γλωσσικά σχόλια
|
| 14 | ὁ, ἡ προσάντης, τὸ πρόσαντες | (επίθ.) ο ανηφορικός, ο δύσκολος, ο σκληρός, ο εχθρικός |
| ἐναντιοῦσθαι | (υποκ. της απρ. έκφρ. πρόσαντές ἐστιν· <ἐναντιοῦμαι <ἐναντιό -ομαι εναντιώνομαι, είμαι αντίθετος, αντιστέκομαι, αρνούμαι | |
| διάνοια | σκέψη, γνώση, σκοπός, πρόθεση | |
| δημοκρατίας οὔσης | μετοχή εναντιωματική σε γενική απόλυτη | |
| παρρησία (πᾶς + ῥῆσις) | ελευθερία λόγου, ελευθεροστομία, το δικαίωμα να λέγει κανείς τα πάντα | |
| ἐνθάδε | εδώ, στην Εκκλησία του δήμου | |
| ὑμῶν | αντικ. του ρ. φροντίζουσιν | |
| ὃ καὶ πάντων ἐστὶ δεινότατον | αυτό είναι και το πιο φοβερό απ' όλα | |
| κωμῳδοδιδάσκαλος | κωμικός ποιητής | |
| ἐκφέρω | φανερώνω, εμφανίζω, κάνω γνωστό | |
| ἁμάρτημα | σφάλμα, αποτυχία | |
| χάριν ἔχω τινί | χρωστώ
χάρη (ευγνωμοσύνη σε κάποιον) ευγνωμονώ κάποιον |
|
| εὖ ποιῶ | ευεργετώ (ως παθ. εὖ πάσχω ευεργετούμαι) | |
| νουθετῶ | συμβουλεύω, προτρέπω | |
| διατίθεμαι δυσκόλως | αισθάνομαι οργή, οργίζομαι | |
| ἐργάζομαί τινα τι | κάνω σε κάποιον κάτι | |
| 15 | ὑπαρχόντων | μτχ. εναντιωματική σε γενική απόλυτη (υποκ. τούτων) |
| ἀποσταίην | (ευκτ. αορ. β ' ενεργ. με σημασ. μέσου του ρ. ἀφίσταμαι απομακρύνομαι) | |
| ὧν | (αναφ. έλξη) τούτων, ἅ (τούτων· αντικ. του ρ. ἀποσταίην, ἅ· αντικ. του ρ. διενοήθην) | |
| παρελήλυθα | (πρκμ. του ρ. παρέρχομαι· παρουσιάζομαι ενώπιον κάποιου για να μιλήσω, ανέρχομαι στο βήμα. Οι άλλες εγκλίσεις, ο παρατ. και ο μέλλοντας από το ρ. πάρειμι που έχει την ίδια σημασία στους Αττικούς ρήτορες) | |
| χαρίζομαί τινι | γίνομαι ευχάριστος σε κάποιον, κάνω χάρη σε κάποιον, ευχαριστώ κάποιον (χαριούμενος μτχ. τελ.) | |
| χειροτονία | (χείρ + τείνω) ανάταση των χεριών, εκλογή με ανάταση των χεριών | |
| μνηστεύω χειροτονίαν | επιζητώ την εκλογή μου ως άρχοντα (μνηστεύσων μτχ. τελ.) | |
| ἀποφαίνομαι | εκφράζω τη γνώμη μου (ἀποφανούμενος μτχ. τελ.) | |
| περί ὧν | (αναφ. έλξη) περὶ ἐκείνων, ἅ | |
| προτίθημι | προτείνω | |
| γιγνώσκω | αποφασίζω (τῶν γνωσθέντων των αποφασισθέντων) | |
| ὀρθῶς βουλεύομαι | (βλ. §1) | |
| ἢν μὴ... βουλευσώμεθα | υποθετική πρόταση | |
| οὐδὲν ὄφελος ἔσται | απόδοση. Ο υποθετικός λόγος δηλώνει το προσδοκώμενο | |
| 16 | φημί | λέγω, υποστηρίζω |
| χρῆναι | (ειδ. απρμφ. ως αντικ. του ρ. φημί) | |
| ποιεῖσθαι καὶ χρῆσθαι | (υποκ. του απρμφ. χρῆναι) | |
| χρῶμαι ταῖς συνθήκαις | εφαρμόζω τις συνθήκες | |
| αἷς | (η δοτ. καθ' έλξη προς το ταύταις αντί της αιτ. ἅς) | |
| γεγράφασιν | (πρκμ. του ρ. γράφω προτείνω) | |
| προστάττω ή -σσω | διατάζω, επιβάλλω | |
| αὐτονόμους | (κατηγορ. στο τοὺς Ἕλληνας) | |
| εἶναι | (τελ. απρμφ., αντικ. της μετοχής προσταττούσαις καθώς και τα δύο επόμενα απρμφ. ἐξιέναι και ἔχειν) | |
| ἐξιέναι | (απρμφ. ενεστ. του ρ. ἔξειμι αποχωρώ, εξέρχομαι) | |
| τὰς φρουράς | (υποκ. του ἐξιέναι) | |
| ἑκάστους | (υποκ. του ἔχειν) | |
| τούτων | (ενν. συνθηκών) γεν. συγκριτική |
| 14 | ... ὅτι πρόσαντές ἐστιν ἐναντιοῦσθαι ταῖς ὑμετέραις διανοίαις | έχει επίγνωση ο ρήτορας των δυσκολιών που θα αντιμετωπίσει στην προσπάθειά του να πείσει τους Αθηναίους για την ειρήνη. |
| ὅτι δημοκρατίας οὔσης οὐκ ἔστι παρρησία | η
«ἰσηγορία» (ισότητα στο δικαίωμα του λόγου) αποτελούσε βασικό στοιχείο της
δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα, όπως και η ισονομία. Στις συνεδριάσεις της
Εκκλησίας του δήμου ο κήρυκας καλούσε κάθε πολίτη που ήθελε να μιλήσει με
την καθιερωμένη φράση: «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» (βλ. Δημ. Περὶ τοῦ στεφάνου § 170 «καὶ μετὰ ταῦτα ὡς ἦλθεν ἡ βουλὴ καὶ
ἀπήγγειλαν οἱ πρυτάνεις τὰ προσηγγελμέν' ἑαυτοῖς καὶ τὸν ἥκοντα παρήγαγον
κἀκεῖνος εἶπεν, ἠρώτα μὲν ὁ κῆρυξ «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» παρῄει δ'
οὐδείς». μετάφρ. «και μετά απ' αυτά μόλις οι βουλευτές έφθασαν (στην Πνύκα
όπου συνεδρίαζε η Εκκλησία του δήμου) και ανακοίνωσαν οι πρυτάνεις τις
ειδήσεις που είχαν φθάσει σ' αυτούς και παρουσίασαν τον αγγελιαφόρο κι
εκείνος επιβεβαίωσε (τις ειδήσεις), ρωτούσε ο κήρυκας «ποιος θέλει να λάβει
το λόγο;» αλλά κανένας δεν ανέβαινε στο βήμα». Η «ισηγορία» όμως δεν είχε ουσιαστικό περιεχόμενο, αν δεν συνοδευόταν από το
δικαίωμα της πλήρους ελευθερίας του λόγου. Ο Ισοκράτης υποστηρίζει ότι στην
εποχή του δεν υπήρχε πλέον ελευθερία λόγου, παρρησία, ενώ η κατοχύρωσή της ως πολιτικού δικαιώματος θα
συνέβαλλε στην ορθή λειτουργία της δημοκρατίας με ευεργετικές συνέπειες για
όλους.
|
|
| πλὴν ἐνθάδε μὲν τοῖς ἀφρονεστάτοις... τοῖς κωμῳδοδιδασκάλοις | η εικόνα της Εκκλησίας του δήμου που μας δίνει το 356 π.Χ. ο Ισοκράτης, με την παράλληλη αναφορά στην ελευθεροστομία των κωμικών ποιητών, παραπέμπει κατευθείαν στην εποχή του Αριστοφάνη παρά στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. Οι ποιητές της αρχαίας αττικής κωμωδίας (Εύπολις, Φερεκράτης, Φρύνιχος, Αριστοφάνης κ.ά.) καυτηρίαζαν στα έργα τους τα πάντα με τρόπο αυστηρό και αμείλικτο, και κυρίως τα ζητήματα της πόλεως. Αυτές οι κωμωδίες παίζονταν («ἐδιδάσκοντο») στη γιορτή του Διονύσου, όταν πολλοί ξένοι βρίσκονταν στην Αθήνα. Ο Αριστοφάνης (Ἀχαρνῆς, 525 κ.ε.) αναφέρει πως ο Κλέωνας του επιτέθηκε, γιατί κατηγόρησε τους Αθηναίους ενώπιον ξένων. | |
| ὃ καὶ πάντων ἐστὶ δεινότατον, ὅτι... ἐργαζομένους | επικρίνοντας την παράλογη συμπεριφορά των Αθηναίων προς τους «νουθετοῦντας» «προκαταλαμβάνει», προδιαθέτει δηλ. το ακροατήριο (σχήμα προλήψεως ή προκαταλήψεως), για να προλάβει ενδεχόμενες αποδοκιμασίες, αφού θα προτείνει να συναφθεί ειρήνη με όλους, αντίθετα με την ισχύουσα εξωτερική πολιτική της Αθήνας. | |
| 15 | οὐκ ἂν ἀποσταίην ὧν διενοήθην | ο ρήτορας δηλώνει ότι θα εμμείνει στις απόψεις του παρόλο που το πολιτικό κλίμα είναι εντελώς αρνητικό. |
| παρελήλυθα γὰρ οὐ χαριούμενος... γιγνώσκων | τονίζεται η ειλικρίνεια και η ανιδιοτέλεια των προθέσεών του. | |
| περὶ ὧν οἱ πρυτάνεις προτιθέασιν | πρυτάνεις
ονομάζονταν οι πενήντα βουλευτές μιας φυλής οι οποίοι για 35 ή 36 ημέρες
ασκούσαν την εξουσία. Η σειρά με την οποία κάθε φυλή είχε αυτή την τιμή
καθοριζόταν με κλήρο. Οι πρυτάνεις έμεναν και σιτίζονταν στη Θόλο, ένα ειδικό
κυκλικό οικοδόμημα στην αγορά και αμείβονταν με έναν οβολό περισσότερο από
τους άλλους βουλευτές (συνολικά μια δραχμή). Καθημερινά
κληρωνόταν ο επιστάτης των πρυτάνεων, πρόεδρος της Βουλής και της Εκκλησίας
του δήμου, ο οποίος είχε στα χέρια του, για ένα ημερονύχτιο, τα κλειδιά των
ιερών, όπου φυλάσσονταν οι θησαυροί και τα αρχεία, καθώς και η σφραγίδα του
κράτους.
Κατά
τον 4ο αι. π.Χ. την προεδρία των συνελεύσεων είχε ο επιστάτης των εννέα
προέδρων, οι οποίοι εκλέγονταν ανάμεσα στους βουλευτές των φυλών που δεν
είχαν την πρυτανεία. Με τη μεσολάβηση των πρυτάνεων η βουλή ερχόταν σε επαφή
με την Εκκλησία του δήμου, τους άρχοντες και τους απλούς πολίτες. Αυτοί
συγκαλούσαν σε περίπτωση ανάγκης τη Βουλή, την Εκκλησία του δήμου, τους
στρατηγούς. Αυτοί πρότειναν στις συνελεύσεις τα σχέδια νόμων
(«προβουλεύματα»), τα οποία, όταν ψηφίζονταν από τον δήμο, αποκτούσαν ισχύ
νόμων.
|
|
| οὐδὲν γὰρ ὄφελος ἔσται... βουλευσώμεθα | ο ρήτορας πιστεύει ότι η ειρήνευση θα ήταν το έναυσμα για τη ριζική αναθεώρηση της αθηναϊκής πολιτικής. | |
| 16 | Φημὶ δ' οὖν χρῆναι ποιεῖσθαι τὴν εἰρήνην... πρὸς βασιλέα καὶ Λακεδαιμονίους | ο
Ισοκράτης προτείνει τη σύναψη ειρήνης όχι μόνο με τους συμμάχους που
επανεστάτησαν αλλά και με όλους τους ανθρώπους, αποδεχόμενος ακόμη και τους
δυσμενείς όρους της Ανταλκίδειας ειρήνης (387 π.Χ.) που είχε κατακρίνει το
380 π.Χ. στον Πανηγυρικό (§§116-117).
Η
αλλαγή των πολιτικών του απόψεων οφείλεται στο γεγονός ότι οι εμφύλιες
διαμάχες των Ελλήνων είχαν κορυφωθεί και ήταν πολύ δύσκολο ν' αντιμετωπισθεί
η περσική απειλή, αν προηγουμένως δεν εδραιωνόταν η ενότητα των Ελλήνων.
|
| προσταττούσαις τοὺς Ἕλληνας... ἔχειν ἑκάστους | υποδεικνύει ποιοι θα έπρεπε να είναι οι σημαντικότεροι όροι της ειρήνης: κατοχύρωση της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας κάθε πόλης και απομάκρυνση κάθε είδους μη εγχώριας στρατιωτικής φρουράς. | |
| οὔτε δικαιοτέρας εὑρήσομεν... συμφερούσας | μόνιμη επιδίωξη του ρήτορα αποτελεί η επικράτηση της δικαιοσύνης και η εξυπηρέτηση του συμφέροντος της πόλεως. Γι' αυτό καταδίκαζε συχνά κάθε πράξη βιαιότητας από τη μεριά οποιασδήποτε ελληνικής πόλεως εναντίον άλλης ελληνικής θεωρώντας ως μόνο επιτρεπτό όπλο την πειθώ. Η προσφυγή στη χρήση βίας ήταν θεμιτή μόνον όταν οι Έλληνες αγωνίζονταν εναντίον των βαρβάρων. |
