Η αποδοκιμασία της αθηναϊκής ιμπεριαλιστικής πολιτικής από τον Ισοκράτη μετά την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας

«Γενικά ο Ισοκράτης αποδοκίμαζε συνολικά την πολιτική που ακολούθησε η Αθήνα από την ίδρυση της δεύτερης συμμαχίας και εξής. Η Αθήνα το μόνο που κατόρθωσε ήταν να καταπιέζει τους Έλληνες και να απαιτεί να της καταβάλλουν φόρους. Εξ αιτίας της στάσης της και του εχθρικού κλίματος που είχε διαμορφωθεί, ο ρήτορας δεν έλπιζε και ούτε ήθελε να ελπίζει ότι ήταν ποτέ δυνατό να αποκατασταθεί το αθηναϊκό κύρος. Από τους Αθηναίους άλλοι πίστευαν ακόμη στο αθηναϊκό μεγαλείο και άλλοι συνιστούσαν μετριοπάθεια και ολιγάρκεια. Με τους δεύτερους τασσόταν αποφασιστικά ο Ισοκράτης, και επιτίθετο με μεγάλη αυστηρότητα ενάντια στους πολιτικούς, που προσπαθούσαν να μεταφυτεύσουν στη συνείδηση του λαού την πεποίθηση πως η τιμή της πατρίδας τους εξαρτιόταν από τη θαλάσσια επικυριαρχία. Αυτή η «πολιτική εντυπωσιασμού» αναπόφευκτα οδηγούσε, πίστευε ο Ισοκράτης, στην ολοσχερή καταστροφή της Αθήνας, προς μέγιστο όφελος των πολιτικών.
Μετά τα γεγονότα που είχαν σημειωθεί, ακόμη και ως έννοια η θαλάσσια ηγεμονία, η άσκηση κυριαρχίας στους Έλληνες, ήταν τώρα απεχθής για τον Ισοκράτη. Όποια μορφή και αν έπαιρνε, απέβαινε πάντα μοιραία και για εκείνους που την ασκούσαν και για εκείνους που την υφίσταντο. Αντίθετα από τους ολιγαρχικούς του 5ου αι. π.Χ. και τους δημοκρατικούς, που από κοινού συνέδεαν άρρηκτα τη δημοκρατία με τη θαλάσσια επικυριαρχία, οι πρώτοι για να καταδικάσουν και τις δύο, οι δεύτεροι για να τις εγκωμιάσουν μαζί, ο Ισοκράτης διαχώριζε τελείως τις δύο έννοιες, θεωρώντας ότι οι συμφορές στις οποίες οδηγούσε η θαλάσσια ηγεμονία δεν καταλογίζονταν αποκλειστικά σε κανένα συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα εφόσον μάλιστα από την άσκησή της η δημοκρατία είχε δεχτεί τα πιο μοιραία πλήγματα. Αν θέλαμε να προσδιορίσουμε τη φύση της ηγεμονίας, που δύο φορές οι Αθηναίοι προσπάθησαν να επιβάλουν, θα λέγαμε πως δεν διέφερε ουσιαστικά από τυραννία. Στο συμπέρασμα του Ισοκράτη είναι διάχυτο το πνεύμα του Θουκυδίδη, ο οποίος είχε ήδη χαρακτηρίσει στην εμβριθή μελέτη του με τον ίδιο τρόπο την άσκηση της εξουσίας από τους Αθηναίους στην αρχή του πελοποννησιακού πολέμου (βλ. Θουκ. Ι 124, 3)».

[πηγή: Mathieu, G., Οι πολιτικές ιδέες του Ισοκράτη, μτφρ. Καίτη Διαμαντάκου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 1995, σ. 187-188]

«Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Ισοκράτης δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδέες που ο Θουκυδίδης διατυπώνει σ’ αυτό που ονομάσαμε φιλοσοφικό νόμο, ιδέες που, ωστόσο, πραγματεύονται το θεμελιώδες ηθικό πρόβλημα που προκύπτει: στο σημείο αυτό είναι κατώτερος από τον Θουκυδίδη, επειδή δεν αντιλαμβάνεται τη φύση αυτού του προβλήματος· και θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει ακόμα λίγο, λέγοντας ότι δεν αντιλαμβάνεται καν την ύπαρξή του. Άλλοτε δηλώνει ότι είναι καλύτερο να νικηθεί κανείς πολεμώντας για το δίκαιο, παρά να κερδίσει μια άνομη νίκη (Παναθηναϊκός 185)· αντίθετα, άλλοτε, ακόμα και μέσα στον ίδιο λόγο, λέει ότι είναι καλύτερο να πράξει κάποιος το κακό, παρά να το υποστεί (αυτόθι, 117). Βέβαια, εδώ μιλάει για εξωτερική πολιτική, κάτι που κάνει μια διαφορά· όμως, ακόμα και ο τρόπος της διαπραγμάτευσης του θέματος δείχνει ότι δεν έχει κατορθώσει να συλλάβει την καθαρά ηθική πλευρά του προβλήματος και ότι δεν έχει κατορθώσει να εννοήσει την πραγματική σημασία της Σωκρατικής θεματικής· χαρακτηρίζει εκείνους που θα επέλεγαν να υποστούν το κακό ως «προσποιούμενους τους σοφούς». Συνολικά, εμφανίζει πλήρη έλλειψη συνέπειας ως προς αυτό το θέμα σε όλα του τα έργα και οι φιλοσοφικές και ηθικές σκέψεις του κυριαρχούνται από τις πολιτικές του απόψεις: όταν υπερασπίζεται την αυτοκρατορία, μιλάει στο όνομα της πραγματικότητας· όταν όμως οι περιστάσεις του επιβάλλουν να την καταδικάσει και επιχειρεί να πείσει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την ιμπεριαλιστική πολιτική, τότε αρχίζει να κάνει λόγο και πάλι για δικαιοσύνη, όπως για παράδειγμα στον λόγο Περί Ειρήνης (69): οὐ δίκαιόν ἐστι τοὺς κρείττους τῶν ἡττόνων ἂρχειν.
Αν ο Ισοκράτης είχε συλλάβει καθαρότερα ποια ήταν η βασική εναλλακτική λύση που προσφερόταν σ’ αυτόν, θα εγκατέλειπε την προσπάθεια να θεμελιώσει τα επιχειρήματά του στη δικαιοσύνη και θα έπραττε όπως έπραξαν οι Αθηναίοι του Θουκυδίδη· ή, πάλι, θα εγκατέλειπε την ιδέα να ασκήσει άμεση επίδραση στην πόλη των ημερών του και θα έκανε ό, τι και ο Πλάτων».

[πηγή: Jacqueline de Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σσ. 478-479]


info

Το παρόν αποτελεί μέρος του ψηφιακού εμπλουτισμού των σχολικών βιβλίων (Ψηφιακό Σχολείο) και διατίθεται μόνο για εκπαιδευτική χρήση και στο πλαίσιο για το οποίο διαμορφώθηκε.