κι ἦβρε τὸν ᾽Αγαμέμνονα ὁ θεῖος ᾽Οδυσσέας,
τὸ σκῆπτρο ἐπῆρε τ’ ἄφθαρτο προγονικὸ τοῦ ᾽Ατρείδη
καὶ τῶν ἀνδρείων Ἀχαιῶν κατέβη στὰ καράβια…
[...]
Κι ἄνθρωπον ὄταν τοῦ λαοῦ ποὺ φώναζε ἀπαντοῦσε,
κακὰ τὸν ἐφοβέριζε καὶ μὲ τὸ σκῆπτρο ἐκτύπα:
«Σίγα, χαμένε, ὑπάκουσε εἰς τοὺς καλύτερούς σου·
ἄνανδρος σὺ καὶ οὐτιδανὸς καθόλου δὲν μετριέσαι
στὸν πόλεμον ἢ στὴν βουλήν· μήπως θαρρεῖς πὼς ὅλοι
θὰ βασιλεύωμεν ἐδῶ ; Πολυαρχία βλάπτει·
ἕνας θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγός, ὁ βασιλέας ἕνας,
ποὺ σ’ αὐτὸν ἔδωσ’ ὁ υἱὸς τοῦ κρυπτοβούλου Κρόνου
τὸ σκῆπτρο καὶ τὰ νόμιμα νὰ βασιλεύη σ’ ὅλους».
|