήσομαι
Παθ. αόρ. ηὐξήθην
Μέσ. & παθ. παρακ. ηὔξημαι
Μέσ. & παθ. υπερσ. ηὐξήμην

αυξάνω, μεγαλώνω.

ΝΕ αυξάνω, αυξάνομαι.

[*αFεκσ-, λατ. augeō «αυξάνω»].

αὔριον ΕΠΙΡΡΗΜΑ

αύριο: αὔριον τηνικάδε = αύριο τέτοια ώρα.

familyπαράγ. αὐρίζω, αὐρινός.

ΝΕ αύριο.

[παράγ. λ. *αυσρ- (συγγεν. με ἕως «αυγή» = αιολ. αὔως, δωρ. ἀώς, ἀFώς) + παρ. επίθ. -ιον, πβ. λιθ. aušrá «αυγή»].

αὐτίκα ΕΠΙΡΡΗΜΑ

1. αμέσως: ταῦτα εἶπε καὶ αὐτίκα ἄγγελον ἔπεμπε = τα είπε αυτά και αμέσως έστειλε αγγελιαφόρο.

2. με ελαφρά χροιά μέλλοντος όπου να ᾿ναι, σε λίγο: αὐτίκα ἐπισκεψόμεθα εἰ... = θα εξετάσουμε σε λίγο εάν...

3. για παράδειγμα: εἰ γάρ τις αὐτίκα εἴποι... = αν για παράδειγμα έλεγε κάποιος...

[αὐτ-ός + -ίκα, όπως την-ίκα, ἡν-ίκα].

αὐτόματος, -ματος & -μάτη, -ματον ΕΠΙΘΕΤΟ

1. για γεγονότα αυτός που γίνεται μόνος του, χωρίς εξωτερική επενέργεια: ἀπό τινος αἰτίας αὐτομάτης = από κάποια αιτία που ενεργεί από μόνη της (και δεν επιβάλλεται από έξω).

2. α. τὸ αὐτόματον τυχαίο περιστατικό, τύχη: τοὺς θεοὺς χρὴ ἢ τὸ αὐτόματον αἰτιᾶσθαι; = πρέπει τους θεούς ή την τύχη να κατηγορούμε; β. ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου ή ἀπὸ ταὐτομάτου τυχαία, κατά τύχη.

familyπαράγ. αὐτομάτως, αὐτοματίζω.

ΝΕ αυτόματος (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. αὐτός + *μα- (< μέ-μον-α < μιμνήσκω) + -τος].

αὐτός, -ή, -ὸ ΑΝΤΩΝΥΜΙΑ

οριστική και επαναληπτική αντωνυμία

1. ως οριστική αντωνυμία ο ίδιος: αὐτὸς ἐγώ = εγώ ο ίδιος. ὁ βασιλεὺς αὐτὸς ἦλθε = ήλθε ο ίδιος ο βασιλιάς.

2. μόνος: ἐάν τις ἄνευ τοῦ σίτου τὸ ὄψον αὐτὸ ἐσθίῃ... = αν κάποιος τρώει το κρέας μόνο του χωρίς ψωμί...

3. σε πτώση δοτική με ουσιαστικό μαζί με κάποιον ή κάτι: ναῦς τέτταρας αὐτοῖς ἀνδράσιν εἷλον = έπιασαν τέσσερα καράβια μαζί με τους άντρες τους (μαζί με το πλήρωμά τους).

4. ως επαναληπτική αντωνυμία χρησιμοποιείται μόνον στις πλάγιες πτώσεις ως αντωνυμία του γ΄ προσώπου, για να επαναλάβει ένα ουσιαστικό που έχει αναφερθεί προηγουμένως στην πρόταση. Γι' αυτό λέγεται επαναληπτική αντωνυμία αυτός: ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ (δηλ. τοῦ βασιλέως) = ο βασιλιάς και όσοι είναι μαζί του.

5. με το άρθρο ὁ αὐτός, ἡ αὐτή, τὸ αὐτὸ & με κράση αὑτός, αὑτή, ταὐτὸ(ν) ο ίδιος, η ίδια, το ίδιο: ἀεὶ τὰ αὐτὰ λέγει = λέει πάντοτε τα ίδια πράγματα.

ΝΕ αυτός (με τη σημ. 4).

[αβέβ. ετυμ., πιθ. αὖ, αὖτε + -τός].

αὐτουργός, -ός, -ὸν ΕΠΙΘΕΤΟ

αυτός που καλλιεργεί τη γη μόνος του, χωρίς τη βοήθεια σκλάβων.

ΝΕ αυτουργός στη φρ. ηθικός αυτουργός.

[σύνθ. λ. *αὐτοFεργός < αὐτός + *Fεργ- (ἐργάζομαι, ἔργον) + παρ. επίθ. -ός].

ἀφαιρέω -ῶ ΡΗΜΑ

Μέσ. παρακ. με μέση σημ. ἀφῄρημαι «έχω αφαιρέσει»
Για τους άλλους χρόνους handαἱρέω -ῶ

1. αφαιρώ, παίρνω.

2. μέση φωνή ἀφαιρέομαι -οῦμαι αφαιρώ (παίρνω) κάτι για τον εαυτό μου: ἀφαιροῦμαι τοὺς τούτου παῖδας τὴν δωρεάν = αφαιρώ από τα παιδιά αυτού τη δωρεά (για να τη χρησιμοποιήσω προς όφελός μου).

[σύνθ. λ. ἀπό + αἱρέω].

ἀφανής, -ής, -ὲς ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀφανέστερος
Υπερθετικός ἀφανέστατος

1. κρυμμένος και άρα αθέατος. = ἀόρατος.

2. άγνωστος: σὺν ἀφανεῖ λόγῳ = με άγνωστη κατηγορία.

3. για πρόσωπα άσημος. = ἄσημος.

familyπαράγ. ἀφάνεια, ἀφανῶς.

ΝΕ αφανής (με τις σημ. 1, 3).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *φαν- (ἐ-φάν-ην < φαίνομαι) + παρ. επίθ. -ής].

ἀφανίζω ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠφάνιζον
Μέλλ. ἀφανιῶ
Παρακ. ἠφάνικα

1. αποκρύπτω: ἀφανίζω τὸ συμφορώτατον = αποκρύπτω τα πιο μεγάλα συμφέροντα.

2. καταστρέφω εντελώς: ὅλως ἀφανίζω τὰ ἱερά = καταστρέφω εντελώς τα ιερά. = δῃόω «λεηλατώ».

3. παθ. φωνή ἀφανίζομαι εξαφανίζομαι: ὑποβρύχιος ἠφανίσθη = εξαφανίστηκε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.

familyπαράγ. ἀφανισμός, ἀφάνισις, σύνθ. συναφανίζω.

ΝΕ αφανίζω (με τις σημ. 2, 3).

[σύνθ. λ. ἀφανής (handἀφανής) + παρ. επίθ. -ίζω].

ἄφατος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

ανέκφραστος, απερίγραπτος: ἄφατα χρήματα = απερίγραπτα χρηματικά ποσά. = ἄρρητος.

familyπαράγ. ἀφάτως.

ΝΕ άφατος «με κλειστό στόμα».

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + φατός (< φημί + παρ. επίθ. –τός)].

ἄφθονος, -ος, -ον (Α) ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀφθονώτερος & ἀφθονέστερος
Υπερθετικός ἀφθονώτατος & ἀφθονέστατος

αυτός που δε νιώθει φθόνο.

  • επίρρημα ἀφθόνως χωρίς φθόνο: τοὺς ἄλλους ἅπαντας ἀφθόνως ἠλευθέρωσεν = ελευθέρωσε όλους τους άλλους χωρίς κανένα φθόνο.

[στερητ. ἀ- + *φθον- (< φθονέω) + παρ. επίθ. -ος].

ἄφθονος, -ος, -ον (Β) ΕΠΙΘΕΤΟ

1. παθητικό αυτός που προσφέρεται σε αφθονία, άφθονος.

2. ενεργητικό αυτός που προσφέρει άφθονα.

familyπαράγ. ἀφθονία, ἀφθόνως.

ΝΕ άφθονος (με τη σημ. 1).

[σύνθ. λ. αθροιστ. ἀ- + φθον- (συγγεν. του ἀφνειὸς «πλούσιος» και εὐθ-ηνὸς «φτηνός, διότι προσφέρεται σε αφθονία», εὐθ-ενέω «προσφέρομαι σε αφθονία, αφθονώ», ΙΕ *gwh > φ/θ, *gwhen- < ελλ. (ἀ)φνε(ιός) - (εὐ)θην(ός), πβ. αρχ. ινδ. ghaná- «πυκνός, παχύς», λιθ. ganà «αρκετός»].

ἀφίημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἵημι

1. ρίχνω με δύναμη.

2. ελευθερώνω. = ἀπολύω.

3. αθωώνω: ἀφίημί τινα φόνου = αθωώνω κάποιον από την κατηγορία του φόνου. = ἀπολύω «αθωώνω».

4. διαλύω το γάμο μου, άρα χωρίζω. = διαζεύγνυμι.

5. παραμελώ: ἀφίημι τὰ θεῖα = παραμελώ τις θρησκευτικές υποθέσεις.

6. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι: ἀφίημί τινα ἀποπλεῖν = επιτρέπω σε κάποιον να αποπλεύσει.

familyπαράγ. ἄφεσις, ἀφέτης, ἀφετηρία, σύνθ. συναφίημι.

ΝΕ αφήνω «εγκαταλείπω, επιτρέπω κτλ.».

[σύνθ. λ. ἀπό + ἵημι].

ἀφικνέομαι -οῦμαι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους hand ἱκνέομαι

φθάνω: ἀφίκοντο οἱ πρέσϐεις οἴκαδε = έφθασαν οι πρέσβεις στην πατρίδα τους. = ἥκω «έχω φτάσει».

familyπαράγ. ἄφιξις.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἱκνέομαι].

ἀφίστημι ΡΗΜΑ

Για τους χρόνους handἵστημι

1. απομακρύνω κάποιον.

2. στην παθ. φωνή και στους αμετάβ. χρόνους της ενεργ. (ἀπέστην, ἀφέστηκα handἵστημι) ἀφίσταμαι α. απέχω από κάποιον/κάτι: ἀφίσταμαι κινδύνου = απέχω από τον κίνδυνο. β. αποστατώ από κάποιον: ἀπέστησαν ἀπὸ τοῦ Δαρείου = αποστάτησαν από το Δαρείο. γ. αποφεύγω να κάνω κάτι: ἀπέστην τοῦτ' ἐρωτῆσαι σαφῶς = απέφυγα να ρωτήσω αυτό επακριβώς.

[σύνθ. λ. ἀπό + ἵστημι].

ἄφρων, -ων, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀφρονέστερος
Υπερθετικός ἀφρονέστατος

ανόητος, ηλίθιος.

familyπαράγ. ἀφροσύνη, ἀφρόνως.

ΝΕ πβ. η παραβολή του άφρονος πλουσίου.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + φρήν].

Ἀχέρων, -οντος, ὁ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ

ποταμός στον Κάτω Κόσμο.

ΝΕ Αχέροντας.

[ουδ. *ἄχερος «βάλτος, λίμνη», ομόρρ. με αρχ. σλαβ. jezero «λίμνη», λιθ. ēžeras].

ἄχθομαι ΡΗΜΑ

Παρατ. ἠχθόμην
Μέσ. μέλλ. ἀχθέσομαι
Παθ. μέλλ. με μέση σημ. ἀχθεσθήσομαι «θα στενοχωρηθώ»
Παθ. αόρ. με μέση σημ. ἠχθέσθην «στενοχωρήθηκα»
Παθ. παρακ. με μέση σημ. ἤχθημαι «έχω στενοχωρηθεί»

στενοχωριέμαι, ενοχλούμαι: Ἀρίσταρχον στρατηγοῦντ' ἄχθομαι = στενοχωριέμαι να είναι ο Αρίσταρχος στρατηγός.

familyπαράγ. ἀχθηδών «ενόχληση», σύνθ. ἐπάχθομαι, συνάχθομαι.

[αβέβ. ετυμ., ίσως συγγεν. του ἄγω, πβ. ἄχθ-ος].

ἀχρεῖος, -εῖος & -εία, εῖον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀχρειότερος
Υπερθετικός ἀχρειότατος

άχρηστος, ασύμφορος: οὐκ ἀπράγμονα ἀλλ' ἀχρεῖον νομίζομεν = δεν τον θεωρούμε φιλήσυχο αλλά άχρηστο.

ΝΕ αχρείος «άχρηστος, ελεεινός» κτλ.

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + *χρει- (< χρειόω «είμαι χρήσιμος») + παρ. επίθ. -ος].

ἀχρειόω -ῶ ΡΗΜΑ

αχρηστεύω κάτι.

ΝΕ σύνθ. εξαχρειώνω «ταπεινώνω ηθικά, κουρελιάζω».

[παράγ. λ. ἀχρεῖος + παρ. επίθ. -έω].

ἄχρι & ἄχρις ΠΡΟΘΕΣΗ/ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

Α. Ως πρόθεση συντάσσεται με γενική και δηλώνει:

1. χρόνο μέχρι: ἄχρι τῆς σήμερον ἡμέρας = μέχρι σήμερα.

2. τόπο μέχρι: ἄχρι τοῦ Πειραιῶς = μέχρι τον Πειραιά.

Β. Ως σύνδεσμος συντάσσεται με αναφορική πρόταση, για να δηλώσει χρόνο: μέχρι: ἄχρι οὗ ὅδε ὁ λόγος ἐγράφετο = μέχρι που γράφτηκε αυτό το κείμενο.

[αντιστοιχεί στο μέχρι, πβ. για την ισοδυναμία -χρι = μέ-χρι αρχ. ἄ-λευρον = μυκην. mereuro = μέ-λευρον].

ἄψυχος, -ος, -ον ΕΠΙΘΕΤΟ

Συγκριτικός ἀψυχότερος
Υπερθετικός ἀψυχότατος

1. αυτός που δεν έχει ψυχή.

2. δειλός: ἀψυχότεραι αἱ θήλειαι = τα θηλυκά είναι πιο δειλά. ἀνδρεῖος.

familyπαράγ. ἀψυχία, ἀψυχέω, ἀψυχεί, ἀψύχως.

ΝΕ άψυχος (με τη σημ. 1 και άλλες σημ.).

[σύνθ. λ. στερ. ἀ- + ψυχή + παρ. επίθ. -ος].