Σοφοκλέους τραγωδίαι:"Οιδίπους Τύραννος" και "Αίας" (Β Γενικού Λυκείου - Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή (Εμπλουτισμέν...
Εισαγωγή Πάροδος: στ. 242-306 Επιστροφή στην αρχική σελίδα του μαθήματος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΟΙΔΙΠΟΥΣ

  Παιδιά μου1, βλαστοί  
  της παλαιάς σποράς του Κάδμου2,  
  γιατί στων ανακτόρων το βωμό  
  τριγύρω συναχτήκατε  
  με κλάδους ικεσίας3 στα χέρια 5
  και στέφανα στην κεφαλή;  
  Η πόλη μας πλημμύρισε θυμίαμα4  
  κι ακούγονται παντού θρήνοι και μοιρολόγια.  
  Δεν καταδέχομαι να με πληροφορούν μεσάζοντες  
  γι' αυτό κι ήρθα μονάχος μου ν' ακούσω, 10
  εγώ ο λαοπρόβλητος κι ονομαστός Οιδίπους.  
  Μίλησε, γέροντα.  
  Το κύρος σου εκπροσωπεί το σύνολο.  
  Ο λόγος ποιος της σύναξης;  
  Φοβάστε κάτι; Ποθείτε κάτι; 15
  Επιθυμώ παντού και πάντα  
  να σπεύδω στην ανάγκη σας.  
  Ανάλγητος δεν είμαι  
  γι' αυτό και μου ταράζει την ψυχή  
  η λιτανεία της ικεσίας. 20

ΙΕΡΕΥΣ

  Ω παντοκράτορα της χώρας μου Οιδίπου,
  θωρείς τριγύρω στους βωμούς σου  
  τις ηλικίες όλες πεσμένες στα γόνατα·  
  νεοσσοί που δεν μπορούν  
  ν' ανοίξουν τα φτερά τους 25
  και να πετάξουν μακριά,  
  βαρείς από τα χρόνια γέροντες,  
  ιερείς, όπως εγώ, λειτουργοί του Διός  
  και παλικάρια διαλεχτά.  
  Το μέγα πλήθος του λαού 30
  με φύλλα δάφνης στεφανωμένο  
  συνέρρευσε στις αγορές  
  στους δυο ναούς5 της Αθηνάς Παλλάδος  
  και στου Απόλλωνος το ιερόν  
  στου Ισμηνού τις όχθες6 35
  εκεί που μαντικά λαλούν  
  οι στάχτες της θυσίας.  
  Η πόλη, το βλέπεις και μόνος σου,  
  είναι πολύς καιρός που παραπαίει.  
  Βουλιάζει μες τη δίνη των αιμάτων 40
  και δεν μπορεί την κεφαλή της  
  να σηκώσει απ' τον θολό βυθό  
  να πάρει λίγη ανάσα.  
  Προτού να δέσουν οι καρποί  
  στους κάλυκες σαπίζουν· 45
  κοπαδιαστά ψοφούν τα βόδια στη βοσκή·  
  των γυναικών οι μήτρες μαραθήκαν.  
  Ο θεός ο πυρφόρος περνά  
  και τα πάντα σαρώνει·  
  ο φοβερός λοιμός7 ερήμωσε 50
  την πόλη των Καδμείων·  
  ο μαύρος Αδης πλούτισε  
  με βογκητά και στεναγμούς.  
  Ισόθεος δεν είσαι και το ξέρουμε  
  κι εγώ και τούτα τα παιδιά 55
  που πρόσπεσαν ικέτες στην εστία σου·  
  όμως είσαι μες τους θνητούς ξεχωριστός,  
  γνωρίζεις τις αιφνίδιες τροπές του βίου  
  και τα μηνύματα που στέλνουν οι θεοί.  
  Ήρθες στην πολιτεία του Κάδμου 60
  κι απ' το δασμό που πλήρωνε  
  στην ανελέητη τη μελωδούσα8  
  χρησμωδό, τη λύτρωσες.  
  Κανένας από μας δε σε δασκάλεψε·  
  απληροφόρητος αυτοσχεδίασες· 65
  με του θεού την αρωγή μονάχα  
  νομίζουν όλοι πως μας έσωσες.  
  Και τώρα, κραταιά κεφαλή του Οιδίποδος,  
  η πόλη σύμπασα μπροστά σου γονατίζει  
  και σε παρακαλεί να βρεις 70
  στη νόσο γιατρειά,  
  είτε διαβάζοντας θεών σημάδια  
  είτε μαθαίνοντας από θνητή πηγή.  
  Η πείρα των σοφών ανθρώπων  
  θαρρώ πως αιωνίως ζει 75
  και διαρκώς επαληθεύεται.  
  Έλα, λοιπόν, λαοπρόβλητε,  
  ανάστησε την πόλη·  
  σπατάλησε γι' αυτήν τη μεριμνά σου.  
  Ο τόπος σε κράζει σωτήρα του τώρα, 80
  γιατί την παλαιά σου προσφορά  
  την αφειδώλευτη θυμάται.  
  Αν τώρα καταρρεύσουμε,  
  θα λησμονήσουμε για πάντα  
  τα χρόνια που κυβέρνησες την πόλη 85
  και την εκράτησες ορθή.  
  Με χέρι σταθερό ανάστησέ την πάλι.  
  Κάποτε μας οδήγησες στην ευτυχία  
  διαβάζοντας ορθά τους οιωνούς·  
  γίνε και τώρα 90
  αυτός που ήσουν κάποτε.  
  Αν λαχταράς να κυβερνάς  
  αυτή την επικράτεια,  
  καλύτερα να κυβερνάς ανθρώπους  
  παρά να βασιλεύεις στο κενό. 95
  Έρημα κάστρα κι έρημα πλοία9  
  χωρίς ανθρώπους  
  είναι το μέγα τίποτα.  
ΟΙΔ. Παιδιά της λύπης μου,  
  ήρθατε με βαρύ καημό να πείτε 100
  για τα γνωστά δεινά.  
  Δεν είναι άγνωστα σ' εμένα.  
  Γνωρίζω καλά την πάνδημη νόσο.  
  Νοσείτε, το ξέρω·  
  όμως κανένας δε νοσεί 105
  όπως εγώ.  
  Καθένας ντύνεται με το δικό του άλγος·  
  η δική μου ψυχή αλγεί και σπαράζει  
  για μένα, για σένα και για την πόλη, μαζί.10  
  Από βαθύ λοιπόν δε με ξυπνάτε λήθαργο. 110
  Αν ξέρατε πόσες φορές  
  έχω λουστεί στα δάκρυα,  
  πόσες φορές περιπλανήθηκα τη νύχτα  
  στα μονοπάτια της ανάγκης και της έγνοιας.  
  Στοχάστηκα πολύ και βρήκα 115
  μονάχα μία γιατρειά·  
  και την πραγμάτωσα.  
  Έστειλα τον Κρέοντα, τον γιο του Μενοικέως,  
  τον αδελφό της γυναίκας μου,  
  στον Πυθικό ναό του Φοίβου 120
  να μάθει τι πρέπει να κάνω,  
  τι πρέπει να πω,  
  για να σώσω την πόλη μας.  
  Μετρώ τις μέρες και θλίβομαι.  
  Τι κάνει τάχα; Χρονοτριβεί· 125
  ξεπέρασε τον λογικό της απουσίας χρόνο.  
  Μα θα γυρίσει κι αν δεν τελέσω  
  τα φανερά σημεία του θεού,  
  να δω το μέγα σκότος.  
ΙΕΡ. Καλομελέτησες 130
  κι αυτοί μου γνέφουν  
  πως μόλις τώρα φάνηκε ο Κρέων.11  
ΟΙΔ. Άναξ Απόλλων,  
  μακάρι να 'ρθει  
  της σωτηρίας φέρνοντας το φως,12 135
  καθώς το φως που λάμπει στη ματιά του.  
ΙΕΡ. Φαντάζει γαλήνιος· εξ άλλου  
  δε θα στεφάνωνε την κεφαλή  
  με δάφνης ανθισμένο κλάδο.  
ΟΙΔ. Γρήγορα θα το μάθουμε. Ζυγώνει· 140
  μπορεί ν' ακούσει πια.  
  Άρχοντα της καρδιάς μου, του Μενοικέως γιε,  
  τι χρησμό μας φέρνεις από το θεό;  

ΚΡΕΩΝ

  Εξαίσιο.
  Γιατί θαρρώ πως όταν κατ' ευχή 145
  σκορπίσει το κακό,  
  μπαίνουν στο δρόμο τον καλό τα πάντα.  
ΟΙΔ. Τι λέει ο λόγος του θεού;  
  Γιατί τα λόγια σου  
  ούτε με θάρρεψαν ούτε και με τρόμαξαν. 150
ΚΡ. Αν νιώθεις την ανάγκη  
  μπροστά σ' αυτούς ν' ακούσεις,  
  έτοιμος είμαι και μιλώ·  
  αλλιώς να πάμε μέσα.  
ΟΙΔ. Μίλησε σ' όλους μπροστά· 155
  τα δικά τους τα πάθη  
  πενθώ πιο πολύ,  
  παρά της ψυχής μου τα πάθη.  
ΚΡ. Θα πω λοιπόν το λόγο του θεού.  
  Ο Άναξ Φοίβος προστάζει 160
  με πεντακάθαρο χρησμό  
  να διώξουμε το μίασμα της χώρας13  
  που θρέφεται σ' αυτή τη γη,  
  προτού θεριέψει  
  και δε σηκώνει γιατρειά. 165
ΟΙΔ. Με ποιον καθαρμό;  
  Και πώς τα δεινά θα περάσουν;  
ΚΡ. Στέλνοντας εξορία το φονιά  
  ή ξεδιψώντας ο φόνος με φόνο  
  αλλιώς η πόλη θα πνιγεί σ' αυτό το αίμα. 170
ΟΙΔ. Τίνος ανδρός τη μοίρα προμαντεύουν οι χρησμοί;  
ΚΡ. Κυβερνούσε κάποτε αυτή τη γη,  
  βασιλιά μου, ο Λάιος,  
  προτού βρεθείς εσύ στης πόλης το τιμόνι.  
ΟΙΔ. Τον έχω ακουστά· ποτέ μου δεν τον είδα. 175
ΚΡ. Δολοφονήθηκε και τώρα  
  ο θεός προστάζει με σαφήνεια  
  τους αυτουργούς του φόνου, όποιοι και νά 'ναι,  
  να τιμωρήσουμε σκληρά.  
ΟΙΔ. Πού βρίσκονται; Και πώς να ξεδιαλύνεις πια 180
  μισοσβησμένα χνάρια  
  παλιού φονικού;  
ΚΡ. Ο μάντης είπε πως βρίσκονται σ' αυτή τη γη.  
  Ψάχνεις, θα βρεις·14 χασομεράς, θα χάσεις.  
ΟΙΔ. Και πού σκοτώθηκε ο Λάιος; 185
  Στ' ανάκτορα, στην ύπαιθρο,  
  σε ξένη χώρα;  
ΚΡ. Είπε πως έφευγε να πάει στους Δελφούς  
  προσκυνητής·15 μα δεν επέστρεψε ποτέ.  
ΟΙΔ. Δε φάνηκε κανείς μαντατοφόρος; 190
  Δε μίλησε κανείς συνοδοιπόρος;  
  Κάποιος που να μπορούσε κάπως να φωτίσει;  
ΚΡ. Όλοι πεθάνανε· ένας μονάχα ξέφυγε  
  και τρομαγμένος ένα μονάχα έλεγε πως είδε.  
ΟΙΔ. Σαν τι; Το ένα σε πάει να βρεις τα πολλά, 195
  αν πιάσεις μιαν ακρούλα της ελπίδας.  
ΚΡ. Έλεγε πως αντάμωσαν στη στράτα τους  
  ληστές· πολλούς μαζί·  
  και δεν τον σκότωσε ένας ληστής μονάχος.16  
ΟΙΔ. Και ποιος ληστής 200
  θα τόλμαγε μια τέτοια πράξη,  
  αν κάποιος δεν τον πλήρωνε από 'δώ;17  
ΚΡ. Πολύ πιθανό θεωρήθηκε.  
  Αλλά με το χαμό του Λάιου  
  και τις απανωτές τις συμφορές 205
  κανείς δεν σκέφτηκε να βρει την άκρη.  
ΟΙΔ. Ποιες συμφορές εμπόδιζαν  
  του βασιλιά σας ν' ανιχνεύσετε το φόνο;  
ΚΡ. Τα στρυφνά της Σφιγγός τα αινίγματα  
  μας πίεζαν να ζούμε το παρόν 210
  αφήνοντας το σκοτεινό  
  το παρελθόν στη λήθη.  
ΟΙΔ. Εγώ θα φτάσω στην αρχή  
  και την αλήθεια μες το φως  
  θα φανερώσω. 215
  Δικαίως ο Φοίβος δικαίως κι εσύ  
  γυρίσατε το νου στη μνήμη του νεκρού·  
  δικαίως και μένα θα δείτε  
  να γίνομαι αυτής της χώρας σύμμαχος  
  και παραστάτης του θεού στην τιμωρία. 220
  Το μίασμα θα το ξορκίσω στους ανέμους  
  κι όχι για χάρη φίλων μακρινών  
  μα για δική μου χάρη.  
  Το χέρι που τον σκότωσε  
  μπορεί και μένα να θελήσει 225
  να σκοτώσει.  
  Τον εαυτό μου ωφελώ λοιπόν18  
  προσφέροντας στο Λάιο βοήθεια.  
  Αφήστε τους βωμούς, παιδιά μου·19  
  σηκώστε τα κλαδιά της ικεσίας 230
  και κάποιος ας συνάξει  
  της Θήβας το λαό,  
  σ' αυτόν εδώ τον τόπο.  
  Με του θεού τη χάρη θα στεριωθούμε·  
  αλλιώς θα σωριαστούμε.20 235
ΙΕΡ. Σηκωθείτε, παιδιά μου, να φύγουμε.21  
  Υπόσχεται να πράξει  
  όσα μας έφεραν εδώ  
  κι όσα παρακαλέσαμε.  
  Ο Φοίβος που μας έστειλε τέτοιες μαντείες 240
  ας δώσει τέλος στο λοιμό κι ας μας λυτρώσει.