|
XVI
ΠΡΟΟΙΜΙΟ 1-3
«Ἔστι δὲ προοίμιον καθόλου μὲν εἰπεῖν ἀκροατῶν παρασκευὴ
καὶ τοῦ πράγματος ἐν κεφαλαίῳ μὴ είδόσι δήλωσις, ἵνα γιγνώσκωσι, περὶ ὧν ὁ
λόγος, παρακολουθοῦσί τε τῇ ὑποθέσει, καὶ ἐπὶ τὸ προσέχειν παρακαλέσαι καὶ καθ'
ὅσον τῷ λόγῳ δυνατὸν εὔνους ἡμῖν
αὐτοὺς ποιῆσαι»
Αναξιμένης
ο Λαμψακηνός 29, 1, 1436α 33
γλωσσικά σχόλια
|
| 1 | σύνοιδά τινι + κατηγ. μτχ. | γνωρίζω καλά ότι... |
| κακῶς ποιῶ | βλάπτω, κακοποιώ | |
| χάριν ἔχω τινί | χρωστώ ευγνωμοσύνη σε κάποιον | |
| διαβάλλομαι | συκοφαντούμαι | |
| καθίσταμαι εἰς ἔλεγχον τῶν βεβιωμένων μοι | λογοδοτώ για τις πράξεις της ζωής μου | |
| τῆς κατηγορίας | γεν. της αιτίας | |
| τοῖς διαβεβλημένοις | επιθετική μτχ. ως δοτ. προσωπική χαριστική | |
| ἀγαθῶν | γεν. της αιτίας στο αἰτίους (ή αντικειμεν.) | |
| τῶν βεβιωμένων | επιθετική μτχ. ως γεν. αντικειμενική στο ἔλεγχον | |
| αὐτοῖς | δοτ. προσωπική του ενεργούντος προσώπου ή του ποιητικού αιτίου | |
| 2 | διάκειμαι ἀηδῶς ἢ κακῶς πρός τινα | φέρομαι άσχημα ή εχθρικά σε κάποιον |
| μεταμέλει τινί | (απρόσ.) μετανοεί κάποιος, αλλάζει γνώμη | |
| καὶ εἴ τις... διακείμενος | εναντιωματική - παραχωρητική πρότ. που φανερώνει κάτι το πιθανό | |
| διακείμενος | κατηγορηματική μτχ. από το ρ. τυγχάνει | |
| βελτίω | κατηγορούμενο του με, που είναι αντικείμενο του ἡγήσεσθαι | |
| 3 | ἐπιδείκνυμι | αποδεικνύω |
| εὔνους εἰμί τινι | διάκειμαι φιλικά προς κάποιον, συμπαθώ κάποιον | |
| τὰ καθεστηκότα πράγματα | το παρόν πολίτευμα | |
| πλέον ἐστί τινί τι | υπάρχει κάποια ωφέλεια σε κάποιον, ωφελείται κάποιος | |
| μετρίως | κόσμια, τίμια, με μέτρο | |
| δοκιμάζω τινά | εγκρίνω ή επικυρώνω την εκλογή κάποιου, δοκιμάζω, υποβάλλω σε δοκιμασία, κρίνω, ελέγχω, εξετάζω, ερευνώ | |
| ἐπιδημῶ | είμαι στην πατρίδα, ζω στην πατρίδα, διαμένω στην πόλη | |
| τοῖς πράγμασι | δοτ. αντικειμενική στο εὔνους | |
| τῶν αὐτῶν | επιθετικός προσδ. στο κινδύνων | |
| κινδύνων, ὑμῖν | αντικείμενα του απρμφ. μετέχειν | |
| μοι | δοτ. προσωπική κτητική | |
| πλέον | επιθετικός προσδ. στο μηδέν | |
| παρὰ τὴν δόξαν | εμπρόθ. προσδ. της εναντίωσης |
| 1 | Εἰ μὴ συνῄδη... τῆς κατηγορίας |
η έκφραση ευγνωμοσύνης προς τους κατηγόρους, έστω και υπό προϋποθέσεις, αποτελεί στοιχείο πρωτοτυπίας και εντυπωσιασμού, με τα οποία ο ρήτορας επιδιώκει να επιτύχει την πρόσεξιν και να κερδίσει την εὔνοιαν των βουλευτών. Ανάλογη είναι και η γνωστή προλογική αρχή στον Υπέρ του Αδυνάτου λόγο του ρήτορα: «Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί». Εκφράζει επίσης τη βεβαιότητά του για την πρόθεση της κατηγορίας, προσπαθώντας έτσι να μειώσει τους κατηγόρους του. |
| ὦ βουλή | πρόκειται για τη Βουλή των Πεντακοσίων (πενήντα μέλη από κάθε μία των δέκα φυλών). Οι βουλευτές αναδεικνύονταν με κλήρωση από τους δήμους. Το ουσιαστικό έργο της ολομέλειας της Βουλής ήταν η έκδοση προβουλευμάτων (προετοιμασία των προτάσεων που θα υποβάλλονταν στην εκκλησία), η άσκηση ορισμένων δικαστικών αρμοδιοτήτων, ο έλεγχος του έργου των αρχόντων και η διεκπεραίωση όλων γενικώς των έργων που δεν είχαν ανατεθεί στην εκκλησία του Δήμου. Οι βουλευτές είχαν κλείσει το τριακοστό έτος της ηλικίας τους και είχαν αποκτήσει κάποια πολιτική εμπειρία στις συνελεύσεις τους δήμων τους. Υποβάλλονταν σε αυστηρή δοκιμασία του ήθους των πριν αναλάβουν καθήκοντα. Αποζημιώνονταν με ένα μισθό που τον 4ο π.Χ. αιώνα έφτανε τους 5 οβολούς. | |
| ἡγοῦμαι γάρ... καταστῆναι | η ημιπερίοδος αυτή αιτιολογεί και αποσαφηνίζει την προηγούμενη. Οι κατήγοροι, έστω και άθελά τους, προσφέρουν στον κατηγορούμενο τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά του μιλώντας δημόσια για τη ζωή του και συγχρόνως να καταδείξει το ποιόν των αντιπάλων του. | |
| 2 | ἐγὼ γὰρ οὕτω σφόδρα ἐμαυτῷ πιστεύω, ὥστ᾽ ἐλπίζω... ἡγήσεσθαι | η αυτοπεποίθηση του Μαντιθέου και η ελπίδα του ότι θα μεταστρέψει την εις βάρος του δυσμενή εντύπωση αποτελούν προσπάθεια προϊδεασμού των βουλευτών και δημιουργούν εύλογο ενδιαφέρον για όσα πρόκειται στη συνέχεια να εκθέσει. |
| 3 | ἀξιῶ δέ, ὦ βουλή, ἐὰν μέν... πλέον εἶναι· ἐὰν δέ... χείρους εἶναι | τα δημοκρατικά φρονήματα και οι αγώνες για τη δημοκρατία σε χαλεπούς καιρούς, όπως την εποχή των Τριάκοντα, συγκινούσαν ιδιαίτερα τους Αθηναίους και έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη δοκιμασία των αρχόντων. Δεν αρκούσε όμως μόνον η δημοκρατική διαγωγή για την ανάληψη ενός δημόσιου αξιώματος. Έπρεπε ο εκλεγμένος άρχοντας να διαθέτει και το κατάλληλο ήθος. Ο Μαντίθεος ζητά από τους βουλευτές να εγκρίνουν την εκλογή του σε βουλευτή, μόνον εφόσον αποδείξει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις. |
| πρῶτον δὲ ἀποδείξω ὡς οὐχ ἵππευον οὔτ᾽ ἐπεδήμουν ἐπὶ τῶν τριάκοντα, οὐδὲ μετέσχον τῆς τότε πολιτείας | ο Μαντίθεος εκθέτει το εις βάρος του κατηγορητήριο, το οποίο θα αποδείξει ότι δεν ευσταθεί. |