Όμηρος, Οδύσσεια λ 543-564: Το μίσος συνεχίζεται και μετά θάνατον
Μόνο η ψυχή του Τελαμώνιου Αίαντα κρατούσε
απόσταση, βαριά οργισμένη ακόμη με τη νίκη μου,
τη νίκη που εγώ τη νίκησα, όταν η δίκη εκείνη έγινε στα πλοία,
το ποιος θα πάρει τα όπλα του Αχιλλέα – την όρισε η σεμνή του μάνα,
των Τρώων θυγατέρες κι η Αθηνά Παλλάδα.
Μακάρι να μην ήμουν νικητής σε τέτοιο αγώνα,
που έγινε η αφορμή να φάει το χώμα τέτοια κεφαλή,
τον Αίαντα, που ξεπερνούσε στην ομορφιά, στα έργα του πολέμου,
όλους τους άλλους Δαναούς, εξόν τον άψογο γιο του Πηλέα.
Και μολαταύτα τον προσφώνησα, του μίλησα γλυκά:
«Αίαντα, του τίμιου Τελαμώνα γιε, δεν έμελλες αλήθεια
μήτε νεκρός να λησμονήσεις την οργή μαζί μου, για εκείνα
τα καταραμένα όπλα, που οι θεοί τα ρίξανε στη μέση,
να φέρουν στους Αργείους συμφορά· αφού αφανίστηκες εσύ,
ο πύργος μας, κι εμείς οι Αχαιοί θρηνήσαμε για τον χαμό σου,
όσο και για τον ακριβό Αχιλλέα, γιο του Πηλέα,
κι ακόμη σε θρηνούμε. Ένοχος όμως άλλος δεν βρίσκεται κανείς
εξόν ο Δίας, που μίσησε θανάσιμα στρατό και μαχητές των Δαναών·
αυτός σε σφράγισε κι εσένα με τη μοίρα του θανάτου.
Αλλά, γενναίε, τώρα σύγκλινε, άκουσε τη φωνή του λόγου μου·
δάμασε πια το μένος σου και τον περήφανο θυμό σου.»
Έτσι του μίλησα, εκείνος όμως δεν απάντησε, δεν είπε λέξη·
αμίλητος προχώρησε μαζί με τις ψυχές άλλων νεκρών που χάθηκαν,
στο μαύρο Έρεβος.
[πηγή: Ομήρου Οδύσσεια (μτφ.) Δ. Ν. Μαρωνίτης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2006] |