γλωσσικά σχόλια
|
| 133 | ἐπανορθόω, -ῶ (πρτ. ἐπηνώρθουν) | επαναφέρω στην προηγούμενη κατάσταση, επανορθώνω, διορθώνω |
| δημοτικός | δημοκρατικός, φίλος του λαού, δημοφιλής | |
| καλοί κἀγαθοί· | (εδώ) καλοί κι έντιμοι | |
| οὐδέτερος, -α, -ον (αορ. επιμ. αντωνυμία) | ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, κανένας από τους δύο | |
| ἐν ᾗ δ᾽ ἂν ἕκαστοι τιμῶνται | αναφορ. -υποθετ. πρτ. | |
| καθεστάναι (ή καθεστηκέναι) | απαρ. παρακ. του καθίσταμαι | |
| αὕτη ἡ πολιτεία καθίσταται | αυτό το πολίτευμα υπάρχει, επικρατεί. | |
| 134 | χρῶμαι τοῖς συμμάχοις | μεταχειρίζομαι τους συμμάχους |
| ὥσπερ τοῖς φίλοις (ενν. χρώμεθα) | αναφ. παραβ. προτ. | |
| λόγῳ μέν..., ἔργῳ δέ... | τυπικά..., στην πράξη όμως, // με τα λόγια..., με τα έργα όμως (προσέξτε την αντίθεση) | |
| ἀφίημι | αφήνω, αφήνω ελεύθερο, απαλλάσσω, αθωώνω | |
| ἐκδίδωμι | παραδίνω | |
| ἐπιστατῶ τινος | έχω την εποπτεία κάποιου, ασκώ εξουσία σε κάποιον (πρβ. ἐπιστάτης, ἐπιστασία) | |
| ...ἀφιῶμεν, ...ἐκδιδῶμεν, ...ἐπιστατῶμεν | ομοιοτέλευτο σχήμα | |
| ὅ,τι ἂν βούλωνται | αναφ. - υποθ. πρότ. ως αντικ. του ποιεῖν που είναι απαρ. του σκοπού από το ἐκδιδῶμεν | |
| κρείττους, ἥττους | κατηγ. στο (ἡμεῖς) | |
| 135 | περὶ πλείονος ἡγοῦμαί τι | θεωρώ σπουδαιότερο κάτι |
| τοῦ εὐδοκιμεῖν | γεν. συγκριτική | |
| εὐδοκιμῶ | έχω καλή φήμη, εκτιμώμαι, είμαι δημοφιλής | |
| οὕτως διάκειμαι | έχω αυτές τις διαθέσεις, έχω αυτά τα αισθήματα | |
| ἑκόντες | (επιρρημ. κατηγ.) ἑκών, ἑκοῦσα, ἑκόν· εκουσίως, με τη θέλησή του | |
| δυναστεία | εξουσία, κυριαρχία, δύναμη | |
| 136 | ἐμμένω τινί | μένω πιστός σε κάτι |
| πρὸς τούτοις | επί πλέον | |
| πολεμικούς | κατηγ. στο ὑμᾶς αὐτούς | |
| μελέτη | άσκηση | |
| παρασκευή | προετοιμασία | |
| τῷ... πράττειν | (σχ. υπερβατό) τῷ πράττειν μηδὲν παρὰ τὸ δίκαιον | |
| 137 | ἐξαμαρτάνω περί τινα | βλάπτω κάποιον |
| ὀκνήσουσι | (ενν. πᾶσαι) ὀκνῶ διστάζω | |
| ἡσυχίαν ἄγω | μένω ήσυχος, ζω ειρηνικά | |
| ἐφεδρεύω | είμαι σε αναμονή, παραμονεύω, καιροφυλακτώ, επιτηρώ (<ἐφεδρος, <ἐπί + ἕδρα) | |
| τοῖς ἀδικουμένοις | (επιθ. μτχ.) αντικ. στο απρμφ. βοηθεῖν | |
| οὐ μὴν ἀλλά | αλλ' όμως | |
| ὁπότερος, -α, -ον | (αναφ. αντων.) οποιοσδήποτε | |
| τὸ ἡμέτερον | η δική μας κατάσταση | |
| καλῶς ἔχω | είμαι καλά | |
| 138 | συμφέροντως ἔχω | είμαι ωφελημένος |
| ταῖς προεχούσαις | (επιθ. μετοχή) δοτική προσωπ. στο απρόσ. ρ. δόξῃ | |
| ἀπέχεσθαι | (υποκ. του ρ. δόξῃ) ἀπέχομαί τινος = απομακρύνομαι, απέχω από κάτι | |
| αἰτίαν ἔχω | κατηγορούμαι | |
| τὴν αἰτίαν ἔχω τινός | θεωρούμαι υπαίτιος για κάτι | |
| οἱ δεδιότες | (επιθ. μτχ. του ρ. δέδοικα ή δέδια φοβούμαι) | |
| κακῶς πάσχω | βλάπτομαι | |
| καταφεύγω | βρίσκω καταφύγιο (μέλλ. καταφεύξομαι) | |
| ἱκετεία | ικεσία (πρβλ. ἱκέτης, ἱκετεύω <ἱκ-νέ-ομαι, ἱκνοῦμαι) | |
| 139 | ἀπορῶ | βρίσκομαι σε αμηχανία, δεν ξέρω τι να χάνω |
| ἀπορῶ τινος | έχω έλλειψη από κάτι, στερούμαι κάτι | |
| οὐκ ἀπορήσομεν | (ενν. ἐκείνων, μεθ' ὧν...) | |
| συναγωνίζομαί τινι | αγωνίζομαι μαζί με κάποιον, βοηθώ κάποιον | |
| ἀμφότερα | (έχει επιρρημ. σημασία) | |
| ὅταν ὁρῶσι τοὺς αὐτούς, ἀμφότερα, καί... | όταν βλέπουν ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε και τα δύο, δηλαδή... (οι μτχ. ὄντας, κεκτημένους, βουλομένους, δυναμένους, δεομένους είναι κατηγ. από το ρ. ὁρῶσιν) | |
| βοηθείας | (αντικ. της μτχ. δεομένους) | |
| αὐτούς | (κατηγ. προσδ. στο ενν. ἡμᾶς) | |
| 140 | προσδοκάω, -ῶ | περιμένω, αναμένω (βλ. προσδοκία, προσδόκιμος, προσδοκητός, ἀπροσδόκητος) |
| ἐπίδοσις | πρόοδος, αύξηση, ανάπτυξη | |
| λήψεσθαι | (απρμφ. μέλλοντ. του ρ. λαμβάνω ως αντικ. του απρμφ. προσδοκᾶν) | |
| ὑπαρξάσης | (υποθ. μτχ. σε γενική απόλυτη) | |
| εἰσρυήσεσθαι | (απρμφ. μέλλ. του ρ. εἰσρέω ως αντικ. του απρμφ. «προσδοκᾶν», χρὴ προσδοκᾶν εἰσρυήσεσθαι) | |
| σῳζομένης | (υποθ. μτχ. σε γεν. απόλυτη) | |
| τίνας | (υποκ. του απρμφ. ἐπαινέσεσθαι) ἐπαινέσομαι μέσος μέλλ. με ενεργ. σημασία | |
| τούς... ἐξαμαρτάνοντας | (αντικ. του απρμφ. ἐπαινέσεσθαι) | |
| τοσοῦτος, τοσαύτη, τοσοῦτο(ν) | (δεικτ. αντων.) τόσο πολύς | |
| τηλικοῦτος, τηλικαύτη, τηλικοῦτο(ν) | (δεικτ. αντων.) τόσο μεγάλος | |
| αἰτίους | (κατηγ.) | |
| ἀγαθῶν | (γεν. της αιτίας) | |
| 141 | Ἀλλὰ γάρ... | Αλλά βέβαια |
| καθορῶν | (κατηγ. μτχ.) καθορῶ βλέπω καθαρά, διακρίνω | |
| τῇ διανοίᾳ | (δοτ. του μέσου) | |
| πλήν | (καταχρ. πρόθ. που συντάσσεται συνήθως με γεν. αλλά και με οποιαδήποτε άλλη πτώση) | |
| ἐν ταῖς ἀδικίαις καὶ μανίαις | (εμπρόθ. προσδ. που δηλώνουν κατάσταση) | |
| μανία | τρέλα, παραφροσύνη | |
| πρώτους | (επιρρ. κατηγ.) | |
| εὖ φρονήσαντας | (χρον. μτχ.) | |
| εὖ φρονῶ | ορθοφρονώ, σκέπτομαι σωστά, είμαι συνετός | |
| προστῆναι, κληθῆναι, ἀναλαβεῖν | (υποκ. της απρ. έκφρ. καλόν ἐστιν) | |
| προΐσταμαί τινος | είμαι υπεράνω κάποιου, είμαι ο αρχηγός, διευθύνω, κυβερνώ, προστατεύω, υποστηρίζω | |
| προΐσταμαι τῆς ἐλευθερίας | προασπίζω την ελευθερία | |
| σωτῆρας καὶ λυμεῶνας | (κατηγορούμενα στο ενν. ἡμᾶς) | |
| ὁ λυμεών, -ῶνος | ο καταστροφέας | |
| αὐτῶν | (γεν. αντικ. στο σωτῆρας και λυμεῶνας) | |
| περίβλεπτος | αξιοθαύμαστος (επίθ. ὁ, ἡ, περίβλεπτος, τὸ περίβλεπτον) | |
| ἐπ' ἀρετῇ | (εμπρόθ. προσδ. της αιτίας) | |
| ἀρετή | ανδρεία, υπεροχή, καλοσύνη, ικανότητα | |
| δόξα | γνώμη, φήμη, δόξα (όπως και σήμερα). Συνήθως εσήμαινε την αγαθή υπόληψη, την τιμή, αλλά και την κακή φήμη, ήταν δηλαδή «μέση λέξις» (media vox), όπως π.χ. η λέξη τύχη | |
| 142 | κεφάλαιον | συμπέρασμα, συγκεφαλαίωση, ανακεφαλαίωση, αποκορύφωμα |
| τὰ προειρημένα συντείνει | (αττ. σύνταξη) | |
| δοκιμάζω | εξετάζω | |
| διαλύομαι τὰς διαβολάς | διαλύω τις συκοφαντίες | |
| μάτην | (επίρρ. τροπ.) άσκοπα, μάταια, ανώφελα | |
| κτάομαι, -ῶμαι | αποκτώ, προμηθεύομαι, κερδίζω | |
| κέκτημαι | (παρακμ.) έχω στην κατοχή μου, έχω, κατέχω, κρατώ | |
| εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον | (εμπρ. του χρόνου) για πάντα | |
| τυραννικὴ ἀρχή | τυραννική εξουσία | |
| δυναστεία | (εδώ) καταδυνάστευση | |
| ζηλόω, -ῶ | ποθώ με ζήλο κάτι, γίνομαι ζηλωτής, αγωνίζομαι ν' αποκτήσω κάτι | |
| 143 | ἐκείνοις | (δοτ. προσωπ.) |
| ἔξεστι | είναι δυνατόν, επιτρέπεται | |
| ἧττον | (ποσοτ. επίρρημα συγκρ. βαθμού) λιγότερο (ὀλίγον, ἧττον, ἥκιστα) | |
| ἐκείνοις γὰρ ἧττον ἔξεστι | εκείνοι δηλ. έχουν μικρότερη δυνατότητα... | |
| ἰδιώτης | απλός πολίτης | |
| τοσούτῳ | (δοτ. του μέτρου ή της διαφοράς) | |
| μακαριστός | αξιοζήλευτος, ευτυχής | |
| τυραννίς | τυραννική εξουσία | |
| τῶν... κατεχόντων | (γεν. συγκριτική) | |
| δωρεά | δώρο, τιμή | |
| οἱ συμπολιτευόμενοι | οι συμπολίτες | |
| ἀτιμότερος γίγνομαι | περιφρονούμαι πιο πολύ | |
| ἄτιμος | αυτός που έχει στερηθεί τα πολιτικά δικαιώματα, ο περιφρονημένος (επίθ. <α στερ. + τιμή) | |
| ὁ τὴν τάξιν λείπων | ο λιποτάκτης, αυτός που εγκαταλείπει τον στρατό | |
| ὁ τὴν ἀσπίδα ἀποβάλλων | ο ρίψασπις, αυτός που εγκαταλείπει τη μάχη, ο άνανδρος | |
| 144 | ὀρέγομαί τινος | επιθυμώ κάτι (ὀρέγεσθαι υποκ. της απρόσ. έκφρασης ἄξιόν ἐστι) |
| ἔνεστι | (απρόσ. ρ.) είναι δυνατόν (υποκ. τυχεῖν) | |
| τῆς τιμῆς | (αντικ. του απρμφ. τυχεῖν) | |
| ἢν ὑπολάβωσι... ἔσεσθαι | (υποθ. πρότ. με απόδοση το ἔνεστι τυχεῖν) | |
| ὑπολαμβάνω | νομίζω (ἔσεσθαι αντικ.) | |
| αἰτίαν | (κατηγ. στο τὴν δύναμιν) | |
| αὑτοῖς | (αντί ἑαυτοῖς δοτ. προσωπ. χαριστική) | |
| 145 | λόγων ἐνόντων | (εναντ. μτχ. σε γενική απόλυτη) αν και υπάρχουν επιχειρήματα |
| περὶ τὴν ὑπόθεσιν | (εμπρόθ. της αναφοράς) | |
| ἀμφότερα συμβουλεύει | (αττική σύντ.) | |
| ἐμοί, παύσασθαι | (αντικ. του ρ. συμβουλεύει) | |
| λέγοντι | (κατηγ. μτχ. από το παύσασθαι συνημμένη στο ἐμοί) | |
| καὶ τὸ μῆκος... τῶν ἐμῶν | (επεξήγηση στο ἀμφότερα) | |
| ἢ ἐγώ | (β' όρος σύγκρισης) | |
| παραινῶ τινι | συμβουλεύω κάποιον | |
| παρακελεύομαι | προτρέπω, παρακινώ, ενθαρρύνω | |
| τῶν πόλεων | (γεν. διαιρ.) | |
| εἴθισμαι | (παρακμ. του ρ. ἐθίζομαι) είμαι συνηθισμένος, έχω τη συνήθεια | |
| παρέχω κακά τινι | προξενώ κακό σε κάποιον, βλάπτω κάποιον | |
| παρέχειν | (αντικ. της μτχ. τὰς εἰθισμένας) | |
| ἐπ' ἀρετὴν καὶ δικαιοσύνην | (εμπρόθ. του σκοπού) | |
| εὐπραγία | ευτυχία, ευημερία | |
| ἐν ταῖς εὐπραγίαις | (εμπρόθ. του χρόνου) όταν ευτυχεί | |
| ὡς... συμβαίνει | (δευτερεύουσα αιτιολ. πρότ.) | |
| βελτίω | (κατηγ. στο τὰ πράγματα) | |
| οἱ φιλόσοφοι | οι μορφωμένοι |
| 133 | ἢν συμβούλους... βουληθεῖμεν | ο Ισοκράτης επιμένει στην αξιοποίηση καλών συμβούλων για τη διαμόρφωση ορθής πολιτικής. |
| τοὺς καλοὺς κἀγαθούς | με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονταν συνήθως οι αριστοκρατικοί. Εδώ όμως έχει ευρύτερη σημασία. | |
| φύσει μὲν οὐδείς... καθεστάναι τὴν πολιτείαν | η άποψη ότι κανένας δεν είναι εκ φύσεως ούτε δημοκρατικός ούτε ολιγαρχικός αλλ' υποστηρίζει το πολίτευμα που τον ευνοεί εκφράζεται και από τον Λυσία, τον οποίο κατά τον Κοραή μιμείται ο Ισοκράτης, «οὐδείς ἐστιν ἀνθρώπων οὔτε ὀλιγαρχικὸς οὔτε δημοκρατικός, ἀλλ' ἥτις ἂν ἑκάστῳ πολιτείᾳ συμφέρῃ, ταύτην προθυμεῖται καθεστάναι» (Λυσίας, Δήμου καταλύσεως απολογία §8). | |
| 134 | καὶ μὴ λόγῳ μὲν αὐτονόμους ἀφιῶμεν... ἔργῳ δέ... ἐκδιδῶμεν | η χρήση
του ζεύγους των τροπ. επιρρ. προσδιορισμών λόγῳ-ἔργῳ είναι συχνή στα αρχαία ελληνικά κείμενα. Η
συνεπής πολιτική προς τους συμμάχους επιβάλλει την ισχύ της αυτονομίας στην
πράξη κι όχι μόνο στα λόγια.
Οι
στρατηγοί ήσαν υπεύθυνοι για την εκτέλεση των φορολογικών αποφάσεων του κράτους ως προς τους
συμμάχους. Γι' αυτό πολλές φορές χρησιμοποιούσαν βίαια μέσα για να εξαναγκάσουν
τους συμμάχους να προσφέρουν τους φόρους προς την Αθήνα, τις «συντάξεις» όπως λέγονταν. Ο Ισοκράτης αναφέρεται ιδιαίτερα στον
Χάρητα, τον οποίο έστειλαν οι Αθηναίοι ως
στρατηγό
αυτοκράτορα στη Χερσόνησο. Εκεί με την απειλή βίας πέτυχε την υπογραφή
συνθήκης με τους τρεις βασιλείς της Θράκης, Κερσοβλέπτη, Χαρίδημο και
Βηρισάδη.
|
| 135 | μηδὲν περὶ πλείονος ἡγεῖσθε... τοῦ παρὰ τοῖς Ἕλλησιν εὐδοκιμεῖν | η εκτίμηση των Ελλήνων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση ηγεμονικής πολιτικής. Και σε άλλους λόγους του ο ρήτορας υποστηρίζει πως η ευσέβεια προς τους θεούς και η δικαιοσύνη προς τους ανθρώπους είναι τα δύο που απαιτούνται. |
| ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνας ἅπαντας | ο Ισοκράτης υπήρξε ο κυριότερος εκφραστής του πανελλήνιου ιδεώδους, της ένωσης δηλ. όλων των Ελλήνων υπό μίαν ηγεσία με σκοπό την αντιμετώπιση του περσικού κινδύνου. | |
| 137 | ... τοῖς ἀδικουμένοις βοηθεῖν | οι
Αθηναίοι πάντοτε υπερηφανεύονταν για την ανιδιοτελή προσφορά βοήθειας προς
τους αδικουμένους. Στις παραγράφους 139-140 ο Ισοκράτης με μια σειρά ρητορικών ερωτήσεων εκφράζει τη βεβαιότητα ότι η εφαρμογή δίκαιης και ηθικής πολιτικής θα ενισχύσει και θα ωφελήσει πολλαπλώς την πόλη. |
| 141 | διὰ τὴν ἡλικίαν | ο Ισοκράτης ήταν 81 ετών, όταν έγραψε τον λόγο Περὶ εἰρήνης. |
| εὖ φρονήσαντας | γι' άλλη μια φορά ο ρήτορας ζητάει από τους Αθηναίους ορθοφροσύνη για την υπεράσπιση της ελευθερίας των Ελλήνων. | |
| σωτῆρας ἀλλὰ μὴ λυμεῶνας | η αντίθεση διατυπώνεται και στον Πανηγυρικόν, 80-81. | |
| 142 | τὰς τυραννικὰς ἀρχὰς καὶ τὰς δυναστείας | αναφέρεται στην άσκηση τυραννικής εξουσίας και καταδυνάστευσης των συμμάχων από τους Αθηναίους, οι οποίοι γι' αυτόν τον σκοπό χρησιμοποιούσαν κυρίως τη μεγάλη ναυτική τους δύναμη. |
| 143 | τὰς ἐν Λακεδαίμονι βασιλείας | η αρχή της διπλής βασιλείας στη Σπάρτη είναι αβέβαιη. Γενικά όμως υποτίθεται πως ανάγεται στην ένωση δυο χωριστών κοινοτήτων, που η καθεμιά διατήρησε τον αντίστοιχο αρχηγό της. Η ύψιστη τιμή που απολάμβαναν οι βασιλείς, αν και οι εξουσίες τους είχαν πολύ περιορισθεί στην κλασική εποχή από τους 5 εφόρους, φαίνεται από τα ειδικά προνόμια που είχαν σ' όλη τους τη ζωή και από την τήρηση δημόσιου πένθους για τον θάνατο ενός βασιλέα. |
| οἱ μὲν τοὺς τοιούτους ἀποκτείναντες... λαμβάνουσιν | οι περιφημότεροι τυραννοκτόνοι ήσαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, προς τιμήν των οποίων στήθηκαν χάλκινοι ανδριάντες και οι συγγενείς και οι απόγονοί τους έλαβαν διάφορες τιμές. | |
| ἀτιμότεροι γίγνονται τῶν... ἀποβαλλόντων | οι «τρέσαντες», δηλ. οι λιποτάκτες και οι ριψάσπιδες έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα (ἀτιμία). Στη Σπάρτη δεν υπήρχε νόμος για την τιμωρία τους, αλλά τους περιφρονούσαν όλοι. Γάμος γι' αυτούς και τους συγγενείς τους απαγορευόταν· ήταν υποχρεωμένοι να παραμερίζουν και να σηκώνονται όρθιοι ακόμη και μπροστά στους νεοτέρους τους. Στον δρόμο κανείς δεν τους χαιρετούσε. Αυτού του είδους η κοινωνική απομόνωση καθιστούσε τη ζωή τους αφόρητη. | |
| 145 | τοῖς δὲ νεωτέροις... παραινῶ | ο Ισοκράτης στον σύντομο επίλογο απευθύνει έκκληση στους νεότερους ρήτορες να διαδώσουν τις ιδέες του. Την έκκληση αυτήν υπαγόρευε τόσο η μεγάλη του ηλικία, όσο και η ιδιότητά του ως σχολάρχη. Είχε την ελπίδα πως κάποιοι μαθητές του, προικισμένοι με χαρίσματα που έλειπαν από τον ίδιο, θα παρουσίαζαν απευθείας στον λαό τις ιδέες του. |