Αριστοφάνης, Ειρήνη «Έξοδος» στ. 1192-1359
(Βγαίνει από το σπίτι ο Τρυγαίος, με λοφία από κράνος στα χέρια του· τον συνοδεύει ο υπηρέτης)
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Ποπό!
Βρε κόσμος για του γάμου το τσιμπούσι!
Σκούπισε τα τραπέζια με τις φούντες·
έτσι κι αλλιώς αχρείαστες είναι τώρα.
Έπειτα φέρνε πίτες, φέρνε τσίχλες,
κομμάτια από λαγούς και φραντζολάκια.
Έρχονται δυο άνθρωποι· ο ένας κρατά δρεπάνια, ο άλλος κουβάδες.
Ο ΔΡΕΠΑΝΑΣ
Πού είν’ ο Τρυγαίος;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Εδώ ’μαι· ψήνω τσίχλες.
Ο ΔΡΕΠΑΝΑΣ
Αγαπητέ Τρυγαίε, με την ειρήνη
που ’καμες, τι καλά μας έχει φέρει!
Ως χτες ούτε λεπτό δεν έδινε ένας,
δρεπάνι ν’ αγοράσει· σήμερα όμως
πουλώ πέντε δραχμούλες το ένα· ο φίλος,
τρεις δραχμές τους κουβάδες για τον κάμπο.
Κουβάδες και δρεπάνια, να, όσα θέλεις,
χάρισμα πάρ’ τα εσύ· δέξου και τούτα·
(Του προσφέρει μερικά δώρα)
πουλήσαμε πολλά, κι από τα κέρδη
σου τα κάνουμε δώρο για το γάμο.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Ακουμπήστε τα χάμω και περάστε
μέσα για το τραπέζι· μα έρχεται ένας
οπλοπώλης πολύ κατσουφιασμένος.
(Έρχεται ένας οπλοπώλης και από πίσω του άλλοι συνάδελφοί του, κρατώντας είδη της τέχνης τους: φούντες για κράνη, θώρακες, σάλπιγγες, κράνη, δόρατα· μιλεί ως εκπρόσωπός τους αυτός που κρατεί τις φούντες)
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Τρυγαίε, μ’ έχεις συθέμελα χαλάσει.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Γιατί, καημένε: Φούντωσε η αρρώστια
της φούντας;
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Πάει η τέχνη μου, η ζωή μου·
κι αυτού του κονταρά· κι εκείνου του άλλου.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Γι’ αυτές εδώ τις φούντες τι γυρεύεις;
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Εσύ τι δίνεις;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Ντρέπομαι, καημένε·
κόπος, να μπει μια φούντα μες στη βάση·
γι’ αυτό, τρεις κούπες σύκα σου τις δίνω·
καλές, για να σκουπίζω το τραπέζι.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Φέρε τα σύκα, ας είναι, τι να γίνει;
Από τίποτα…
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Πάρ’ τες, πάρ’ τες πίσω.
Τι φούντες είν’ αυτές; Αυτές μαδάνε.
Δε δίνω ούτ’ ένα σύκο· πάρ’ τες, φύγε.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Ο θώρακας αυτός στοιχίζει δέκα
μνες· κι έχει τέχνη· αλλά τι να τον κάμω;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Δε θα ζημιώσεις· μου τον δίνεις όσο
στοιχίζει; Για καθίκι είναι σπουδαίος…
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Βρίζεις το εμπόρευμά μου· πάψε τέλος.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
αν βάλεις τρεις πετρίτσες· ε; τι ωραία!
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Πώς θα σκουπίζεσαι όμως, βρε χωριάτη;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Το χέρι θα περνώ απ’ αυτές τις τρύπες
της… κουπαστής.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Μα κι απ’ τις δυο;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Να λένε
πως φράζω τη μια τρύπα για να κλέψω;
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Και δίνεις δέκα μνες, για να τα κάνεις;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Και τι θαρρείς, βρε χάχα; Πως για χίλιες
δραχμές εγώ πουλώ τον πισινό μου;
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Μπρος, βγάλε τα λεφτά.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Μπα, δεν μου κάνει·
πονεί το κωλονούρι· πάρ’ τον πίσω.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Γι’ αυτή τη σάλπιγγα έχω δώσει εξήντα
δραχμές· και τώρα εγώ τι να την κάμω;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Στην κοιλότητα αυτή χύσε μολύβι,
μακρούτσικο ραβδί απ’ την άλλη μπήξε,
κατεβαστό έναν κότταβο έτσι θα ’χεις.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Κοροϊδεύεις.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Μπορεί να γίνει κι άλλο·
το μολύβι το χύνεις, όπως είπα,
κρεμνάς ένα δισκάκι με σπαγκάκια,
και θα ’χεις ζυγαριά για να ζυγιάζεις.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Μ’ έχεις συντρίψει, ανεξιλέωτη μοίρα·
μια μνα μου ’χαν στοιχίσει αυτά τα κράνη·
ποιος τ’ αγοράζει; τι να κάμω τώρα;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Στην Αίγυπτο να πας να τα πουλήσεις·
μέτρα φυτών καθαρτικών θα τα ’χουν.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Κρανοποιέ, τι συμφορά μας βρήκε!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Τίποτε αυτός δεν έπαθε.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Τα κράνη
μπορούνε, λες, να κάνουνε για κάτι;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ, (τραβώντας τ’ αφτιά του κρανοποιού)
Τέτοια χερούλια αν μάθει να κολλάει,
καλύτερες τιμές, θαρρώ, θα βρίσκει.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Πάμε, βρε κονταρά.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Σταθείτε λίγο·
τα κοντάρια μπορώ να τ’ αγοράσω.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Τι δίνεις;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Αν σκιστούν στα δυο, τα παίρνω
μια δραχμή τα εκατό, για στυλωτήρια.
Ο ΟΠΛΟΠΩΛΗΣ
Μας κοροϊδεύουν· πάμε φίλε.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Γεια σας·
βγαίνουν και τα παιδιά των καλεσμένων,
να κάνουν τσίτσια, αλλά και να προβάρουν
τα τραγούδια που θα ’χουνε να πούνε.
Βγαίνουν από το σπίτι μερικά παιδιά, ενώ οι οπλοπώλες φεύγουν.
Εσύ, μικρέ, σαν τι θα τραγουδήσεις;
Για στάσου εδώ και πες το να τ’ ακούσω.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Οπ λα, λαλά, τραγουδώ τους λεβέντηδες…
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Όπλα; Βρε κόφ’ το·
κλείσαμε ειρήνη και για όπλα θα λες, κακομοίρικο: Σώπα.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Κι όταν ζυγώσαν, καθώς αντιμέτωποι τότε χιμούσαν,
οι αφαλωτές τους τρακάρανε ασπίδες, μαζί και σκουτάρια.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Κόψε, μωρέ, τις ασπίδες· για ασπίδες είν’ ώρα να λέμε;
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Άκουγες τότε και θριάμβων κραυγές και λεβέντηδων θρήνους.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Θρήνους λεβέντηδων; Α, μα το Διόνυσο, πάει, θα σ’ τις βρέξω·
θρήνους, μωρέ, τραγουδάς; και τι θρήνους δα κιόλας; με αφάλι!
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Ποιο τότε τραγούδι να πω; Τι τραγούδια σ’ αρέσουν;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
«Βάλθηκαν κρέατα να τρων βοδινά». Κάτι τέτοια· δεν ξέρεις;
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Βάλθηκαν κρέατα να τρων βοδινά και ξεζεύανε τ’ άτια,
που σταζοβόλαε ιδρώτα ο λαιμός τους, χορτάτοι από μάχη.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Χόρτασαν μάχη κι έτρωγαν· ας είναι·
τραγούδα αυτά, πως έτρωγαν χορτάτοι.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Κι όταν τελειώσαν, καλά θωρακίζονταν…
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Θα ήρθαν στο κέφι.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
κι έξω απ’ το κάστρο χιμήξανε μ’ αλαλαγμούς του πολέμου.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Άι στην οργή κι εσύ κι οι αλαλαγμοί σου!
Όλο για μάχες λες· βρε, τίνος είσαι;
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Εγώ;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Ποιος άλλος;
ΤΟ ΠΑΙΔΙ
Γιος του Λάμαχου είμαι.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Πο πο!
Θα ’ταν παράξενο, αλήθεια, μ’ αυτά που μας λες τα τραγούδια,
κάποιου φιλόμαχου ή κάποιου κλαψόμαχου γιος αν δεν ήσουν.
Δρόμο! Στους λογχοφόρους σύρε πες τα.
Μα πού ’ναι ο γιος του Κλεώνυμου;
Παρουσιάζεται ένα άλλο παιδί.
Τραγούδα,
παιδί μου, εσύ· πατέρα φρόνιμο έχεις·
δε θα λες φιλοπόλεμα τραγούδια.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΙΔΙ
Την αψεγάδιαστη ασπίδα μου, που άθελα πλάι σ’ ένα θάμνο
πέταξα, κάποιος εχθρός Σάιος τη χαίρεται· ναι…
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Για τον πατέρα σου, βρε, τραγουδάς; Μωρέ γεια σου, λεβέντη.
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΑΙΔΙ
σώθηκε ωστόσο η ζωή μου…
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
οι γονιοί σου ντροπιάστηκαν όμως.
Μα πάμε μέσα· το τραγούδι που είπες
για την ασπίδα δε θα το ξεχάσεις·
σίγουρα, αφού είσαι γιος τέτοιου πατέρα.
(Τα παιδιά μπαίνουν στο σπίτι· δούλοι φέρνουν έξω φαγητά και γλυκύσματα)
ΤΡΥΓΑΙΟΣ (στο Χορό)
Δουλειά δικιά σας τώρα, εσάς που κάθεστε δω χάμω,
να τα μασήσετε όλ’ αυτά· μη λάμνετε στα κούφια·
γερά ριχτείτε στο φαΐ,
φάτε, ξεκοκαλίστε τα και ξεψαχνίστε τα όλα·
τ’ άσπρα τα δόντια τι οφελούν, αδέρφια, αν δε μασάνε;
ΚΟΡΥΦΑΙΟΣ
Στο νου μας το ’χουμε, κι εσύ καλά μας ορμηνεύεις.
Να λαγοκόμματα· σ’ αυτά ριχτείτε, πεινασμένοι·
πιτούλες τόσο ορεχτικές,
που τριγυρνούν αδέσποτες, δε βρίσκεις κάθε μέρα·
αλέστε, φάτε, χάφτε· αλλιώς, θα μετανοιώσετε όλοι.
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Όλοι πρέπει ιερή να τηρήσουν σιγή,
κι απ’ το σπίτι φέρτε έξω τη νύφη·
και λαμπάδες· με ευκές και φωνές η χαρά
του λαού να ενωθεί στη χαρά μας·
του σπιτιού τα συγύρια ετοιμάστε τα εσείς,
να τα πάμε όλα πια στο χωράφι·
αλλά πρώτα χορός, αλλά πρώτα σπονδές,
και ο Υπέρβολος δρόμο να πάρει.
Στους θεούς κάντε δέηση, πολλά
στην Ελλάδα να δίνουν καλά·
να ’χει μπόλικο ο κόσμος κρασί,
να ’χει σύκα να τρώει και κριθάρι πολύ·
οι γυναίκες γερά να μας κάνουν παιδιά·
τ’ αγαθά, που τα χάσαμε, πάλι εξαρχής
να μαζέψουμ’ εμείς,
και των όπλων η λάμψη να σβήσει.
Σχηματίζεται η γαμήλια πομπή.
Πάμε τώρα, γυναίκα, μαζί στο χωράφι,
κι ομορφούλα όπως είσαι,
όμορφα όμορφα όπως είσαι,
όμορφα όμορφα πλάι μου να γέρνεις.
Υμέναιε, Υμέναιε, ω!
ΧΟΡΟΣ
Δε σου λείπει, καλότυχε, τώρα κανέν’ αγαθό,
και σου αξίζει.
Υμέναιε, Υμέναιε, ω!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Τι θα την κάμουμε τώρα τη νύφη;
ΧΟΡΟΣ Τι θα την κάμουμε τώρα τη νύφη;
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Τρύγημα θέλει γερό.
ΧΟΡΟΣ
Τρύγημα θέλει γερό.
Όμως εμείς,
όσοι στεκόμαστε, φίλοι, στην πρώτη γραμμή,
πάνω στους ώμους ας πάρουμ’ εδώ το γαμπρό.
Υμέναιε, Υμέναιε, ω!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Τώρα ωραία θα την περνάτε
δίχως πόλεμο και μάχες
κι όλο θα συκολογάτε.
Υμέναιε, Υμέναιε, ω!
ΧΟΡΟΣ
Της συκιάς του το κλαρί
και γερό ’ναι και μακρύ.
Δείχνοντας την Οπώρα.
και το σύκο της γλυκό.
Υμέναιε, Υμέναιε, ω!
ΤΡΥΓΑΙΟΣ
Σα θα φάτε, θα το πείτε,
και πολύ κρασί σαν πιείτε.
Υμέναιε, Υμέναιε, ω!
Στους θεατές.
Φίλοι μου, γεια σας·
κι όσοι μαζί στο χωράφι θα ’ρθείτε,
ω τι γλυκά θα χαρείτε!
[πηγή: Θρ. Σταύρου. Οι κωμωδίες του Αριστοφάνη (μτφ.) Εστία, Αθήνα 1967]

|