Σοφοκλέους τραγωδίαι:"Οιδίπους Τύραννος" και "Αίας" (Β Γενικού Λυκείου - Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμέν...
Πάροδος: στ. 242-306 Α΄ Στάσιμο: στ. 685-732 Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

  Απαιτείς· απαιτείς, κι αν ακούσεις τα λόγια μου,  
  από ζωής πνοή θα ξεχειλίσεις,  
  απ' το βραχνά θα ξαλαφρώσεις,  
  φτάνει στη θεραπεία 310
  της αρρώστειας να συντρέξεις.  
  Εγώ είμαι ξένος·33 ξένος με τον χρησμό,  
  ξένος και με το φόνο·  
  πώς ν' ανιχνεύσω ξένος ένα φόνο  
  χωρίς νωπά τεκμήρια; 315
  Μα θα μιλήσω.  
  Τώρα που ως πολίτης  
  απολαμβάνω πλήρη δικαιώματα,  
  αυτά διακηρύσσω στους Καδμείους όλους:  
  Όποιος απ' όλους σας γνωρίζει 320
  ποιος σκότωσε τον Λάιο του Λαβδάκου  
  να μου το φανερώσει, τον προτρέπω.  
  Αν όμως φοβάται να καταγγείλει  
  τον εαυτό του κι απ' της ψυχής του  
  το βυθό την ενοχή να λευτερώσει, 325
  τον βεβαιώνω πως δε θα πάθει κανένα κακό·  
  μ' ασφάλεια θα φτάσει  
  στα σύνορα της χώρας.  
  Αν πάλι ξέρει πως άλλος είναι,  
  κάποιος πολίτης ή κάποιος ξένος, 330
  ο αυτουργός,  
  ας μη το κρύβει σιωπώντας·  
  χάρη θα του χρωστώ  
  και θα τον ανταμείψω.  
  Αν όμως σιωπήσετε 335
  κι αν κάποιος, για χάρη φίλου  
  είτε για να καλύψει τον εαυτό του  
  αψηφήσει το λόγο μου,  
  ακούστε τι θα πράξω.  
  Απαγορεύω αυτόν τον άνθρωπο,34 340
  όποιος και νά 'ναι,  
  στην επικράτεια που κυβερνώ  
  στα σπίτια να τον δέχονται  
  φιλόξενα,  
  να τον συναναστρέφονται, να του μιλούν, 345
  μαζί του να προσεύχονται.  
  Απαγορεύω να του δίνουν  
  πρόσφορα κι αγίασμα,35  
  μαζί του στους βωμούς να θυσιάζουν.  
  Οι πάντες απ' τα σπίτια να τον διώχνουνε 350
  γιατί αυτός το μίασμα  
  στην πόλη μέσα σπέρνει,  
  όπως πριν λίγο λάλησε  
  το πυθικό μαντείο του θεού.  
  Καταριέμαι το δράστη, 355
  είτε ξέφυγε μόνος του,  
  είτε μ' άλλους μαζί,  
  τέλος οικτρό να βρει του βίου.  
  Και καταριέμαι στο κεφάλι μου  
  να πέσουν οι κατάρες, 360
  αν τον φιλοξενήσω στην εστία μου  
  γνωρίζοντας την ενοχή του.  
  Σας εξορκίζω να τελέσετε τα πάντα  
  για χάρη του θεού, δική μου χάρη,  
  και χάρη της χώρας αυτής, 365
  που χάνεται χωρίς θεούς έρμη και στείρα.  
  Ακόμη κι αν βουλή θεού δεν πρόσταζε,  
  θα 'ταν παράλογο ν' αφήσετε  
  το μίασμα να σέρνεται·  
  αφού γενναίος βασιλιάς σκοτώθηκε, 370
  ήταν καθήκον σας η αναζήτηση του δολοφόνου.  
  Ασκώ την εξουσία τώρα  
  που την ασκούσε κάποτε κι αυτός.  
  Τώρα που στην ίδια πλαγιάζω κλίνη36  
  και σπέρνω την ίδια γυναίκα, 375
  που τα παιδιά μου  
  θα 'ταν αδέρφια με τα παιδιά του,  
  αν άκληρος δεν πέθαινε,  
  τώρα που τον λησμόνησε η τύχη,  
  θα παλέψω με τους πάντες και τα πάντα, 380
  σαν νά 'τανε πατέρας μου.  
  Ως το τέλος θα φτάσω.  
  Θα ψάξω παντού να τον βρω  
  τον αυτουργό που φόνευσε  
  τον Λάιο τον Λαβδακίδη, 385
  που ήταν γιος του Πολυδώρου  
  απ' τη βαθύρριζη γενιά του Κάδμου  
  κι απ' τον αρχαίο τον Αγήνορα.37  
  Όσοι δεν υπακούσουν  
  και δεν τα πράξουν αυτά, 390
  παρακαλώ τις θεϊκές δυνάμεις  
  αλέτρι το χωράφι τους να μην οργώσει,  
  παιδιά να μην κοιλοπονέσουν οι γυναίκες τους,  
  τα τωρινά δεινά να περισσέψουν  
  και τα χειρότερα δεινά 395
  να καρπίσουν στο μέλλον τους.  
  Σε σας τους άλλους τους Καδμείους  
  που ταίριαξεν ο λόγος μου στ' αυτιά σας,  
  εύχομαι νά 'χετε τη Δίκη38 σύμμαχό σας  
  και με τη χάρη του θεού να ζείτε πάντα. 400
ΧΟΡ. Έτσι που με κατάρες μ' έδεσες  
  έτσι θα σου μιλήσω, βασιλιά.  
  Ούτε τον σκότωσα κι ούτε γνωρίζω τον φονιά.  
  Ο Φοίβος που ξέρει να στέλνει χρησμούς  
  αυτός ας κατονόμαζε το δράστη. 405
ΟΙΔ. Μα ποιος μπορεί  
  να εξαναγκάσει τους θεούς, χωρίς να θέλουν;  
ΧΟΡ. Μια δεύτερη σκέψη θά 'λεγα,  
  που φαίνεται σωστή.  
ΟΙΔ. Και τρίτη αν έχεις λέγε, 410
  μη διστάζεις.  
ΧΟΡ. Ξέρω καλά πως όσα βλέπει ο μέγας Φοίβος  
  τα ίδια βλέπει κι ο μέγας Τειρεσίας.39  
  Αν κάποιος τον εξέταζε  
  μπορούσε να φωτίσει, βασιλιά μου, την υπόθεση. 415
ΟΙΔ. Χωρίς χρονοτριβή το φρόντισα κι αυτό.  
  Ιδέα του Κρέοντος κι έστειλα δυο  
  για να τον συνοδεύσουν.  
  Αργοπορεί και με προβληματίζει.  
ΧΟΡ. Οσο για τις παλιές και κούφιες φήμες… 420
ΟΙΔ. Για τι μιλάς;  
  Τα πάντα ξεψαχνίζω.  
ΧΟΡ. Είπαν πως τον σκοτώσαν οδοιπόροι.  
ΟΙΔ. Πήρε το αυτί μου κάτι. Όμως κανείς  
  δε μολογάει τον αυτόπτη. 425
ΧΟΡ. Αν τον κρατάει ο φόβος,  
  θ' ακούσει τις κατάρες σου  
  και θα πειστεί.  
ΟΙΔ. Όποιος δεν τρόμαξε την πράξη,  
  πώς θες να φοβηθεί τα λόγια. 430
ΧΟΡ. Ελπίδες αποκάλυψης υπάρχουν.  
  Ιδού τον ένθεο τον μάντη40  
  τον οδηγούν εδώ.  
  Είναι θνητός μοναδικός·  
  του δόθηκεν η χάρη της αλήθειας. 435
ΟΙΔ. Ω παντεπόπτη Τειρεσία  
  που τα ρητά διαβάζεις και τ' απόρρητα,  
  τα μυστικά της γης και τ' ουρανού,  
  τη νόσο που την πόλη δυναστεύει.  
  Ο μόνος είσαι πια προστάτης και σωτήρας μας. 440
  Ο Φοίβος, αν δεν άκουσες απ' τους απεσταλμένους,  
  στις ερωτήσεις που του θέσαμε μας μήνυσε,  
  πως από τη νόσο ο μόνος τρόπος να γλυτώσουμε  
  είναι να βρούμε του Λαΐου τους φονιάδες  
  και να τους θανατώσουμε 445
  ή να τους στείλουμε εξορία.  
  Μην αρνηθείς να μας μιλήσεις  
  είτε των οιωνών τη γλώσσα διάβασες  
  είτε μιας άλλης μαντικής  
  τα μονοπάτια πήρες. 450
  Σώσε τον εαυτό σου, σώσε την πόλη,  
  σώσε και μένα·  
  σώσε μας από το μίασμα του σκοτωμένου.  
  Σ' εσένα τις ελπίδες αποθέτουμε.  
  Αν κάποιος έχει έλεος και το προσφέρει, 455
  με τη χαρά της προσφοράς αγάλλεται.  
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ    
  Αλίμονο!  
  Πόσο πικρό της γνώσης το ποτό,  
  αφού δεν έχει τέλος κι όφελος  
  όσο κι αν πίνεις. 460
  Ξέρω καλά το μάθημα,  
  μα το λησμόνησα θαρρώ·  
  αλλιώς δε θα βρισκόμουν εδώ πέρα.  
ΟΙΔ. Τι τρέχει; Ανόρεχτος μας κόπιασες.  
ΤΕΙΡ. Μακάρι να γυρίσω σπίτι μου. 465
  Αλήθεια, πίστεψέ με κι άσε με,  
  θά 'ταν καλύτερα και για τους δυο μας.  
ΟΙΔ. Δεν αγαπάς την πόλη που σε γέννησε·  
  την αδικείς, αν της στερήσεις την μαντεία.  
ΤΕΙΡ. Παράταιρα μιλάς, παράκαιρα· 470
  στην ίδια δεν θα πέσω την παγίδα.  
ΟΙΔ. Φεύγεις; Ενώ γνωρίζεις;  
  Ικέτες θες να πέσουμε στα γόνατά σου;  
ΤΕΙΡ. Δεν έχετε μυαλό.  
  Ποτέ μου δεν θα ξεστομίσω τίποτα 475
  γιατί θα ξεστομίσω τα δεινά σου.  
ΟΙΔ. Τι λες; Ξέρεις και δε μιλάς;  
  Έβαλες με το νου την πόλη να προδώσεις  
  και να την παραδώσεις στη συμφορά;  
ΤΕΙΡ. Να σε πληγώσω δεν μπορώ 480
  και δεν το θέλω· ούτε να πληγωθώ.  
  Ματαίως θα ψάχνεις.  
  Δε θα μου πάρεις λέξη.  
ΟΙΔ. Πανάθλιε.41  
  Θα τρέλαινες και πέτρινη καρδιά. 485
  Δε θα μιλήσεις επί τέλους;  
  Θα παίξεις το σκληρό και τον αλύγιστο;  
ΤΕΙΡ. Κατηγορείς την τρέλα μου· με βρίζεις·  
  και δε νογάς  
  πως με την τρέλα σου συγκατοικείς. 490
ΟΙΔ. Πώς να μην τρελαίνεται κανείς  
  ακούγοντας τα λόγια σου  
  που ταπεινώνουν και ντροπιάζουνε την πόλη.  
ΤΕΙΡ. Το παν θα βγει στο φως,  
  ακόμη κι αν εγώ σιωπήσω. 495
ΟΙΔ. Αφού θα βγει στο φως, οφείλεις να το πεις.  
ΤΕΙΡ. Ούτε μια λέξη δε θα πω παραπανίσια  
  κι αν θες αγρίεψε και θύμωσε  
  ακόμη πιο πολύ.  
ΟΙΔ. Λοιπόν αφρίζοντας από θυμό 500
  τίποτα δε θα κρύψω  
  και θα σου πω ξεκάθαρα τι σκέφτομαι.  
  Βάλ' το καλά στο νου σου  
  πως έχω σχηματίσει την πεποίθηση  
  πως είσαι συνεργός, συνένοχος στο φόνο.42 505
  Δεν ισχυρίζομαι πως είσαι αυτουργός,  
  αν όμως τύχαινε να βλέπεις  
  θά 'λεγα πως τον ξέκανες  
  με τα δικά σου χέρια.  
ΤΕΙΡ. Αλήθεια το λες; Μείνε λοιπόν 510
  με τις δημόσιες δεσμεύσεις σου  
  κι απ' την ημέρα τούτη εδώ  
  μήτε σε μένα να μιλάς μηδέ σ' αυτούς·  
  γιατί σκορπάς εσύ το μίασμα  
  τ' απαίσιο στην πόλη. 515
ΟΙΔ. Έχεις το θράσος να ξερνάς  
  αυτές τις λέξεις;  
  Και να πιστεύεις ύστερα πως θα γλυτxώσεις;  
ΤΕΙΡ. Έχω γλυτώσει,  
  γιατί με θρέφει της αλήθειας η ισχύς. 520
ΟΙΔ. Ποιος σου την έμαθε;  
  Μην πεις η μαντική σου τέχνη;  
ΤΕΙΡ. Εσύ μου τη δασκάλεψες.  
  Με το στανιό μ' ανάγκασες  
  να σου μιλήσω. 525
ΟΙΔ. Και μου είπες τι; Πες το ξανά  
  για να το μάθω πιο καλά.  
ΤΕΙΡ. Δεν το κατάλαβες πρωτύτερα;  
  Ή δοκιμάζεις την αντοχή μου;  
ΟΙΔ. Δεν ξεκαθάρισα καλά το νόημα. 530
  Πες το ξανά.  
ΤΕΙΡ. Λέω πως είσαι ο φονιάς43  
  που ψάχνεις να βρεις.  
ΟΙΔ. Δε θα χαρείς και δεύτερη φορά  
  το θράσος σου. 535
ΤΕΙΡ. Θα πω κι άλλα πολλά κι απ' το θυμό θ' αφρίσεις.  
ΟΙΔ. Ό,τι κι αν σου κατέβει, πες το.  
  Μιλάς ματαίως.  
ΤΕΙΡ. Μέσα στης λησμονιάς το πέπλο τυλιγμένος  
  αισχρά μ' αγαπημένους συγγενείς κοιμάσαι 540
  και δε θωρείς μες τη θολούρα το κακό.  
ΟΙΔ. Θαρρείς πως για πολύ θα 'φχαριστιέσαι τέτοια λόγια;  
ΤΕΙΡ. Αν η αλήθεια κύρος έχει πάντα.  
ΟΙΔ. Έχει·  χωρίς εσένα.  
  Εσύ δεν έχεις κύρος κανένα· 545
  είσαι τυφλός στ' αυτιά, στα μάτια και στο νου.44  
ΤΕΙΡ. Και συ πανάθλιος που με το φως  
  των οφθαλμών μου παίζεις.  
  Με τη δική σου τύφλα γρήγορα  
  ο κόσμος θα γελάει. 550
ΟΙΔ. Έχεις βουλιάξει σε νύχτα βαθιά.  
  Δε σε φοβάται πια κανείς ανοιχτομάτης.  
ΤΕΙΡ. Η μοίρα δεν το γράφει  
  πως από με θα συντριβείς.  
  Ο Φοίβος Απόλλων να σε ξεγράψει μπορεί. 555
ΟΙΔ. Ποιος τα σοφίστηκε όλα αυτά;  
  Ο Κρέων;  
ΤΕΙΡ. Δε σ' έβλαψε ποτέ ο Κρέων.  
  Μονάχος σου τον εαυτό σου βλάπτεις.  
ΟΙΔ. Ω πλούτε, ω εξουσία, 560
  τέχνη απ' όλες τις τέχνες υπέρτερη,  
  αξιοζήλευτη ζωή·  
  κι όμως γεννά το φθόνο.  
  Εξαιτίας της εξουσίας αυτής  
  που δεν τη ζήτησα, 565
  –η πόλη μου τη δώρισε–,  
  ο Κρέων, παλιός, πιστός μου φίλος,  
  αποπειράθηκε με δόλο σκευωρώντας  
  από το θρόνο μου να με πετάξει,  
  έχοντας υποχείριο το μάγο αυτόν, 570
  τον δολερό μηχανορράφο, τον αγύρτη,  
  που βλέπει μοναχά το κέρδος  
  κι είναι στην τέχνη του τυφλός.  
  Έλα και πες μου,  
  πότε αλάθητος υπήρξες μάντης; 575
  Όταν η σκύλα Σφίγγα τραγουδούσε εδώ,  
  άρθρωσες λόγο σωτηρίας στους πολίτες;  
  Η λύση του αινίγματος  
  δεν ήτανε δουλειά περαστικού και ξένου.  
  Ήταν δουλειά της μαντικής. 580
  Και φάνηκε πως τέχνη δεν κατείχες.  
  Δεν διάβασες τους οιωνούς,  
  ούτε τη σκέψη των θεών.  
  Εγώ σαν ήρθα  
  ο ανιδιοτελής κι ανίδεος Οιδίπους 585
  της έκλεισα το στόμα μια για πάντα  
  χωρίς σημάδια κι οιωνούς,  
  μονάχα με το στοχασμό.  
  Αυτόν αποπειράθηκες να διώξεις  
  ελπίζοντας να βρεις μια θέση 590
  στου Κρέοντα το θρόνο πλάι.  
  Θα δεις πως κλαίγοντας και συ  
  κι αυτός που τα σοφίστηκε,  
  το βάρος της κατάρας θα σηκώσετε.  
  Αν γέρος δεν ήσουν, 595
  θα 'βαζες γνώση παθαίνοντας  
  όσα τ' ανόσιο μυαλό σου μηχανεύεται.  
ΧΟΡ. Θαρρώ πως ήταν της οργής το ξέσπασμα  
  τα λόγια του και τα δικά σου, Οιδίπου.  
  Ώρα δεν είναι γι' αυτά. 600
  Σκεφτείτε μόνο ποιαν ερμηνεία δέχεται  
  ο θεϊκός χρησμός.  
ΤΕΙΡ. Αν και κατέχεις την εξουσία  
  έχω κι εγώ δικαίωμα εξίσου  
  με τη σειρά μου να μιλήσω. 605
  Δεν είμαι δούλος σου·  
  είμαι του Φοίβου, του Λοξία δούλος·45  
  του Κρέοντος κηδεμονία δεν χρειάζομαι.  
  Είμαι τυφλός και χλευάζεις την τύφλα μου.  
  Σου λέω λοιπόν πως βλέπεις 610
  κι όμως δε βλέπεις,  
  πως κολυμπάς στη συμφορά.  
  Δεν ξέρεις πού κατοικείς  
  και με ποιους συνοικείς.  
  Ξέρεις πούθε κρατά η γενιά σου; 615
  Στο πέλαγος της λήθης περιφέρεσαι  
  κι είσαι των προσφιλών σου εχθρός  
  των ζωντανών κι όλων των πεθαμένων.  
  Η φοβερή γοργόποδη διπλή κατάρα46  
  απ' τον πατέρα και τη μάνα σου σταλμένη 620
  από τη χώρα σου θα σ' εξορίσει.  
  Και δε θα βλέπεις πλέον φως·  
  θα πλέεις στο σκοτάδι.  
  Θ' αντιλαλήσουν οι κορφές του Κιθαιρώνα47  
  και τα λιμάνια θ' αντηχήσουν στεναγμούς, 625
  όταν υποπτευθείς σε ποιο γαμήλιο κόλπο  
  προσάραξες αλίμενο,  
  όταν σε θάρρεψε το καλοτάξιδο  
  τ' αγέρι στα πανιά σου.  
  Δεν υποπτεύεσαι το πλήθος τ' άλλα σου δεινά, 630
  όταν θα εξομοιωθείς με τα παιδιά σου.  
  Προς το παρόν κάτσε και προπηλάκιζε  
  το στόμα το δικό μου και τον Κρέοντα.  
  Άλλος θνητός όπως εσύ  
  ποτέ του δεν θα λιώσει 635
  στα δόντια της μυλόπετρας παγιδευμένος.  
ΟΙΔ. Πώς ν' αντέξει κανείς να τον ακούει;  
  Δε θα πας στο χαμό;  
  Δε θα χαθείς το γρηγορότερο;  
  Δε θα γυρίσεις να δω την πλάτη σου; 640
  Δε θα μ' αδειάσεις τη γωνιά;  
ΤΕΙΡ. Με κάλεσες· μονάχος δε θα 'ρχόμουν.  
ΟΙΔ. Δεν ήξερα πως θα ξεστόμιζες βλακείες  
  αλλιώς δε θα 'στελνα να σε καλέσω.  
ΤΕΙΡ. Ανόητος νομίζεις πως γεννήθηκα 645
  όμως σοφό με νόμιζαν  
  αυτοί που σε γεννήσανε.  
ΟΙΔ. Για ποιους μιλάς; Στάσου!  
  Ποιος μ' έφερε στον κόσμο;  
ΤΕΙΡ. Η μέρα τούτη θα σε γεννήσει48 650
  και θα σε σβήσει.  
ΟΙΔ. Μιλάς μ' αινίγματα θολά και μπερδεμένα.  
ΤΕΙΡ. Μα δε γεννήθηκες αινίγματα να λύνεις;  
ΟΙΔ. Να μη χλευάζεις το μεγαλείο μου.  
ΤΕΙΡ. Η  συγκυρία σε κατέστρεψε κι η τύχη. 655
ΟΙΔ. Και τι με νοιάζει; Την πόλη την έσωσα.  
ΤΕΙΡ. Κινάω να φύγω· εσύ, παιδί μου,  
  οδήγα με κι ακολουθώ.  
ΟΙΔ. Κουβάλα τον. Η παρουσία σου  
  με παγιδεύει και μ' ενοχλεί· 660
  όταν ξεκουμπιστείς, θα ξαλαφρώσω.  
ΤΕΙΡ. Ήρθα, μίλησα, φεύγω.  
  Το πρόσωπό σου δε φοβήθηκα.  
  Τη δύναμη δεν έχεις να με βλάψεις.  
  Σου λέω λοιπόν: αυτόν τον άνθρωπο 665
  που ψάχνεις, αυτόν που με κατάρες  
  επικήρυξες για του Λαΐου το φόνο,  
  αυτός στην πόλη βρίσκεται·  
  ως μέτοικος φιλοξενείται·  
  θ' αποδειχθεί Θηβαίος γνήσιος. 670
  Η τύχη του θα 'χει πικρή τη γεύση.  
  Ανοιχτομάτης πριν, τώρα τυφλός·49  
  ζάπλουτος πριν, τώρα φτωχός,  
  με το ραβδί του συντροφιά  
  σε τόπο ξένο θα πορεύεται 675
  αλήτης πλάνης και φυγάς.  
  Θ' αποδειχθεί των τέκνων του πατέρας κι αδελφός  
  και της γυναίκας που τον γέννησε  
  ο γιος και σύζυγός της  
  και του πατέρα του φονιάς κι ομόκλινος. 680
  Μπες στο παλάτι μέσα και στοχάσου  
  κι αν μ' εύρεις να σου λέγω ψέματα  
  μπορείς να λες ελεύθερα  
  πως δεν κατέχω πια την τέχνη της μαντείας.  

Εικόνα

Εθνικό Θέατρο – Επίδαυρος, 1974
Οιδίπους: Μάνος Κατράκης
Τειρεσίας: Γκίκας Μπινιάρης
Χορός
Σκηνοθεσία: Τάκης Μουζενίδης
(Αρχείο Τ. Μουζενίδη)