Λυσίας, Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς, 2. 7 – 16: Παραδείγματα ανιδιοτελούς παροχής βοήθειας από τους ΑθηναίουςΌταν πάλι ο Άδραστος και ο Πολυνείκης εξεστράτευσαν ενάντια στη Θήβα και νικήθηκαν με μάχη, επειδή οι Κάδμειοι δεν επέτρεπαν να θάψουν οι ηττημένοι τους νεκρούς τους, οι Αθηναίοι κρίνοντας ότι εκείνοι ασφαλώς, αν είχαν αδικήσει σε κάτι, είχαν πληρώσει με το θάνατό τους τη μεγαλύτερη ποινή, κι ότι οι κάτω θεοί δεν τιμούνταν με τις πρέπουσες τιμές, και οι θεοί του επάνω κόσμου περιφρονούνταν καθώς μολύνονταν τα ιερά τους, αρχικά, αφού έστειλαν κήρυκες στη Θήβα, συνιστούσαν σ' αυτούς να επιτρέψουν την περισυλλογή και την ταφή των νεκρών, με θεμελιωμένη την άποψή τους ότι γνώρισμα των γενναίων ανδρών είναι να τιμωρούν τους εχθρούς όσο ζουν, ενώ αντίθετα χαρακτηρίζει ανθρώπους που δεν εμπιστεύονται ούτε τους εαυτούς τους η επίδειξη γενναιότητας πάνω στα πτώματα των νεκρών. Επειδή δεν μπόρεσαν να τους πείσουν, εξεστράτευσαν εναντίον τους, χωρίς να υπάρχει κανένα προηγούμενο με τους Καδμείους, ούτε από πρόθεση να ευνοήσουν τους Αργείους, αλλά, απαιτώντας να απολαμβάνουν οι νεκροί τις καθιερωμένες τιμές, πολέμησαν εναντίον του ενός για το καλό και των δύο, υπέρ των Θηβαίων δηλαδή για να μη διογκώσουν την ύβρη τους απέναντι στους θεούς ασεβώντας απέναντι των νεκρών, και για τους άλλους για να μην επιστρέψουν στην πατρίδα τους χωρίς την πατροπαράδοτη τιμή, στερημένοι τον ελληνικό νόμο και διαζευγμένοι από την κοινή ελπίδα. Με τέτοιες σκέψεις και με τη γνώμη ότι είναι κοινές οι τύχες όλων των ανθρώπων στον πόλεμο, έχοντας πολλούς εχθρούς αλλά και το δίκαιο με το μέρος τους, κέρδιζαν τους πολέμους. Και δεν παρασύρθηκαν από την καλή τους τύχη και ύστερα επιχείρησαν να τιμωρήσουν σκληρότερα τους Καδμείους, αλλά αντίθετα επέδειξαν σ' εκείνους, στη θέση της ασέβειάς τους προς τους θεούς, τη δική τους αρετή, κι αυτοί αφού πήραν την ανταμοιβή τους για όσα είχαν εκστρατεύσει, τους νεκρούς δηλαδή των Αργείων, έθαψαν αυτούς στη δική τους Ελευσίνα. Τέτοιοι λοιπόν ήταν αναφορικά με τους νεκρούς των εφτά στρατηγών που επιτέθηκαν στη Θήβα. Λίγο αργότερα πάλι, όταν ο Ηρακλής έφυγε από αυτόν τον κόσμο και τα παιδιά του καταδιώκονταν από τον Ευρυσθέα και ήταν ανεπιθύμητα από όλους γενικά τους Έλληνες, που ντρέπονταν βέβαια μ' αυτό που γινόταν αλλά φοβούνταν την εκδίκηση του Ευρυσθέα, έφτασαν και σ' αυτή τη χώρα και κατέφυγαν στο βωμό ως ικέτες. Κι όταν ο Ευρυσθέας ζήτησε την έκδοσή τους, οι Αθηναίοι αρνήθηκαν να τους παραδώσουν σ' αυτόν, αλλά σέβονταν πολύ περισσότερο την αρετή του Ηρακλή παρά φοβούνταν τον κίνδυνο (από την άρνησή τους να παραδώσουν τα παιδιά) και αξίωναν να πολεμούν για χάρη των ασθενέστερων υπερασπιζόμενοι το δίκαιο παρά χαριζόμενοι στους ισχυρούς να παραδώσουν στα χέρια τους αυτούς που αδικούνται από εκείνους. Αφού, λοιπόν, εξεστράτευσε ο Ευρυσθέας μαζί με όσους κατοικούσαν εκείνη την εποχή την Πελοπόννησο, δε μετάνιωσαν όταν βρέθηκαν κοντά στον όλεθρο, αλλά εξακολουθούσαν να έχουν την ίδια απαίτηση, όπως και νωρίτερα, χωρίς να έχουν γνωρίσει καμιά ιδιαίτερη ευεργεσία από τον πατέρα τους και χωρίς να ξέρουν σε τι παλικάρια θα εξελίσσονταν στο μέλλον· επειδή λοιπόν το θεώρησαν δίκαιο, χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη έχθρα με τον Ευρυσθέα κι ούτε κανένα άλλο κέρδος εκτός από την καλή φήμη, ριψοκινδύνευσαν γι' αυτά (τα παιδιά) τόσο μεγάλο κίνδυνο, από ευσπλαχνία προς τους αδικούμενους κι από μίσος προς τους αλαζόνες, επιδιώκοντας να «συμμαζέψουν» τους δεύτερους και αξιώνοντας να βοηθήσουν τους πρώτους, κρίνοντας πως χαρακτηριστικό της ελευθερίας είναι να μην κάνει κανείς τίποτε άθελά του, ενώ χαρακτηριστικό της δικαιοσύνης είναι να βοηθά κανείς τους αδικούμενους, ενώ χαρακτηριστικό, πάλι, της ευψυχίας είναι να πεθαίνει κανείς στη μάχη, αν χρειαστεί, υπερασπιζόμενος και τις δυο αυτές αξίες. Και, τόση πολλή αυτοπεποίθηση είχαν και οι δυο, ώστε ο στρατός του Ευρυσθέα δεν απαιτούσε να πάρει τίποτε από ανθρώπους που συμφωνούσαν, ενώ οι Αθηναίοι δε συμφωνούσαν να αποσπάσουν από το βωμό, αντίθετα με τη θέλησή τους, τους ικέτες, ακόμη και αν ο ίδιος ο Ευρυσθέας τους ικέτευε να τους αποσπάσουν. Αφού λοιπόν παρατάχτηκαν με τις δικές τους μόνο δυνάμεις, κατανίκησαν με μάχη τη στρατιά που είχε συγκεντρωθεί από όλη την Πελοπόννησο, και απ' τη μια εξασφάλισαν ηρεμία στα σώματα των παιδιών του Ηρακλή, και, αφού τα απάλλαξαν από το φόβο, ελευθέρωσαν και τις ψυχές τους και με προσωπικούς τους κινδύνους στεφάνωσαν εκείνον λόγω της αρετής των προγόνων τους. Τόσο ευτυχέστερα έγιναν τα παιδιά από τον πατέρα τους· αυτός, αν και έγινε πρόξενος πάρα πολλών αγαθών για όλους τους ανθρώπους, βάζοντας τη ζωή του σε κόπους γεμάτους νίκες και τιμές, όλους τους άλλους που αδικούσαν τους τιμώρησε, τον Ευρυσθέα όμως, μόνιμο εχθρό του και αδικοπραγούντα σε βάρος του, δεν μπορούσε να τον τιμωρήσει· τα παιδιά του όμως, εξαιτίας αυτής εδώ της πόλης, είδαν την ίδια μέρα και τη σωτηρία τους και την τιμωρία των εχθρών. [πηγή: Λυσίας Ἐπιτάφιος τοῖς Κορινθίων βοηθοῖς 2.7-16, μτφρ. Γ.Α. Ράπτης: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα] |