Ευριπίδης, Ιφιγένεια η εν Ταύροις «Έξοδος» στ. 1284-1499
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Φρουροί του ναού και των βωμών επόπτες!
Ο Θόας ο βασιλιάς πού πήγε; πού είναι;
Ανοίξτε του ναού τη στερεή θύρα
και πέστε να ’βγει ο αρχηγός της χώρας.
ΧΟΡΟΣ
Τι ’ναι... αν μπορώ ανερώτητα να κρίνω.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Πάνε οι δυο νέοι με απόφαση της κόρης
του Αγαμέμνονα· πήραν τη σεβάσμια
της θεάς εικόνα πάνω σε καράβι
ελληνικό και φύγανε απ’ τη χώρα.
ΧΟΡΟΣ
Απίστευτο! Κι ο ρήγας που γυρεύεις
κίνησε δώθε απ’ το ναό και πάει.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Πού; πρέπει αυτά που γίνονται να μάθει.
ΧΟΡΟΣ
Δεν ξέρουμε· μα τρέχα εσύ και κοίτα
πού θα τον βρεις και πες του αυτό το νέο.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ε τι άτιμες, για δες, που είν’ οι γυναίκες!
Είστε κι εσείς σ’ αυτό ανακατεμένες.
ΧΟΡΟΣ
Τρελάθηκες; Αν το ’σκασαν οι ξένοι,
εμείς σ’ αυτό τι μπαίνουμε; Δεν παίρνεις
τα πόδια σου να τρέξεις στο παλάτι;
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Όχι, αν αυτός εδώ ο εξηγητής
πρώτα δεν πει: είναι μέσα ο ρήγας ή όχι;
Ε σεις απ’ το ναό, ξεμανταλώστε!
Δώστε είδηση του αφέντη πως είμ’ έξω
καινούριων συμφορών φορτίο κρατώντας.
ΘΟΑΣ
Της θεάς ποιος βροντοχτύπησε τη θύρα,
τάραξε τη γαλήνη που είναι μέσα
και βάζει τις φωνές στο ναό απέξω;
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Εέ!
Πώς έλεαν τούτες - βέβαια για να φύγω –
πως είχες βγει! Κι εσύ στο ναό ήσουν μέσα.
ΘΟΑΣ
Με ελπίδα ή για κυνήγι τίνος κέρδους;
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Γι αυτές σου λέω αργότερα· άκου πρώτα
αυτά που επείγουν: η κοπέλα που είχε
των βωμών τη φροντίδα, η Ιφιγένεια,
πάει έξω από τη χώρα με τους ξένους,
της θεάς κρατώντας τη σεβάσμια εικόνα·
κι αυτά τα καθαρίσματα ήταν δόλος.
ΘΟΑΣ
Τι λες; Ποια πνοή σ’ αυτό την έχει σπρώξει;
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Θα ξαφνιστείς: να σώσει τον Ορέστη.
ΘΟΑΣ
Ποιον Ορέστη; τον γιο της Τυνδαρίδας;
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ναι, που η θεά είχε δω για θύμα ορίσει.
ΘΟΑΣ
Θάμα! Πιο δυνατή που να ’βρω λέξη;
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Ο νους σου ας μην κολλήσει αυτού, μόνο άκου·
νιώσε το πράμα, πρόσεξε, και σκέψου
με τι κυνήγι θα πιαστούν οι ξένοι.
ΘΟΑΣ
Σωστά· ναι, λέγε· έχουν μακρύ να κάμουν
δρόμο, και δεν ξεφεύγουν τ’ άρματα μου.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Στην άκρη του γιαλού σα φτάσαμε όπου
του Ορέστη είχε κρυφά το πλοίο αράξει,
σ’ εμάς, που συνοδούς μας είχες στείλει
για να κρατούμε τα δεσμά των ξένων,
τ’ Αγαμέμνονα η κόρη νόημα κάνει
πιο πέρα να σταθούμε, γιατί τάχα
θ’ άναβε φλόγα μυστικής θυσίας
για τον εξαγνισμό που ’χε στο νου της.
Και πίσω απ’ τους δυο ξένους, τα δεσμά τους
κρατώντας η ίδια, βάδιζε. Ύποπτο ήταν,
δεν είπαν όμως όχι οι άνθρωποι σου.
Για να θαρρούμε εμείς πως κάτι κάνει,
βγάζει τρανή φωνή, σαν πέρασε ώρα,
κι αλλόκοτα αρχινάει να τραγουδάει
ξόρκια, πως τάχα ξέπλενε το φόνο.
Ώρα πολλή προσμέναμε, και τότε
μια ιδέα μας μπήκε: μη λυθούν οι ξένοι,
σκοτώσουν την ιέρεια και το σκάσουν.
Μα σιωπηλοί καθόμαστε, απ’ το φόβο
μη δούμε όσα δεν πρέπει· τέλος όλοι
κρίναμε για σωστό ως εκεί να πάμε
που βρίσκονταν, κι ας το ’χε απαγορέψει.
Καράβι ελληνικό θωρούμε τότε
μ’ έτοιμα, σα φτερούγες, τα κουπιά του,
που τα κρατούσαν στους σκαρμούς πενήντα
ναύτες, και τους δυο νέους να στέκονται έξω,
στην πρύμη αντίκρυ, ελεύθεροι, λυμένοι.
Την πλώρη συγκρατούσαν με κοντάρια,
την άγκυρα άλλοι δέναν στα καπόνια,
μια σκάλα άλλοι κρατώντας την πήγαιναν
στην πρύμη και γοργά την κατέβαζαν
μες στο νερό, για ν’ ανεβούν οι ξένοι.
Εμείς, χωρίς ανασκοπή, όταν τέτοια
είδαμε απάτη, πιάσαμε την ξένη
και τις πρυμάτσες, και τραβούσαμε έξω
απ’ της όμορφης πρύμης τους χαλκάδες
το τιμόνι. Κι αρχίνησαν τα λόγια:
«Με ποιο δικαίωμα κλέβετε απ’ τη χώρα
και φορτώνετε αγάλματα και ιέρειες;
Ποιος είσαι, τίνος είσ’ εσύ, και τούτη
για πούλημα την παίρνεις»; Και είπ’ εκείνος:
«Ο Ορέστης, ο αδερφός της, για να ξέρεις,
τ’ Αγαμέμνονα ο γιος, την αδερφή μου,
που χάσαμε απ’ το σπίτι, παίρνω πίσω».
Μα εμείς γερά κρατούσαμε την ξένη,
την πιέζαμε να ’ρθει μ’ εμάς σ’ εσένα·
και τότε να γερές χτυπιές στα μούτρα·
γιατί ούτ’ αυτοί κρατούσανε μαχαίρι
ούτε κι εμείς· γροθιές μονάχα πέφταν
και κλοτσιές· μας τις τίναζαν κι οι δυο τους
στα πλευρά, στο συκώτι· δεν αργήσαν
να παραλύσουν έτσι τα κορμιά μας.
Μ’ άσκημες μελανιές σημαδεμένοι
φεύγαμε στους γκρεμούς, με ματωμένα
άλλοι κεφάλια κι άλλοι μάτια· πάνω
στα υψώματα σταθήκαμε, κι εκείθε,
με πιότερη προφύλαξη, τη μάχη
κρατούσαμε και πέτρες ρίχναμε· όμως
στην πρύμη απάνω στάθηκαν τοξότες
και με σαϊτιές μας έσπρωξαν πιο πέρα.
Και στ’ αναμεταξύ –επειδή άγριο κύμα
έριχνε στη στεριά το πλοίο, κι η κόρη
φοβότανε το πόδι της να βάλει
μες στο νερό– ο Ορέστης στο ζερβή του
αφού την κάθισε ώμο, μπήκε μέσα
στη θάλασσα, όρμησε ίσια απά στη σκάλα
και μέσα στ’ ωραιοσήμαδο καράβι
βάζει την αδερφή του και της Άρτεμης
την απ’ τον ουρανό πεσμένη εικόνα.
Κι ακούστηκε φωνή μέσ’ απ’ το σκάφος:
«Έλληνες ναύτες, κάντε το καράβι
να νιώσει τα κουπιά, κι αφρούς σηκώστε.
Όσα ζητούσαμε, όταν μες στον πόντο
τον αφιλόξενο ήρθαμε και δώθε
από τις Συμπληγάδες, τα ’χουμε όλα».
Μ’ ένα «αχ» βαθύ ανακούφισης εκείνοι
χτυπήσαν το αρμυρό νερό. Το πλοίο,
όσο ήταν στο λιμάνι, προχωρούσε
προς την μπασιά, μα, σαν περνούσε για έξω,
βρήκε άγριο κύμα μπρος του και πιεζόταν·
του ’σπρωχνε τα πανιά κατά την πρύμη
άνεμος ξαφνικός· με πείσμα εκείνοι
πάλευαν με το κύμα· αλλά η φουρτούνα
προς τη στεριά ξανάφερνε το πλοίο.
Κι η κόρη του Αγαμέμνονα, όρθια, κάνει
μια δέηση: «Θυγατέρα της Λητώς,
σώσε με, εμένα τη δικιά σου ιέρεια,
από βάρβαρη χώρα στην Ελλάδα
κι αυτή μου την κλεψιά συγχώρεσε την.
Ω θεά, αγαπάς τον αδερφό σου· δέξου
να ’χω κι εγώ για το δικό μου αγάπη.»
Τη δέηση της κοπέλας με παιάνα
συνόδεψαν οι ναύτες, και τα χέρια,
γυμνά ως τους ώμους, μ’ ένα πρόσταγμα όλοι,
τα ’βαλαν στα κουπιά. Μα προς τους βράχους
όλο και πιο πολύ το πλοίο κυλούσε·
κι εμείς... άλλοι στη θάλασσα πηδήξαν,
θελιές πασκίζανε άλλοι να περάσουν.
Εγώ έτρεξα σ’ εσένα, αφέντη, αμέσως,
για να σου πω τι γίνεται εκεί κάτω.
Πάρε λοιπόν θελιές, πάρε αλυσίδες
και τρέξε εκεί· το κύμα αν δεν καλμάρει,
δεν έχουν σωτηρίας ελπίδα οι ξένοι·
ο αφέντης του πελάγου, ο Ποσειδώνας
ο σεβαστός, και το Ίλιο προστατεύει,
τους Πελοπίδες πολεμάει, και τώρα
στων πολιτών και στα δικά σου χέρια
το γιο, θαρρώ, θα βάλει του Αγαμέμνονα,
μα και την αδερφή του, που, ξεχνώντας
πως πήγαν να τη σφάξουν στην Αυλίδα,
της θεάς μας αποδείχνεται απαρνήτρα.
ΧΟΡΟΣ
Δόλια Ιφιγένεια, πάει η ζωή σου, πάει
και του αδερφού σου, ο ρήγας αν σας πιάσει.
ΘΟΑΣ
Της γης αυτής, της βάρβαρης πολίτες!
Όλοι! Τ’ άλογα, μπρός!, χαλιναρώστε
και τρέξτε στ’ ακρογιάλι, το ναυάγιο
το ελληνικό στα χέρια σας να πέσει·
και βιαστικά, με τη θεά βοηθό σας,
αθεόφοβους ανθρώπους κυνηγήστε·
ρίξτε άλλοι στο γιαλό γοργά καράβια,
για να τους πιάσουμε έτσι, και πελάγου
και στεριάς κυνηγώντας τους· και τότε
ή από τραχύ να γκρεμιστούνε βράχο
ή να παλουκωθούνε τα κορμιά τους.
Κι εσείς, κυράδες, που τα σχέδια τούτα
τα ξέρατε, θα σας παιδέψω, μόλις
αδειάσω· τώρα βιαστική δουλειά
με καρτερεί κι έτσι ήσυχος δε μένω.
ΑΘΗΝΑ
Θόα βασιλιά! Την καταδίωξη τούτη
για πού ετοιμάζεις; Η Αθηνά είμαι κι άκου
τα λόγια μου. Σταμάτα το κυνήγι,
μην αμολάς το ρέμα του στρατού σου·
γιατί ο Ορέστης ήρθε εδώ ακλουθώντας
του Απόλλωνα χρησμό, για να ξεφύγει
των Ερινύων το χόλιασμα, να πάρει
την αδερφή του στο Άργος, και να φέρει
τ’ άγιο άγαλμα στη χώρα τη δικιά μου,
να ’ναι δροσιά στα τωρινά δεινά της.
Σ’ εσένα λέω αυτό. Για τον Ορέστη,
που πας να τον σκοτώσεις πιάνοντας τον
μες στη φουρτούνα, ο Ποσειδώνας κιόλας
για χάρη μου το πέλαο γαληνεύει,
το πλοίο για να μπορέσει ν’ αρμενίσει.
Για σένα, Ορέστη, ορίζω αυτά —κι αν είσαι
μακριά, η φωνή της θεάς στ’ αυτιά σου φτάνει—:
Μ’ άγαλμα κι αδερφή το δρόμο παίρνε.
Στη θεόχτιστην Αθήνα σα θα φτάσεις...
στην Αττική άκρη άκρη είναι μια θέση
—στης Κάρυστος αντίκρυ το ακρωτήρι—
ιερή· ο λαός μου Αλές την ονομάζει·
εκεί να χτίσεις ναό· σ’ αυτόν να στήσεις
τ’ άγαλμα, που θα πάρει τ’ όνομα του
από την Ταυρική κι οπό τις πίκρες
που ’χες περιπολώντας στην Ελλάδα
με κέντρισμα Ερινυών. Θα το καλούνε
Άρτεμη Ταυροπόλα πια οι θνητοί.
Κι ένα έθιμο όρισε: όταν θα γιορτάζουν,
μ’ ένα σπαθί να ’γγίζει ο ιερέας
αντρός λαιμό, λίγο αίμα ν’ αναβρύζει,
για τη σφαγή σου αντίδωρο αυτό θα ’ναι
για τη θεά τιμή και ευλάβειας χρέος.
Της θεάς ιέρεια εσύ, Ιφιγένεια, πρέπει
να γίνεις στους ιερούς Βραυρώνιους λόφους.
Εκεί και θα σε θάψουν, σαν πεθάνεις·
κι όσα κρουστά υφαντά θα μένουν μέσα
στα σπίτια από γυναίκες που θα τύχει
στη γέννα τους απάνω να πεθάνουν
σ’ εσέ θα τα προσφέρνουν. Θόα, σου δίνω
την εντολή ν’ αφήσεις τις γυναίκες
αυτές τις Ελληνίδες, για την τίμια
τη γνώμη τους, να φύγουν απ τη χώρα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ορέστη, εγώ σε γλίτωσα και πρώτα,
στο λόφο του Άρη, όταν μετρώντας βρήκα
ισοψηφία· κι αυτή η αρχή θα μείνει:
όποιος παίρνει ίσους ψήφους να κερδίζει.
Του Αγαμέμνονα γιε, την αδερφή σου
πάρ’ τη δώθε —εσύ, Θόα, να μη θυμώνεις.
ΘΟΑΣ
Των θεών τα λόγια όποιος ακούει, και πίστη
δε δίνει, θεά Αθηνά, μυαλό δεν έχει.
Ούτε με τον Ορέστη, που έχει φύγει
με το άγαλμα της θεάς, θυμώνω, μα ούτε
και με την αδερφή του· αφέντες είναι
οι θεοί· —είν’ ωραίο μ’ αυτούς να παραβγαίνεις;
Στη χώρα σου με το άγαλμα της θεάς μας
ας, παν, κι εκεί με το καλό ας το στήσουν.
Και στην ευλογημένη Ελλάδα τούτες
θα στείλω τις γυναίκες, όπως είναι
το θέλημα σου. Τις ετοιμασίες
όπλων και καραβιών που κάνω ενάντια
στους ξένους θα τις πάψω, θεά, ως ορίζεις.
ΑΘΗΝΑ
Σωστά μιλείς· κι εσέ και θεούς η μοίρα
κυβερνά. Μπρος, ανέμοι! Στην Αθήνα
το παιδί του Αγαμέμνονα οδηγήστε·
θα ’ρθω μαζί κι εγώ, για να φυλάω
της αδερφής μου τη σεβάσμια εικόνα.
ΧΟΡΟΣ
Στο καλό! Τι καλότυχοι! Ναι, είστε απ’ αυτούς
πόχουν βρει σωτηρία.
Ω Παλλάδα Αθηνά, που κι αθάνατοι εσέ
και θνητοί σε τιμούν,
τη δική σου εντολή θ’ ακλουθήσουμε εμείς.
Είν’ ολόγλυκη, ανέλπιστη τούτη η φωνή
που έχει φτάσει στ’ αυτιά μου.
Ω πανσέβαστη Νίκη, της ζωής μου σκεπή
πάντα να ’σαι· μην πάψεις ποτέ
να της δίνεις στεφάνια.
[πηγή: Δραματική Ποίηση, Γ Γυμνασίου, μτφ. Θρ. Σταύρου, Αθήνα: ΟΕΔΒ 1979]

|