Η αποδοκιμασία της αθηναϊκής ιμπεριαλιστικής πολιτικής από τον Ισοκράτη μετά την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας«Γενικά ο Ισοκράτης αποδοκίμαζε συνολικά την πολιτική που ακολούθησε η Αθήνα από την ίδρυση της δεύτερης συμμαχίας και εξής. Η Αθήνα το μόνο που κατόρθωσε ήταν να καταπιέζει τους Έλληνες και να απαιτεί να της καταβάλλουν φόρους. Εξ αιτίας της στάσης της και του εχθρικού κλίματος που είχε διαμορφωθεί, ο ρήτορας δεν έλπιζε και ούτε ήθελε να ελπίζει ότι ήταν ποτέ δυνατό να αποκατασταθεί το αθηναϊκό κύρος. Από τους Αθηναίους άλλοι πίστευαν ακόμη στο αθηναϊκό μεγαλείο και άλλοι συνιστούσαν μετριοπάθεια και ολιγάρκεια. Με τους δεύτερους τασσόταν αποφασιστικά ο Ισοκράτης, και επιτίθετο με μεγάλη αυστηρότητα ενάντια στους πολιτικούς, που προσπαθούσαν να μεταφυτεύσουν στη συνείδηση του λαού την πεποίθηση πως η τιμή της πατρίδας τους εξαρτιόταν από τη θαλάσσια επικυριαρχία. Αυτή η «πολιτική εντυπωσιασμού» αναπόφευκτα οδηγούσε, πίστευε ο Ισοκράτης, στην ολοσχερή καταστροφή της Αθήνας, προς μέγιστο όφελος των πολιτικών. [πηγή: Mathieu, G., Οι πολιτικές ιδέες του Ισοκράτη, μτφρ. Καίτη Διαμαντάκου, εκδ. Ινστιτούτο του Βιβλίου-Καρδαμίτσα, Αθήνα 1995, σ. 187-188] «Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Ισοκράτης δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδέες που ο Θουκυδίδης διατυπώνει σ’ αυτό που ονομάσαμε φιλοσοφικό νόμο, ιδέες που, ωστόσο, πραγματεύονται το θεμελιώδες ηθικό πρόβλημα που προκύπτει: στο σημείο αυτό είναι κατώτερος από τον Θουκυδίδη, επειδή δεν αντιλαμβάνεται τη φύση αυτού του προβλήματος· και θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει ακόμα λίγο, λέγοντας ότι δεν αντιλαμβάνεται καν την ύπαρξή του. Άλλοτε δηλώνει ότι είναι καλύτερο να νικηθεί κανείς πολεμώντας για το δίκαιο, παρά να κερδίσει μια άνομη νίκη (Παναθηναϊκός 185)· αντίθετα, άλλοτε, ακόμα και μέσα στον ίδιο λόγο, λέει ότι είναι καλύτερο να πράξει κάποιος το κακό, παρά να το υποστεί (αυτόθι, 117). Βέβαια, εδώ μιλάει για εξωτερική πολιτική, κάτι που κάνει μια διαφορά· όμως, ακόμα και ο τρόπος της διαπραγμάτευσης του θέματος δείχνει ότι δεν έχει κατορθώσει να συλλάβει την καθαρά ηθική πλευρά του προβλήματος και ότι δεν έχει κατορθώσει να εννοήσει την πραγματική σημασία της Σωκρατικής θεματικής· χαρακτηρίζει εκείνους που θα επέλεγαν να υποστούν το κακό ως «προσποιούμενους τους σοφούς». Συνολικά, εμφανίζει πλήρη έλλειψη συνέπειας ως προς αυτό το θέμα σε όλα του τα έργα και οι φιλοσοφικές και ηθικές σκέψεις του κυριαρχούνται από τις πολιτικές του απόψεις: όταν υπερασπίζεται την αυτοκρατορία, μιλάει στο όνομα της πραγματικότητας· όταν όμως οι περιστάσεις του επιβάλλουν να την καταδικάσει και επιχειρεί να πείσει τους Αθηναίους να εγκαταλείψουν την ιμπεριαλιστική πολιτική, τότε αρχίζει να κάνει λόγο και πάλι για δικαιοσύνη, όπως για παράδειγμα στον λόγο Περί Ειρήνης (69): οὐ δίκαιόν ἐστι τοὺς κρείττους τῶν ἡττόνων ἂρχειν. [πηγή: Jacqueline de Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002, σσ. 478-479]
|