Ερμηνευτικό Λεξικό Νέας Ελληνικής (Α-Β-Γ Γυμνασίου)
Δ Ε Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος
EΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ NΕΑΣ EΛΛΗΝΙΚΗΣ
A'- B'- Γ' ΓYMNAΣIOY

Δ

  δαγκάνω → δαγκώνω
  δάγκωμα → δαγκώνω
δαγκωματιά → δαγκώνω
 δαγκωνιά → δαγκώνω
            δαγκώνω
              δάκρυ
    δακρύζω → δάκρυ
δακτυλικός1→ δάκτυλος
δακτυλικός2→ δάχτυλο
           δακτύλιος
   δάκτυλο → δάχτυλο
            δάκτυλος
             δαμάζω
   δανειακός → δάνειο
    δανείζω → δάνειο
    δανεικά → δάνειο
    δανεικός → δάνειο
              δάνειο
   δανεισμός → δάνειο
   δανειστής → δάνειο
  δανειστικά → δάνειο
 δανειστικός → δάνειο
  δανείστρια → δάνειο
    δαπάνη → δαπανώ
 δαπανηρός → δαπανώ
             δαπανώ
    δάρσιμο → δέρνω
     δασικός → δάσος
 δασκάλα → δάσκαλος
δασκάλεμα → δάσκαλος
δασκαλεύω → δάσκαλος
δασκαλίκι → δάσκαλος
            δάσκαλος
              δάσος
    δασώδης → δάσος
 δαχτυλικός → δάχτυλο
             δάχτυλο
                 δε1
             δε2→ δεν
δεδομένο → δεδομένος
            δεδομένος
              δείγμα
     δείκτης → δείχνω
    δεικτικά → δείχνω
   δεικτικός → δείχνω
        δειλά → δειλός
       δειλία → δειλός
    δειλιάζω → δειλός
               δειλός
        δεινά → δεινός
                δείνα
               δεινός
   δεινότητα → δεινός
     δείχνει → δείχνω
              δείχνω
     δείχτης → δείχνω
    δέκτης → δέχομαι
  δεκτικός → δέχομαι
δεκτικότητα → δέχομαι
    δεκτός → δέχομαι
               δέλτα
              δελτίο
          δέμα → δένω
                 δεν
              δένω
      δεξής → δεξιός
      δεξιά → δεξιός
              δεξιός
               δέος
              δέρμα
  δερματικός → δέρμα
   δερμάτινο → δέρμα
  δερμάτινος → δέρμα
              δέρνω
         δες → βλέπω
      δέσιμο → δένω
    δεσμά → δεσμεύω
 δέσμευση → δεσμεύω
δεσμευτικά → δεσμεύω
δεσμευτικός → δεσμεύω
            δεσμεύω
              δέσμη
    δεσμός → δεσμεύω
            δεσπόζω
 δεσπόζων → δεσπόζω
    δέσποτας → δεσπότης
   δεσποτάτο → δεσπότης
               δεσπότης
  δεσποτικός → δεσπότης
            δετός → δένω
δευτερευόντως → δευτερεύων
             δευτερεύων
                δέχομαι
                  δήγμα
                  δήθεν
        δηκτικά → δήγμα
       δηκτικός → δήγμα
    δηκτικότητα → δήγμα
                 δηλαδή
δηλητηριάζω → δηλητήριο
δηλητηρίαση → δηλητήριο
              δηλητήριο
δηλητηριώδης → δηλητήριο
                 δηλώνω
       δήλωση → δηλώνω
     δηλωτικά → δηλώνω
    δηλωτικός → δηλώνω
             δημαγωγία
δημαγωγικά → δημαγωγία
δημαγωγικός → δημαγωγία
 δημαγωγός → δημαγωγία
 δημαγωγώ → δημαγωγία
  δημαρχείο → δήμαρχος
   δημαρχία → δήμαρχος
 δημαρχιακός → δήμαρχος
  δημαρχίνα → δήμαρχος
              δήμαρχος
             δημητριακά
                  δήμιος
δημιούργημα → δημιουργώ
 δημιουργία → δημιουργώ
δημιουργικά → δημιουργώ
δημιουργικός → δημιουργώ
      δημιουργικότητα → δημιουργώ
 δημιουργός → δημιουργώ
              δημιουργώ
δημοκράτης → δημοκρατία
             δημοκρατία
δημοκρατικά → δημοκρατία
   δημοκρατικός → δημοκρατία
δημοκράτισσα → δημοκρατία
                  δήμος
     δημόσια → δημόσιος
 δημοσίευμα → δημοσιεύω
 δημοσίευση → δημοσιεύω
              δημοσιεύω
     Δημόσιο → δημόσιος
          δημοσιογραφία
 δημοσιογραφικά → δημοσιογραφία
 δημοσιογραφικός → δημοσιογραφία
δημοσιογράφος → δημοσιογραφία
δημοσιογραφώ → δημοσιογραφία
    δημοσιοποιώ → -ποιώ
               δημόσιος
            δημοσιότητα
    δημοσίως → δημόσιος
            δημοσκόπηση
          δημότης → δήμος
     δημοτική → δημοτικός
     δημοτικό → δημοτικός
                δημοτικός
            δημοτικότητα
        δημότισσα → δήμος
               δημοφιλής
            δημοψήφισμα
                δι- → δια-
                      διά
                     δια-
               διά- → δια-
διά μέσου → πρόθεση - Λέξεις με προθετική λειτουργία
                 διαβάζω
                διαβαίνω
       διάβαση → διαβαίνω
      διάβασμα → διαβάζω
 διαβεβαιώ → διαβεβαιώνω
             διαβεβαιώνω
διαβεβαίωση → διαβεβαιώνω
                 διάβημα
        διαβιώ → διαβίωση
      διαβιώνω → διαβίωση
                διαβίωση
                διαβόητος
                διαβρώνω
     διάβρωση → διαβρώνω
   διαβρωτικά → διαβρώνω
  διαβρωτικός → διαβρώνω
        διαγεγραμμένος → διαγράφω
                διάγνωση
 διαγνωστικός → διάγνωση
    διαγραφή → διαγράφω
                διαγράφω
    διαγώνια → διαγώνιος
             διαγωνίζομαι
                διαγώνιος
διαγώνισμα → διαγωνίζομαι
    διαγωνισμός → διαγωνίζομαι
   διαγωνιστικός → διαγωνίζομαι
   διαγωνίως → διαγώνιος
   διαδεδομένος → διαδίδω
               διαδέχομαι
               διαδηλώνω
  διαδήλωση → διαδηλώνω
  διαδηλωτής → διαδηλώνω
διαδηλώτρια → διαδηλώνω
                 διαδίδω
               διαδικασία
διαδικαστικά → διαδικασία
διαδικαστικός → διαδικασία
  διαδικτυακά → διαδίκτυο
 διαδικτυακός → διαδίκτυο
                διαδίκτυο
       διάδοση → διαδίδω
    διαδοχή → διαδέχομαι
   διαδοχικά → διαδέχομαι
  διαδοχικός → διαδέχομαι
    διάδοχος → διαδέχομαι
                διαδρομή
       διάθεση → διαθέτω
    διαθέσιμος → διαθέτω
  διαθεσιμότητα → διαθέτω
                 διαθέτω
                διάθλαση
  διαθλαστικός → διάθλαση
       διαίρεση → διαιρώ
      διαιρετέος → διαιρώ
       διαιρέτης → διαιρώ
     διαιρετικά → διαιρώ
     διαιρετικός → διαιρώ
       διαιρετός → διαιρώ
                   διαιρώ
            διαισθάνομαι
διαίσθηση → διαισθάνομαι
 διαισθητικά → διαισθάνομαι
διαισθητικός → διαισθάνομαι
                   δίαιτα
    διαιτησία → διαιτητής
                διαιτητής
      διαιτητικά → δίαιτα
    διαιτητικός1→ δίαιτα
  διαιτητικός2→ διαιτητής
διακεκομμένος → διακόπτω
διακεκριμένος → διακρίνω
 *διακεκριμμένος → διακεκριμένος
διακεκριμμένος → διακρίνω
            διακινδυνεύω
     διακίνηση → διακινώ
                  διακινώ
    διακομματικός → δια-
     διακοπή → διακόπτω
    διακόπτης → διακόπτω
                διακόπτω
  διακόσμηση → διακοσμώ
 διακοσμητής → διακοσμώ
διακοσμητικά → διακοσμώ
διακοσμητικό → διακοσμώ
διακοσμητικός → διακοσμώ
διακοσμήτρια → διακοσμώ
                διακοσμώ
       διακρατικός → δια-
                διακρίνω
     διάκριση → διακρίνω
   διακριτικά → διακρίνω
   διακριτικός → διακρίνω
διακριτικότητα → διακρίνω
    διακριτός → διακρίνω
   διακυβερνητικός → δια-
           διαλαλώ → δια-
       διάλεγμα → διαλέγω
    διαλέγομαι → διάλογος
                 διαλέγω
                διάλειμμα
  διαλεκτικός → διάλεκτος
                διάλεκτος
                 διάλεξη
      διαλεχτός → διαλέγω
 διαλλακτικά → διαλλακτικός
             διαλλακτικός
διαλλακτικότητα → διαλλακτικός

       διαλογή → διαλέγω
     διαλογικός → διάλογος
                 διάλογος
        διάλυμα → διαλύω
        διάλυση → διαλύω
       διαλυτικά → διαλύω
       διαλυτικό → διαλύω
      διαλυτικός → διαλύω
                  διαλύω
διαμαρτυρία → διαμαρτύρομαι
           διαμαρτύρομαι
διαμαρτυρόμενη → διαμαρτυρόμενος
διαμαρτυρόμενος → διαμαρτύρομαι
         διαμαρτυρόμενος
                 διαμένω
               διαμέρισμα
     διαμέσου → πρόθεση - Λέξεις με προθετική λειτουργία
   διαμετρικά → διάμετρος
  διαμετρικός → διάμετρος
                διάμετρος
        διαμοιράζω → δια-
       διαμονή → διαμένω
              διαμορφώνω
διαμόρφωση → διαμορφώνω
                 διανέμω
   διανόηση → διανοούμαι
  διανοητικά → διανοούμαι
 διανοητικός → διανοούμαι
     διάνοια → διανοούμαι
      διανομέας → διανέμω
       διανομή → διανέμω
               διανοούμαι
διανοούμενος → διανοούμαι
 διανούμενη → διανοούμαι
     διανυκτέρευση → δια-
      διανυκτερεύω → δια-
     διανυκτερεύων → δια-
       διάνυση → διανύω
               διάνυσμα
διανυσματικός → διάνυσμα
                 διανύω
              διαπασών
 διαπεραστικά → διαπερνώ
διαπεραστικός → διαπερνώ
               διαπερνώ
            διαπιστώνω
διαπίστωση → διαπιστώνω
         διαπλέω → δια-
διαπολιτισμικά → διαπολιτισμικός
        διαπολιτισμικός
      διαπραγματεύομαι
   διαπραγμάτευση → διαπραγματεύομαι
  διαπραγματευτής → διαπραγματεύομαι
 διαπραγματευτικά → διαπραγματεύομαι
διαπραγματευτικός → διαπραγματεύομαι
 διαπραγματεύτρια → διαπραγματεύομαι
               διάρκεια
      διαρκής → διάρκεια
      διαρκώ → διάρκεια
      διαρκώς → διάρκεια
               διαρρέω
   διαρρήκτης → διάρρηξη
               διάρρηξη
      διαρροή → διαρρέω
               διάσειση
            διασκεδάζω
διασκέδαση → διασκεδάζω
διασκεδαστικά → διασκεδάζω
 διασκεδαστικός → διασκεδάζω
 διασκέπτομαι → διάσκεψη
  διασκευάζω → διασκευή
               διασκευή
               διάσκεψη
     διάσπαση → διασπώ
   διασπαστικά → διασπώ
  διασπαστικός → διασπώ
   διασπείρω → διασπορά
               διασπορά
                διασπώ
               διάσταση
         διασταυρώνω
διασταύρωση → διασταυρώνω
             διαστέλλω
             διάστημα
διαστημικός → διάστημα
  διαστολή → διαστέλλω
            διασύνδεση
διασυνδέω → διασύνδεση
   διασυρμός → διασύρω
              διασύρω
             διασχίζω
              διασώζω
    διάσωση → διασώζω
  διασώστης → διασώζω
 διασώστρια → διασώζω
     διαταγή → διατάζω
    διάταγμα → διατάζω
              διατάζω
              διάταξη
διατάραξη → διαταράσσω
           διαταράσσω
διαταραχή → διαταράσσω
    διατάσσω → διάταξη
διατεθειμένος → διαθέτω
              διατελώ
   διατήρηση → διατηρώ
  διατηρητέος → διατηρώ
              διατηρώ
   διατίθεμαι → διαθέτω
   διατρέφω → διατροφή
             διατροφή
διατροφικός → διατροφή
            διατυπώνω
διατύπωση → διατυπώνω
     διαύγεια → διαυγής
               διαυγής
     διαυγώς → διαυγής
  διαφάνεια → διαφανής
             διαφανής
   διάφανος → διαφανής
   διαφανώς → διαφανής
                 διαφέρω
                 διαφεύγω
  *διαφήμηση → διαφήμιση
                διαφημίζω
   διαφήμιση → διαφημίζω
  διαφημιστής → διαφημίζω
διαφημιστικά → διαφημίζω
διαφημιστικός → διαφημίζω
διαφημίστρια → διαφημίζω
                διαφθείρω
    διαφθορά → διαφθείρω
   διαφθορέας → διαφθείρω
       διαφορά → διαφέρω
   διαφορετικά → διαφέρω
   διαφορετικός → διαφέρω
διαφορετικότητα → διαφέρω
     διαφοροποιώ → -ποιώ
      διάφορος → διαφέρω
      διαφυγή → διαφεύγω
     διαφωνία → διαφωνώ
                  διαφωνώ
                διαφωτίζω
 Διαφωτισμός → διαφωτίζω
 διαφωτιστής → διαφωτίζω
διαφωτιστικά → διαφωτίζω
διαφωτιστικός → διαφωτίζω
             διαχειρίζομαι
διαχείριση → διαχειρίζομαι
    διαχειριστής → διαχειρίζομαι
    διαχειριστικά → διαχειρίζομαι
   διαχειριστικός → διαχειρίζομαι
    διαχειρίστρια → διαχειρίζομαι
                   διαχέω
        διάχυση → διαχέω
       διαχυτικά → διαχέω
      διαχυτικός → διαχέω
   διαχυτικότητα → διαχέω
        διάχυτος → διαχέω
                διαχωρίζω
 διαχωρισμός → διαχωρίζω
διαχωριστικό → διαχωρίζω
διαχωριστικός → διαχωρίζω
                 διαψεύδω
     διάψευση → διαψεύδω
      διδακτέος → διδάσκω
     διδακτικά → διδάσκω
     διδακτικός → διδάσκω
               διδάκτορας
 διδακτορικό → διδάκτορας
διδακτορικός → διδάκτορας
    διδασκαλία → διδάσκω
                διδάσκω
       Δίδυμοι → δίδυμος
                δίδυμος
         δίδω → σχ. δίνω
                διεγείρω
     διέγερση → διεγείρω
   διεγερτικά → διεγείρω
   διεγερτικό → διεγείρω
   διεγερτικός → διεγείρω
διέγνωσα → διαγιγνώσκω
    διέγνωσα → διάγνωση
                 διεθνής
        διεθνώς → διεθνής
    διείσδυση → διεισδύω
  διεισδυτικά → διεισδύω
 διεισδυτικός → διεισδύω
                διεισδύω
   διεκδίκηση → διεκδικώ
  διεκδικητής → διεκδικώ
 διεκδικητικά → διεκδικώ
διεκδικητικός → διεκδικώ
 διεκδικήτρια → διεκδικώ
                διεκδικώ
    διέλευση → διέρχομαι
                 διένεξη
   διενέργεια → διενεργώ
               διενεργώ
                διεξάγω
    διεξαγωγή → διεξάγω
       διεξήγα → διεξάγω
    διεξήγαγα → διεξάγω
    διεξήχθην → διεξάγω
                διέξοδος
  διερεύνηση → διερευνώ
 διερευνητικά → διερευνώ
διερευνητικός → διερευνώ
               διερευνώ
              διερμηνέας
 διερμηνεία → διερμηνέας
διερμηνεύω → διερμηνέας
    διέρρευσα → διαρρέω
               διέρχομαι
 διερχόμενος → διέρχομαι
  διεστάλην → διαστέλλω
διεσταλμένος → διαστέλλω
    διευθέτηση → διευθετώ
                διευθετώ
     διεύθυνση → διευθύνω
    διευθυντής → διευθύνω
  διευθυντικός → διευθύνω
   διευθύντρια → διευθύνω
                διευθύνω
 διευκολύνει → διευκολύνω
διευκόλυνση → διευκολύνω
    διευκολυντικός → διευκολύνω
              διευκολύνω
              διευκρινίζω
 διευκρίνιση → διευκρινίζω
          διευκρινιστικά → διευκρινίζω
         διευκρινιστικός → διευκρινίζω
    διεύρυνση → διευρύνω
                διευρύνω
         διέχυσα → διαχέω
     διήγημα → διηγούμαι
     διήγηση → διηγούμαι
               διηγούμαι
        διήλθα → διέρχομαι
         διημερεύω → δια-
         διημερεύων → δια-
     διηύθυνα → διευθύνω
               διίσταμαι
  διιστάμενος → διίσταμαι
                  δικάζω
          δίκαια → δίκαιος
          δίκαιο → δίκαιος
         δικαιολογημένα → δικαιολογώ
δικαιολόγηση → δικαιολογώ
         δικαιολογητικά → δικαιολογώ
         δικαιολογητικό → δικαιολογώ
        δικαιολογητικός → δικαιολογώ
 δικαιολογία → δικαιολογώ
              δικαιολογώ
                 δίκαιος
     δικαιοσύνη → δίκαιος
   δικαιούμαι → δικαίωμα
   δικαιούχος → δικαίωμα
                δικαίωμα
δικαιωματικά → δικαίωμα
δικαιωματικός → δικαίωμα
      δικαιώνω → δίκαιος
       δικαίως → δίκαιος
      δικαίωση → δίκαιος
     δικαστήριο → δικάζω
δικαστής → δικάζω
      δικαστικά → δικάζω

    δικαστικός1→ δικάζω
        δικαστικός2→ δικάζω
     δικαστικώς → δικάζω
      δικαστίνα → δικάζω
              δική → δικός
            δίκη → δικάζω
  δικηγορικός → δικηγόρος
  δικηγορίνα → δικηγόρος
               δικηγόρος
           *δίκηο → δίκιο
                   δίκιο
 δικογραφία → σχ. δικάζω
                   δικός
              δικτάτορας
 δικτατορία → δικτάτορας
δικτατορικά → δικτάτορας
δικτατορικός → δικτάτορας
      δικτυακός → δίκτυο
                  δίκτυο
       δικτυώνω → δίκτυο
       δικτύωση → δίκτυο
       δικτυωτός → δίχτυ
                 δίλημμα
                    δίνη
                    δίνω
                διοίκηση
     διοικητής → διοίκηση
    διοικητικά → διοίκηση
   διοικητικός → διοίκηση
       διοικώ → διοίκηση
                διοξείδιο
     *διοξίδιο → διοξείδιο
              διοργανώνω
διοργάνωση → διοργανώνω
διοργανωτής → διοργανώνω
         διοργανώτρια → διοργανώνω
    διόρθωμα → διορθώνω
               διορθώνω
    διόρθωση → διορθώνω
   διορθωτής → διορθώνω
  διορθωτικά → διορθώνω
  διορθωτικός → διορθώνω
  διορθώτρια → διορθώνω
                    διότι
  διοχέτευση → διοχετεύω
               διοχετεύω
                  δίπλα
          δίπλα1→ δίπλα
        δίπλα2→ διπλώνω
         διπλανή → δίπλα
        διπλανός → δίπλα
               δίπλωμα1
     δίπλωμα2→ διπλώνω
              διπλωμάτης
 διπλωματία → διπλωμάτης
διπλωματικά → διπλωμάτης
διπλωματικός → διπλωμάτης
         διπλωμάτισσα → διπλωμάτης
                διπλώνω
                δίσεκτος
     δίσεχτος → δίσεκτος
              δισκοβολία
 δισκοβόλος → δισκοβολία
                 δίσκος
    δισταγμός → διστάζω
                διστάζω
    διστακτικά → διστάζω
   διστακτικός → διστάζω
    δισταχτικά → διστάζω
   δισταχτικός → διστάζω
                 διχάζω
       διχασμός → διχάζω
                διχόνοια
  διχοτόμηση → διχοτόμος
               διχοτόμος
    διχοτομώ → διχοτόμος
                   δίχτυ
        διχτυωτός → δίχτυ
                   δίχως
                   δίψα
            διψώ → δίψα
    διωγμένος → διώχνω
       διωγμός → διώκω
       διώκτης → διώκω
      διωκτικά → διώκω
     διωκτικός → διώκω
      διώκτρια → διώκω
                 διώκω
         δίωξα → διώκω
         δίωξη → διώκω
                διώρυγα
       διώχνω → διώκω
                 δόγμα
     δογματικά → δόγμα
    δογματικός → δόγμα
 δογματικότητα → δόγμα
   δογματισμός → δόγμα
         δόθηκα → δίνω
               δοκιμάζω
  δοκιμασία → δοκιμάζω
δοκιμαστήριο → δοκιμάζω
 δοκιμαστής → δοκιμάζω
δοκιμαστικά → δοκιμάζω
δοκιμαστικός → δοκιμάζω
     δοκιμή → δοκιμάζω
   δοκιμιακός → δοκίμιο
                 δοκίμιο
δοκιμιογράφος → δοκίμιο
        δολερά → δόλος
        δολερός → δόλος
           δόλια → δόλος
                 δόλιος1
            δόλιος2→ δόλος
                   δόλος
 δολοφονία → δολοφονώ
δολοφονικά → δολοφονώ
δολοφονικός → δολοφονώ
 δολοφόνος → δολοφονώ
              δολοφονώ
                 δόλωμα
      δολώνω → δόλωμα
           δομή → δομώ
        δόμηση → δομώ
         δομικά → δομώ
        δομικός → δομώ
                   δομώ
         δόνηση → δονώ
                  δονώ
                  δόξα
         δοξάζω → δόξα
               δοξασία
     δοξαστικά → δόξα
    δοξαστικός → δόξα
δορυφορικά → δορυφόρος
δορυφορικός → δορυφόρος
             δορυφόρος
                  δόση
          δόσιμο → δίνω
       δοσμένος → δίνω
           δότης → δίνω
          δότρια → δίνω
        δούλα → δούλος
    δουλειά → δουλεύω
      δουλεία → δούλος
    δούλεμα → δουλεύω
 δουλευταράς → δουλεύω
 δουλευταρού → δουλεύω
               δουλεύω
    δούλεψη → δουλεύω
        δούλη → δούλος
     δουλικά → δούλος
     δουλικός → δούλος
  δουλικότητα → δούλος
                 δούλος
                 δράμα
    δραματικά → δράμα
   δραματικός → δράμα
 δραματικότητα → δράμα
  δραματοποιώ → -ποιώ
             δραπετεύω
  δραπέτης → δραπετεύω
  δραπέτις → δραπετεύω
δραπέτισσα → δραπετεύω
                  δράση
 δραστήρια → δραστήριος
  δραστηριοποιώ → -ποιώ
              δραστήριος
        δραστηριότητα → δραστήριος
         δράστης → δράση
       δραστικά → δράση
       δραστικός → δράση
         δράστις → δράση
       δράστρια → δράση
                 δραχμή
     δραχμικός → δραχμή
         δριμέος → δριμύς
                 δριμύς
       δριμύτητα → δριμύς
δρομολόγηση → δρομολόγιο
             δρομολόγιο
 δρομολογώ → δρομολόγιο
                 δρόμος
    δροσάτος → δροσερός
     δροσερά → δροσερός
                δροσερός
       δροσιά → δροσερός
     δροσίζω → δροσερός
   δροσιστικά → δροσερός
  δροσιστικός → δροσερός
           δρύινος → δρυς
                 δρυμός
                   δρυς
            δρω → δράση
                 δύναμη
   δυναμικά → δυναμικός
              δυναμικός
δυναμικότητα → δυναμικός
  δυναμισμός → δυναμικός
      δυνατά → δύναμη
      δυνατός → δύναμη
  δυνατότητα → δύναμη
     δυνητικά → δύναμη
    δυνητικός → δύναμη
    δυνητικώς → δύναμη
                 δυσ-
             δύσ- → δυσ-
δυσανασχέτηση → δυσανασχετώ
          δυσανασχετώ
δυσαρέσκεια → δυσάρεστος
δυσάρεστα → δυσάρεστος
            δυσάρεστος
δυσαρεστώ → δυσάρεστος
     δυσαρμονία → δυσ-
              δύσβατος
   δυσδιάκριτος → δυσ-
     δυσεύρετος → δυσ-
             δύση → δύω
    δύσκολα → δύσκολος
 δυσκολεύω → δύσκολος
   δυσκολία → δύσκολος
              δύσκολος
  δυσλειτουργία → δυσ-
 δυσλειτουργικός → δυσ-
   δυσλειτουργώ → δυσ-
  δυσμένεια → δυσμενής
              δυσμενής
   δυσμενώς → δυσμενής
      δυσνόητος → δυσ-
             δύσπεπτος
  δυσπεψία → δύσπεπτος
      δύσπιστος → δυσ-
       δυσπιστώ → δυσ-
  δυστύχημα → δυστυχία
   δυστυχής → δυστυχία
              δυστυχία
δυστυχισμένα → δυστυχία
δυστυχισμένος → δυστυχία
   δύστυχος → δυστυχία
    δυστυχώ → δυστυχία
   δυστυχώς → δυστυχία
 δυσφήμηση → δυσφημώ
  δυσφημίζω → δυσφημώ
  δυσφήμιση → δυσφημώ
δυσφημιστικά → δυσφημώ
δυσφημιστικός → δυσφημώ
              δυσφημώ
        δυσφορία
 δυσφορώ → δυσφορία
       δυτικά → δύω
      δυτικός → δύω
      δυτικώς → δύω
              δύω
          δω → εδώ
           δωμάτιο
            δωρεά
           δωρεάν
   δωρητής → δωρεά
   δωρήτρια → δωρεά
   δωρίζω1→ δωρεά
    δωρίζω2→ δώρο
           δωρικός
             δώρο
δωροδοκία → δωροδοκώ
         δωροδοκώ